1 Wehe dir, du Land des Flügelgeschwirrs, das jenseits der Ströme Äthiopiens liegt, das seine Boten aufs Meer entsendet und in Papyrusschiffen über den Wasserspiegel! 2 Gehet hin, ihr Boten, zu dem hochgewachsenen und glatten Volk, zu dem Volk, das weit und breit gefürchtet ist, zu dem gebieterischen und zerstörungslustigen Volk, dessen Land Ströme durchschneiden! 3 Ihr Weltbewohner alle und die ihr auf Erden wohnt: wenn das Panier auf den Bergen aufgeworfen wird, so sehet hin, und wenn man ins Horn bläst, so merket auf! 4 Denn also hat der HERR zu mir gesprochen: Ich werde ruhig warten und von meinem Orte aus zuschauen wie heitere Wärme bei Sonnenschein, wie Taugewölk in der Ernteglut. 5 Denn vor der Ernte, wenn die Blüte abfällt und die Knospe zur reifenden Traube wird, alsdann schneidet er die Ranken mit einem Rebmesser ab, ja, er schneidet auch die Schößlinge ab und zerknickt sie. 6 Und sie werden also den Vögeln der Berge und den Tieren des Feldes überlassen, daß die Raubvögel darauf den Sommer verbringen und alle Tiere des Feldes darauf überwintern. 7 Alsdann wird dem HERRN der Heerscharen zum Geschenk dargebracht werden das hochgewachsene und glatte Volk, und von dem weit und breit gefürchteten Volk, dem gebieterischen und zerstörungslustigen, dessen Land Ströme durchschneiden, an den Ort des Namens des HERRN der Heerscharen, zum Berge Zion.
Εξαγγελία κατάρας εναντίον της Αιθιοπίας
1 Αλίμονο στη χώρα με τα γοργά πλεούμενα,γοργά πλεούμενα. Το εβρ. είναι ασαφές ως προς τη σημασία αυτή της εκφράσεως. Άλλη εκδοχή: «βουερά φτερά εντόμων». την Αιθιοπία, εκεί στου Νείλου τις πηγές! 2 Στέλνει τους πρεσβευτές της με το ποτάμι μες σε καΐκια καμωμένα από πάπυρο, που γλιστρούν πάνω στα νερά.
Γυρίστε πίσω, γρήγοροι αγγελιοφόροι, στον υψηλόκορμο και μελαψό λαό σας, που είν’ από πάντα τρομερός, ισχυρός και κυριαρχικός και που τη χώρα του ποτάμια τη διασχίζουν.
3 Κοιτάξτε όλοι οι κάτοικοι του κόσμου, όλοι οι λαοί της γης, όταν σημαία θα υψωθεί απάνω στα βουνά· προσέξτε, όταν θ’ ακουστεί η σάλπιγγα! 4 Ακούστε, τι μου είπε ο Κύριος: «Κοιτάζω από το θρόνο μου και περιμένω ήσυχος κι ακίνητος, όπως η ζέστη η απαλή που βγαίνει από το φως, όπως το νέφος της δροσιάς το καλοκαίρι. 5 Πριν έρθει η ώρα να θεριστεί το στάρι, όταν τ’ αμπέλια σταματήσουνε ν’ ανθούν κι αρχίζουν τ’ άνθη τους να γίνονται τσαμπιά που θα ωριμάσουν, κόβουνε με το κλαδευτήρι τα κλαδιά και τα βλαστάρια τα πετάνε. 6 Έτσι και της Αιθιοπίας οι κάτοικοι θα πεταχτούνε στων βουνών τ’ αρπαχτικά πουλιά και στης γης τ’ άγρια ζώα· χειμώνα καλοκαίρι απ’ τα δικά τους πτώματα θα τρέφονται».
7 Θα ’ρθεί όμως καιρός δώρα να προσφερθούν στον Κύριο του σύμπαντος από αυτόν τον υψηλόκορμο και μελαψό λαό, που είν’ από πάντα τρομερός, ισχυρός και κυριαρχικός και που τη χώρα του ποτάμια τη διασχίζουν, στον τόπο όπου λατρεύεται ο Κύριος του σύμπαντος στ’ όρος Σιών.