Η αλλαγή τροπής του πολέμου
1 Οι Ισραηλίτες όμως αμάρτησαν σοβαρά στο θέμα των αφιερωμάτων: Ο Αχάν, γιος του Χαρμί, εγγονός του Ζαβδί και δισέγγονος του Ζεράχ, από τη φυλή Ιούδα, πήρε για δικά του μερικά από τα αφιερώματα. Εξαιτίας αυτού, λοιπόν, ο Κύριος οργίστηκε εναντίον των Ισραηλιτών.
2 Από την Ιεριχώ ο Ιησούς έστειλε ανθρώπους στη Γαι, που βρίσκεται κοντά στη Βαιθ-Αυέν, ανατολικά της Βαιθήλ με τη διαταγή να κατασκοπεύσουν την περιοχή. Πράγματι, εκείνοι πήγαν και κατασκόπευσαν τη Γαι. 3 Όταν επέστρεψαν στον Ιησού του ανάφεραν: «Δεν είναι ανάγκη να πάει όλος ο στρατός για να καταλάβει τη Γαι και να μπουν όλοι σε τέτοιον κόπο. Δεν είναι μεγάλη πόλη. Δυο τρεις χιλιάδες άντρες είναι αρκετοί». 4 Ξεκίνησαν, λοιπόν, να πολεμήσουν περίπου τρεις χιλιάδες άντρες, αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στους κατοίκους της Γαι. 5 Σκότωσαν από τους Ισραηλίτες περίπου τριάντα έξι άντρες και τους υπόλοιπους τους καταδίωξαν από την πύλη της πόλης ως τη Σιβαρίμ, και τους σύντριψαν στην κατωφέρεια.
Έτσι ο λαός λύγισε κι έχασε το θάρρος του. 6 Τότε ο Ιησούς έσκισε τα ρούχα του,Βλ. υποσ. εις Γεν 37:29. έριξε χώμα στο κεφάλι του κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη μπροστά στην κιβωτό του Κυρίου ως το βράδυ. Τα ίδια έκαναν και οι πρεσβύτεροι του λαού.
7 Ο Ιησούς προσευχήθηκε: «Παντοδύναμε Κύριε, γιατί άφησες αυτό το λαό να διαβεί τον Ιορδάνη; Για να μας παραδώσεις στην εξουσία των Αμορραίων και να μας εξοντώσουν; Μακάρι να είχαμε μείνει από την άλλη μεριά του ποταμού. 8 Σε παρακαλώ, Κύριε, τι να πω τώρα που οι Ισραηλίτες κατατροπώθηκαν από τους εχθρούς τους; 9 Όταν το μάθουν οι Χαναναίοι και οι άλλοι κάτοικοι της χώρας θα μας περικυκλώσουν και θα μας εξαφανίσουν από τη γη. Και τι θα κάνεις τότε για να περισωθεί η δόξα του μεγάλου σου ονόματος;»
Αιτία η ανυπακοή
10 Ο Κύριος απάντησε στον Ιησού: «Σήκω πάνω. Τι έπεσες με το πρόσωπο καταγής; 11 Οι Ισραηλίτες αμάρτησαν· παρέβηκαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν απέναντί μου. Πήραν πράγματα από τα αφιερώματα, τα έκλεψαν, τα συγκάλυψαν με ψέματα και τα έκρυψαν ανάμεσα στα πράγματά τους. 12 Γι’ αυτό και δε θα μπορέσουν πια ν’ αντισταθούν στους εχθρούς τους. Θα τρέπονται σε φυγή μπροστά τους, γιατί τώρα αυτοί οι ίδιοι καταδίκασαν τους εαυτούς τους. Δε θα είμαι πια μαζί σας, αν δεν πετάξετε μακριά σας τα απαγορευμένα αντικείμενα. 13 Σήκω, λοιπόν, προετοίμασε το λαό και πες τους: "καθαριστείτε για αύριο, γιατί ο Κύριος, ο Θεός σας, λέει πως το ανάθεμα είναι ανάμεσά σας, Ισραηλίτες. Δε θα μπορέσετε πια ν’ αντισταθείτε στους εχθρούς σας, ωσότου πετάξετε μακριά σας τα απαγορευμένα αντικείμενα. 14 Αύριο το πρωί θα πλησιάστε κάθε φυλή χωριστά μία μία· και η φυλή που θα υποδείξει ο Κύριος με κλήρο θα πλησιάσει κατά συγγένειες. Η συγγένεια που θα υποδείξει ο Κύριος με κλήρο, θα πλησιάσει κατά οικογένειες. Και η οικογένεια που θα υποδείξει ο Κύριος με κλήρο θα πλησιάσει, ο ένας άντρας μετά τον άλλο. 15 Κι ο Κύριος θα φανερώσει ποιος απ’ αυτούς έχει τα απαγορευμένα αντικείμενα. Τότε θα καεί αυτός μαζί με όλα του τα υπάρχοντα, γιατί παρέβηκε τις υποχρεώσεις του απέναντί μου και ντρόπιασε τους Ισραηλίτες"».
Η αποκάλυψη και τιμωρία της αμαρτίας
16 Την άλλη μέρα το πρωί, σηκώθηκε ο Ιησούς και διέταξε να πλησιάσουν οι Ισραηλίτες κατά φυλές. Πλησίασαν μία μία χωριστά και κληρώθηκε η φυλή Ιούδα. 17 Μετά διέταξε να πλησιάσουν μία μία οι συγγένειες της φυλής Ιούδα. Πλησίασαν και κληρώθηκε η συγγένεια των Ζαρχιτών. Κάλεσε τότε τη συγγένεια των Ζαρχιτών να πλησιάσουν κατά οικογένειες μία μία και κληρώθηκε η οικογένεια του Ζαβδί. 18 Τέλος κάλεσε να πλησιάσει η οικογένεια του Ζαβδί, ο ένας άντρας μετά τον άλλο και κληρώθηκε ο Αχάν, γιος του Χαρμί, εγγονός του Ζαβδί και δισέγγονος του Ζαρά, από τη φυλή Ιούδα. 19 Τότε είπε ο Ιησούς στον Αχάν: «Αναγνώρισε, παιδί μου, το μεγαλείο του Κυρίου, του Θεού του Ισραήλ και εξομολογήσου σ’ αυτόν. Πες μου τώρα τι έχεις κάνει· μη μου κρύψεις τίποτα».
20 Ο Αχάν απάντησε στον Ιησού: «Πράγματι, εγώ είμαι που αμάρτησα στον Κύριο, το Θεό του Ισραήλ. Έκανα το εξής: 21 Όταν είδα ανάμεσα στα λάφυρα έναν ωραίο μανδύα από τη Σινάρ, διακόσιους σίκλους ασήμι και ένα χρυσό ραβδί που ζύγιζε πενήντα σίκλους, τα πεθύμησα και τα πήρα. Βρίσκονται κρυμμένα στο έδαφος μέσα στη σκηνή μου· το ασήμι είναι από κάτω.
22 Ο Ιησούς έστειλε ανθρώπους στη σκηνή του Αχάν. Αυτοί έτρεξαν εκεί και πραγματικά όλα αυτά ήταν κρυμμένα στη σκηνή του, και το ασήμι ήταν από κάτω. 23 Τα έβγαλαν, λοιπόν, απ’ τη σκηνή, τα έφεραν στον Ιησού και στους Ισραηλίτες και τα άπλωσαν ενώπιον του Κυρίου. 24 Τότε ο Ιησούς κι όλος ο λαός μαζί του συνέλαβαν τον Αχάν, γιο του Χαρμί και τον έφεραν στην Κοιλάδα Αχώρ, μαζί μ’ αυτόν έφεραν το ασήμι, το μανδύα και το χρυσό ραβδί, τους γιους του, τις κόρες του, τα βόδια του, τα γαϊδούρια του, τα πρόβατά του, τη σκηνή του, όλα του τα υπάρχοντα.
25 Ο Ιησούς είπε στον Αχάν: «Γιατί μας προξένησες αυτήν τη δυστυχία; Ο Κύριος σήμερα θα προξενήσει δυστυχία σ’ εσένα». Τότε όλοι οι Ισραηλίτες θανάτωσαν αυτόν και τους συγγενείς του με λιθοβολισμό και μετά τους έκαψαν. 26 Έπειτα ύψωσαν πάνω από τον Αχάν έναν μεγάλο σωρό από πέτρες, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα. Έτσι σταμάτησε η οργή του Κυρίου.
Εξαιτίας αυτού του περιστατικού ο τόπος εκείνος ονομάστηκε Κοιλάδα ΑχώρΤο όνομα Αχώρ στα εβρ. ακούγεται όπως η φρ. «προξενώ δυστυχία». κι έτσι λέγεται μέχρι σήμερα.
O pecado de Acã
1 Os israelitas, porém, foram infiéis com relação às coisas separadas para Deus.7.1 O termo hebraico indica um ato de consagração irrevogável a Deus, geralmente por meio da destruição de um objeto ou de seres vivos; também nos versículos 11, 12, 13, e 15. Acã, filho de Carmi, filho de Zinri,7.1 Conforme a Septuaginta. Hebraico: Zabdi; também nos versículos 17 e 18. Veja 1Cr 2.6. filho de Zerá, o qual era da tribo de Judá, apossou-se de algumas delas. Por isso, a ira do Senhor se acendeu contra Israel.
2 Sucedeu que Josué enviou homens de Jericó a Ai, que fica perto de Bete-Áven, a leste de Betel, e ordenou-lhes:
— Subam e espiem a região.
Os homens subiram e espiaram Ai.
3 Quando voltaram a Josué, disseram:
— Não é preciso que todos avancem contra Ai. Envie uns dois mil ou três mil homens para atacá-la. Não canse todo o exército, pois eles são poucos.
4 Por isso, cerca de três mil homens atacaram a cidade; os homens de Ai, entretanto, os puseram em fuga, 5 chegando a matar trinta e seis deles. Eles perseguiram os israelitas desde a porta da cidade até Sebarim7.5 Ou as pedreiras. e os feriram na descida. Diante disso, o coração do povo se derreteu e se tornou como água.
6 Então, Josué, com as autoridades de Israel, rasgou as vestes, prostrou-se com o rosto em terra diante da arca do Senhor, cobrindo de terra a cabeça, e ali permaneceu até a tarde. 7 Josué disse:
— Ah, Soberano Senhor, por que fizeste este povo atravessar o Jordão? Foi para nos entregar nas mãos dos amorreus e nos destruir? Antes nos contentássemos em continuar no outro lado do Jordão! 8 Que poderei dizer, Senhor, agora que Israel fugiu dos seus inimigos? 9 Os cananeus e os demais habitantes desta terra saberão disso, nos cercarão e eliminarão o nosso nome da terra. Que farás, então, pelo teu grande nome?
10 O Senhor disse a Josué:
— Levante-se! Por que você está aí prostrado? 11 Israel pecou. Violou a aliança que eu lhe ordenei. Apossou-se das coisas separadas para Deus, roubou-as, escondeu-as e as colocou junto dos seus bens. 12 Por isso, os israelitas não conseguem resistir aos inimigos; fogem deles porque se tornaram sujeitos à destruição. Não estarei mais com vocês, se não eliminarem do meio de vocês os objetos consagrados.
13 — Vá, santifique o povo! Diga-lhes: "Santifiquem-se para amanhã, pois assim diz o Senhor, o Deus de Israel: ‘Há coisas separadas no meio de vocês, ó Israel. Vocês não conseguirão resistir aos seus inimigos enquanto não as retirarem.
14 " ‘Apresentem-se de manhã, uma tribo de cada vez. A tribo que o Senhor escolher virá à frente, um clã de cada vez; o clã que o Senhor escolher virá à frente, uma família de cada vez; e a família que o Senhor escolher virá à frente, um homem de cada vez. 15 Aquele que for indicado estar em posse das coisas separadas será queimado no fogo com tudo o que lhe pertence. Violou a aliança do Senhor e cometeu loucura em Israel!’ ".
16 Na manhã seguinte, Josué mandou os israelitas virem à frente segundo as suas tribos, e a de Judá foi a escolhida. 17 Os clãs de Judá vieram à frente, e ele escolheu os zeraítas. Fez o clã dos zeraítas vir à frente, família por família, e o escolhido foi Zinri. 18 Josué fez a família de Zinri vir à frente, homem por homem, e Acã, filho de Carmi, filho de Zinri, filho de Zerá, da tribo de Judá, foi o escolhido.
19 Então, Josué disse a Acã:
— Meu filho, dê glória ao Senhor, o Deus de Israel! Confesse! Conte-me o que você fez; não me esconda nada!
20 Acã respondeu a Josué:
— É verdade que pequei contra o Senhor, o Deus de Israel. O que fiz foi o seguinte: 21 quando vi entre os despojos um belo manto de Sinar,7.21 Isto é, Babilônia. duzentos siclos7.21 Isto é, cerca de 2,3 quilogramas. de prata e uma barra de ouro que pesava cinquenta siclos,7.21 Isto é, cerca de 575 gramas. eu os cobicei e me apossei deles. Estão escondidos no chão da minha tenda, com a prata por baixo.
22 Josué enviou alguns mensageiros, que correram à tenda de Acã; lá estavam escondidas as coisas, com a prata por baixo. 23 Retiraram-nas da tenda e as levaram a Josué e a todos os israelitas, que as puseram diante do Senhor.
24 Então, Josué, com todo o Israel, levou Acã, bisneto de Zerá, ao vale de Acor, com a prata, o manto, a barra de ouro, os seus filhos e filhas, os seus bois, os seus jumentos, as suas ovelhas, a sua tenda e tudo o que lhe pertencia. 25 Josué disse:
— Por que você nos causou esta desgraça? Hoje o Senhor causará a sua desgraça.
Então, todo o Israel o apedrejou; depois, apedrejou também a sua família e os queimou no fogo. 26 Sobre Acã, ergueram um grande monte de pedras, que existe até hoje. Então, o Senhor se afastou do ardor da sua ira. Por isso, foi dado àquele lugar o nome de vale de Acor,7.26 Acor é relacionado em hebraico com o termo desgraça e com o nome Acã. nome que permanece até hoje.