Jeremias e Pasur
1 Quando o sacerdote Pasur, filho de Imer, o mais alto oficial do templo do Senhor, ouviu Jeremias profetizando essas coisas, 2 mandou espancar o profeta e prendê-lo no tronco que havia à porta Superior de Benjamim, no templo do Senhor. 3 Na manhã seguinte, quando Pasur mandou soltá-lo do tronco, Jeremias lhe disse:
— O Senhor já não o chama Pasur, e sim Magor-Missabibe.20.3 Magor-Missabibe significa pavor por todos os lados.4 Pois assim diz o Senhor: "Farei de você um terror para você mesmo e para todos os seus amigos. Você verá com os próprios olhos quando eles forem mortos à espada pelos seus inimigos. Entregarei todo o povo de Judá nas mãos do rei da Babilônia, que os levará para a Babilônia e os matará à espada. 5 Eu entregarei toda a riqueza desta cidade nas mãos dos seus inimigos: toda a sua produção, todos os seus bens de valor e todos os tesouros dos reis de Judá. Levarão tudo como despojo para a Babilônia. 6 E você, Pasur, e todos os que vivem na sua casa irão para o exílio, para a Babilônia. Lá vocês morrerão e serão sepultados; você e todos os seus amigos a quem você tem profetizado mentiras".
A queixa de Jeremias
7 Senhor, tu me persuadiste, e eu fui persuadido;
foste mais forte do que eu e prevaleceste.
Sou ridicularizado o dia inteiro;
todos zombam de mim.
8 Sempre que falo, é para gritar
que há violência e destruição.
Por isso, a palavra do Senhor
trouxe-me insulto e censura o tempo todo.
9 Mas, se eu digo: "Não o mencionarei
nem mais falarei em seu nome",
é como se um fogo ardesse no meu coração,
retido nos meus ossos.
Estou exausto tentando contê-lo;
não posso mais!
10 Ouço muitos comentando:
"Pavor por todos os lados!
Denunciem-no! Vamos denunciá-lo!".
Todos os meus amigos
estão esperando que eu tropece e dizem:
"Talvez ele se deixe enganar;
então, nós o venceremos
e nos vingaremos dele".
11 Mas o Senhor está comigo como um forte guerreiro!
Portanto, aqueles que me perseguem tropeçarão e não prevalecerão.
O seu fracasso lhes trará completa vergonha;
a sua desonra jamais será esquecida.
12 Ó Senhor dos Exércitos,
tu que examinas o justo e vês o coração e a mente,
deixa-me ver a tua vingança sobre eles,
pois a ti expus a minha causa.
13 Cantem ao Senhor!
Louvem ao Senhor!
Porque ele salva o pobre
das mãos dos ímpios.
14 Maldito seja o dia em que eu nasci!
Jamais seja abençoado o dia em que a minha mãe me deu à luz!
15 Maldito seja o homem que levou a notícia ao meu pai
e o deixou muito alegre quando disse:
"Você é pai de um menino!".
16 Seja aquele homem como as cidades
que o Senhor destruiu sem piedade.
Que ele ouça gritos de socorro pela manhã
e gritos de guerra ao meio-dia.
17 Porque ele não me matou no ventre materno.
Então, a minha mãe teria sido o meu túmulo
e ela teria ficado permanentemente grávida.
18 Por que saí do ventre materno?
Só para ver dificuldades e tristezas
e terminar os meus dias na vergonha?
1 Ο ιερέας Πασχούρ, γιος του Ιμρί και επόπτης του ναού του Κυρίου, άκουσε τον Ιερεμία να προφητεύει με τα παραπάνω λόγια. 2 Τότε διέταξε να χτυπήσουν τον προφήτη και να τον βάλουν στην ξυλοπέδη, που βρισκόταν στην άνω πύλη του Βενιαμίν, κοντά στο ναό του Κυρίου. 3 Την άλλη μέρα έβγαλε ο Πασχούρ τον Ιερεμία από την ξυλοπέδη και αυτός του είπε: «Ο Κύριος δεν θα σε ονομάζει πια "Πασχούρ" αλλά "Μαγόρ-Μισσαβίβ" (Τρόμος από Παντού).Τρόμος από Παντού. Προφανώς η έκφραση αυτή χρησιμοποιόταν επανειλημμένα στο κήρυγμα του προφήτη (βλ. κεφ. 6:25· 46:5· 49:29), τόσο, που έφτασε ν’ αποκαλούν και τον ίδιο μ’ αυτή τη φράση (κεφ. 20:10).4 Ο Κύριος λέει: "θα προξενήσω σ’ εσένα και σ’ όλους τους φίλους σου τρόμο. Θα θανατωθούν μπροστά στα μάτια σου από τα ξίφη των εχθρών τους. Θα παραδώσω όλους τους κατοίκους του Ιούδα στα χέρια του βασιλιά της Βαβυλώνας και θα τους οδηγήσει αιχμαλώτους στη χώρα του ή θα τους θανατώσει. 5 Θα δώσω όλο τον πλούτο αυτής της πόλης, τις περιουσίες των κατοίκων της, τα πολύτιμα αντικείμενά της κι όλους τους θησαυρούς των βασιλιάδων του Ιούδα στα χέρια των εχθρών τους· αυτοί θα τους λεηλατήσουν και θα τους μεταφέρουν αιχμαλώτους στη Βαβυλώνα. 6 Κι εσύ, Πασχούρ, και όλη η οικογένειά σου θα πάτε στην αιχμαλωσία, στη Βαβυλώνα, κι εκεί θα πεθάνεις και θα ταφείς εσύ και όλοι οι φίλοι σου, στους οποίους προφήτεψες ψέματα"».
Ο Ιερεμίας παραπονιέται στο Θεό
7 Με δελέασες Κύριε, και σου παραδόθηκα. Με άρπαξες με δύναμη και βγήκες νικητής. Εμένα έχουν στόχο πάντα οι χλευασμοί τους. Όλοι με ειρωνεύονται. 8 Κάθε φορά που εξαγγέλλω του Κυρίου το λόγο, θα πρέπει να φωνάζω «βία! αρπαγή!» Γι’ αυτό με κοροϊδεύουν και με περιφρονούν αδιάκοπα. 9 Αλλά όταν λέω μέσα μου: «Ας ξεχάσω τον Κύριο· ας μην ξαναμιλήσω εξ ονόματός του», τότε ο λόγος σου στην καρδιά μου γίνεται φωτιά, που καίει βαθιά στα κόκαλά μου. Απόκαμα να τον συγκρατώ –δεν αντέχω πια. 10 Άκουσα πολλούς να ψιθυρίζουν: «Ο Τρόμος από Παντού.Ο Τρόμος από Παντού. Βλ. υποσ. εις κεφ. 20:3. Πάμε να τον καταγγείλουμε στις αρχές!» Όλοι οι φίλοι μου παραφύλαγαν να βρουν το αδύνατο σημείο μου κι έλεγαν: «Κάτι απερίσκεπτο θα πει· και τότε θα τον παγιδέψουμε και θα τον εκδικηθούμε».
11 Αλλά εσύ, Κύριε, είσαι στο πλευρό μου ωσάν γενναίος πολεμιστής. Για τούτο κι όσοι με καταδιώκουν θ’ αποτύχουν· δε θα μπορέσουν να με νικήσουν. Θα καταντροπιαστούν που απέτυχαν τα σχεδιά τους, κι αυτή η ντροπή τους θα κρατήσει αιώνια· δε θα λησμονηθεί ποτέ. 12 Εσύ, Κύριε του σύμπαντος, που διακρίνεις ποιοι σου είναι πιστοί και γνωρίζεις τις επιθυμίες τους και τις σκέψεις τους, κάνε να δω την εκδίκησή σου που θα ’ρθει πάνω τους, γιατί σ’ εσένα ανέθεσα την υπόθεσή μου. 13 Ψάλτε στον Κύριο! Τον Κύριο δοξολογήστε, γιατί απ’ τα χέρια των κακών ανθρώπων γλίτωσε τον φτωχό.
14 Καταραμένη η μέρα που γεννήθηκα! Ας ήταν να χαθεί η μέρα που η μάνα μου μ’ έφερε στη ζωή. Ας πάψει να ’ναι ευλογημένη. 15 Καταραμένος να ’ναι ο άνθρωπος που έφερε στον πατέρα μου τα συχαρίκια και του είπε: «απόχτησες παιδί και είναι αγόρι!» και του ’δωσε πολλή χαρά. 16 Ας γίνει ο άνθρωπος αυτός καθώς οι πόλεις που ο Κύριος τις κατέστρεψε αμετάκλητα. Ας φτάνουνε στ’ αυτιά του οιμωγές πόνου το πρωί, κραυγές μάχης το μεσημέρι. 17 Γιατί να μην πεθάνω μες στην κοιλιά της μάνας μου; Γιατί δεν έγινε αυτή για μένα τάφος, να με βαστάξει μέσα της παντοτινά; 18 Γιατί να βγω απ’ την κοιλιά της μάνας μου; Να βλέπω λύπες και ταλαιπωρίες και να τελειώσω τη ζωή μου στην ντροπή;