A bênção de Moisés
1 Esta é a bênção com a qual Moisés, homem de Deus, abençoou os israelitas antes de morrer. 2 Ele disse:
"O Senhor veio do Sinai
e alvoreceu sobre eles desde o Seir,
resplandeceu desde o monte Parã.
Veio com miríades de santos desde o sul,
desde as encostas das montanhas.33.2 O significado dessa frase em hebraico não é exato.
3 Certamente és tu que amas o povo;
todos os santos estão nas tuas mãos.
Aos teus pés, todos eles se prostram
e de ti recebem instrução,
4 a lei que Moisés nos deu,
a propriedade da assembleia de Jacó.
5 Ele era rei sobre Jesurum,33.5 Jesurum (nome poético de Israel) significa o íntegro; também no versículo 26.
quando os chefes do povo se reuniam
com as tribos de Israel.
6 "Que Rúben viva e não morra,
e que sejam numerosos os seus homens".
7 Disse a respeito de Judá:
"Ouve, ó Senhor, o grito de Judá;
faz que ele volte para o seu povo.
Com as mãos, ele defende a sua causa.
Que tu sejas um auxílio contra os seus adversários!".
8 A respeito de Levi, disse:
"O teu Urim e o teu Tumim33.8 Objetos utilizados para conhecer a vontade de Deus. pertencem
ao homem a quem favoreceste.
Tu o provaste em Massá;33.8 Massá significa provação.
contendeste com ele junto às águas de Meribá.33.8 Meribá significa contenda.
9 Levi disse do seu pai e da sua mãe:
‘Não tenho consideração por eles’.
Não reconheceu os seus irmãos
nem conheceu os próprios filhos,
pois guardou a tua palavra
e observou a tua aliança.
10 Ele ensina as tuas ordenanças a Jacó
e a tua lei a Israel.
Ele te oferece incenso às tuas narinas
e holocaustos33.10 Isto é, sacrifícios totalmente queimados. completos no teu altar.
11 Abençoa todos os seus esforços, ó Senhor,
e aprova a obra das suas mãos.
Despedaça os lombos dos seus adversários,
dos que o odeiam, para que nunca mais se levantem".
12 A respeito de Benjamim, disse:
"Que o amado do Senhor descanse nele em segurança,
pois ele o protege o tempo inteiro,
e aquele a quem o Senhor ama
descansa sobre os seus ombros".33.12 Ou entre as suas colinas.
13 A respeito de José, disse:
"Que o Senhor abençoe a sua terra
com o precioso orvalho que vem do céu
e com as águas das profundezas;
14 com o melhor que o sol amadurece
e com o melhor que a lua possa dar;
15 com as dádivas mais bem escolhidas dos montes antigos
e com a fertilidade das colinas eternas;
16 com os melhores frutos da terra e a sua plenitude,
e com o favor daquele que apareceu na sarça ardente.
Que tudo isso repouse sobre a cabeça de José,
sobre a fronte do escolhido entre os seus irmãos.
17 É majestoso como a primeira cria de um touro;
os seus chifres são os chifres de um boi selvagem,
com os quais ferirá as nações até os confins da terra.
Assim são as miríades de Efraim;
assim são os milhares de Manassés".
18 A respeito de Zebulom, disse:
"Alegre-se, Zebulom, nas suas viagens,
e você, Issacar, nas suas tendas.
19 Eles convocarão povos para o monte
e ali oferecerão sacrifícios justos;
farão um banquete com a riqueza dos mares,
com os tesouros ocultos das praias".
20 A respeito de Gade, disse:
"Bendito é aquele que amplia os domínios de Gade!
Gade fica à espreita como um leão;
despedaça um braço e também a cabeça.
21 Escolheu para si o melhor;
a porção do líder lhe foi reservada.
Ele veio com os chefes do povo
e executou a justiça do Senhor
e os seus juízos sobre Israel".
22 A respeito de Dã, disse:
"Dã é um filhote de leão,
que vem saltando desde Basã".
23 A respeito de Naftali, disse:
"Naftali tem fartura do favor do Senhor
e está repleto das suas bênçãos;
as suas posses estendem-se para o sul em direção ao mar".
24 A respeito de Aser, disse:
"Bendito é Aser entre os filhos;
seja ele favorecido pelos seus irmãos,
e banhe os seus pés no azeite!
25 As trancas de seus portões serão de ferro e bronze,
e a sua força durará como os seus dias.
26 "Não há ninguém como o Deus de Jesurum,
que cavalga os céus para ajudá-lo
e cavalga as nuvens em sua majestade!
27 O Deus eterno é o seu refúgio;
para segurá-lo, estão os braços eternos.
Ele expulsará os inimigos da sua presença,
dizendo: ‘Destrua-os!’.
28 Somente Israel viverá em segurança;
a fonte de Jacó está segura
em uma terra de trigo e de vinho novo,
onde os céus gotejam orvalho.
29 Como você é bem-aventurado, Israel!
Quem é como você,
povo salvo pelo Senhor?
Ele é o seu escudo, o seu ajudador
e a sua espada gloriosa.
Os seus inimigos se encolherão diante de você,
mas você pisará as costas33.29 Ou os lugares elevados. deles".
Ο Μωυσής ευλογεί τις φυλές του Ισραήλ
1 Αυτά είναι τα λόγια με τα οποία ο Μωυσής, ο άνθρωπος του Θεού, ευλόγησε τους Ισραηλίτες, προτού πεθάνει:
2 Ο Κύριος ήρθε απ’ το Σινά
κι ανέτειλε για το λαό του απ’ το Σηείρ·
ακτινοβόλησε απ’ το όρος Φαράν
κι ήρθε με μυριάδες γύρω του αγγέλους,
στο χέρι του κρατώντας
τον νόμο τον φλεγόμενο.Το δεύτερο τμήμα του στ. στα εβρ. είναι ασαφές.
3 Αληθινά, αγαπάει το λαό του.
Όλοι που του ανήκουν είναι στα χέρια του·
πέφτουν αυτοί στα πόδια του
τις προσταγές του να δεχτούν.
4 Νόμο μάς έδωσε ο Μωυσής,
το πιο πολύτιμο απόκτημα για την κοινότητα του Ιακώβ·
5 Ο Κύριος έγινε βασιλιάς στον Ισραήλ,
όταν οι αρχηγοί συγκεντρωθήκαν του λαού,
όταν εμαζευτήκαν οι φυλές του Ισραήλ.
Και συνέχισε ο Μωυσής:
6 «Να ζήσει ο Ρουβήν, ποτέ να μην πεθάνει,
παρ’ όλο που ο λαός του είν’ ολιγάριθμος».
7 Για τη φυλή Ιούδα είπε·
«Άκουσε, Κύριε, τη φωνή του Ιούδα
και φέρ’ τον στο λαό του.
Ας υπερασπιστεί τον εαυτό του με τα χέρια του.
Κι εσύ βοήθα τον ενάντια στους εχθρούς του».
8 Για τη φυλή Λευί είπε:
«Τα Θουμμίμ σου και τα ΟυρίμΘουμμίμ...Ουρίμ. Βλ. υποσ. εις Εξ 28:30. σου, Κύριε,
στον όσιό σου τα εμπιστεύτηκες,
που τον δοκίμασες στη Μασσά,
και που μαζί του φιλονίκησες
κοντά στα νερά της Μεριβά.
9 Αυτός είπε:
"πατέρα και μάνα εγώ δεν ξέρω"
κι ούτε τ’ αδέρφια του λογάριασε,
και τα παιδιά του τα αγνόησε,
για να τηρήσει την εντολή σου,
και φύλαξε έτσι τη διαθήκη σου.
10 Τις εντολές σου θα διδάξουν στον Ιακώβ,
στον Ισραήλ το νόμο σου.
Λιβάνι θα προσφέρουνε μπροστά σου
και στο θυσιαστήριό σου ολοκαύτωμα.
11 Ευλόγησε τα υπάρχοντά του Κύριε,
και κοίταξε με ευμένεια τα έργα του.
Τσάκισε των εχθρών του τα πλευρά,
ώστε να μην ξεσηκωθούν ενάντιά του
αυτοί που τον μισούν.
12 Για τη φυλή Βενιαμίν ο Μωυσής είπε:
«Ο αγαπημένος του Κυρίου,
με ασφάλεια κοντά του θα κατοικεί,
ο Κύριος θα τον προστατεύει την κάθε μέρα,
κι ανάμεσα στους ώμους του ο Κύριος θ’ αναπαύεται».
13 Για τη φυλή του ΙωσήφΕδώ οι φυλές Εφραΐμ και Μανασσή ενοποιούνται στο πρόσωπο του κοινού γενάρχη τους, του Ιωσήφ. είπε:
«Ευλογημένη από τον Κύριο είναι η χώρα του
με τα καλύτερα του ουρανού τα δώρα,
με τη δροσιά,
και τα υπόγεια νερά της,
14 με τους καλύτερους καρπούς που ωρίμασαν στον ήλιο,
με τα καλύτερα δώρα όλων των εποχών,
15 με τα εκλεκτότερα αγαθά των πανάρχαιων βουνών
και τα καλύτερα των αιώνιων λόφων,
16 με τα καλύτερα τα δώρα ολόκληρης της γης.
Η αγάπη εκείνου που φανερώθηκε στη βάτο,
ας έρθει πάνω στο κεφάλι του Ιωσήφ
στην κορυφή του εκλεκτού απ’ όλα του τ’ αδέρφια.
17 Είν’ η μεγαλοπρέπειά του σαν του ταύρου του πρωτογέννητου
και σαν τα κέρατα του αγριόταυρου τα κέρατά του·
μ’ αυτά θα χτυπάει τους λαούς,
όλους μαζί ως της γης τα πέρατα.
Τέτοιες είναι οι μυριάδες του Εφραΐμ
και τέτοιες είναι του Μανασσή οι χιλιάδες».
18 Για τη φυλή Ζαβουλών ο Μωυσής είπε:
«Να ευφραίνεσαι, Ζαβουλών, στις περιοδείες σου
κι εσύ, Ισσάχαρ, στις σκηνές σου.
19 Στο βουνό θα καλούν ξένους λαούς
και θα προσφέρουν εκεί κανονικές θυσίες.
Τον πλούτο θα ρουφούν της θάλασσας,
και τους κρυμμένους θησαυρούς στην άμμο».
20 Για τη φυλή Γαδ είπε:
«Ευλογημένος να ’ναι ο Κύριος,
που πλάτος έδωσε στου Γαδ τη χώρα!
Ο Γαδ σαν το λιοντάρι αναπαύεται,
τη λεία του έτοιμος να ξεσκίσει, ποδάρι ή κεφαλή.
21 Για τον εαυτό του διάλεξε το πρώτο το μερίδιο,
αυτό που ήταν φυλαγμένο για τον αρχηγό.
Σύναξε του λαού τους άρχοντες,
κι εκπλήρωσε το σχέδιο του Κυρίου
και τα προστάγματά του για τον Ισραήλ».
22 Για τη φυλή Δαν ο Μωυσής είπε:
«Ο Δαν είν’ ένα λιονταράκι, που εξορμάει απ’ τη Βασάν».
23 Για τη φυλή Νεφθαλί είπε:
«Είσαι χορτάτος, Νεφθαλί, από εύνοιες,
ξέχειλος απ’ τις ευλογίες του Κυρίου·
τη λίμνηΕννοείται η λίμνη της Γεννησαρέτ. και τον νότο πάρε κληρονομιά».
24 Για τη φυλή Ασήρ ο Μωυσής είπε:
«Από τους γιους ο πιο ευλογημένος να ’ναι ο Ασήρ·
ας είναι ο πιο αγαπημένος απ’ τους αδερφούς του·
στο λάδι ας κολυμπάει το πόδι σου.
25 Από χαλκό και σίδερο ας είναι των πυλών σου οι μοχλοί
κι όσο θα ζεις, να διαρκεί το σφρίγος σου.
26 »Κανείς θεός δεν είναι σαν το Θεό σου, Ισραήλ,
που δρασκελάει τους ουρανούς για να σε βοηθήσει
κι ιππεύει τις νεφέλες σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια.
27 Ο Θεός ο αιώνιος είναι το καταφύγιό σου,
και στήριγμά σου οι αιώνιοι βραχίονες.
Έδιωξε αυτός από μπροστά σου τον εχθρό
και σου ’δωσε την προσταγή: "εξολόθρευε!"
28 Ο Ισραήλ είν’ εγκατεστημένος με ασφάλεια·
η πηγή του Ιακώβ κυλάει ξέχωρα,
πάει σε χώρα πλούσια σε στάρι και κρασί
που οι ουρανοί της τη δροσιά σταλάζουν.
29 Ευτυχισμένος είσ’ εσύ, Ισραήλ!
Ποιος είναι σαν εσέ λαός, που σ’ έχει σώσει ο Κύριος;
Αυτός είν’ η ασπίδα που σε προστατεύει,
το ξίφος που σου δίνει υπεροχή!
Άδικα θα σε κολακεύουν οι εχθροί σου·
εσύ θα την ποδοπατήσεις την υψηλοφροσύνη τους».