1 Zu jener Zeit wird man dieses Lied im Lande Juda singen: Wir haben eine feste Stadt; Heil setzt er zu Mauern und zur Schutzwehr. 2 Tut die Tore auf, daß hineingehe ein gerechtes Volk, welches Treue bewahrt! 3 Einem festen Herzen bewahrst du den Frieden, den Frieden, weil es auf dich vertraut. 4 Vertrauet auf den HERRN immerdar; ja, auf Gott, den HERRN, den Fels der Ewigkeiten! 5 Denn er hat erniedrigt die Bewohner der Höhe und wirft nieder die hochragende Stadt; er wirft sie zu Boden, stürzt sie in den Staub, 6 daß sie mit Füßen zertreten wird, mit den Füßen der Elenden, mit den Tritten der Schwachen. 7 Der Pfad des Gerechten ist richtig; geradeaus bahnst du die Bahn des Gerechten. 8 Sogar auf dem Wege deiner Gerichte, HERR, harrten wir dein; auf deinen Namen und dein Gedächtnis war das Verlangen der Seele gerichtet. 9 Meine Seele begehrte deiner in der Nacht, und mein Geist in mir sehnte sich nach dir; denn sobald deine Gerichte die Erde treffen, lernen die Bewohner des Erdkreises Gerechtigkeit. 10 Wird der Gottlose begnadigt, so lernt er doch nicht Gerechtigkeit; in einem Lande, wo beste Ordnung herrscht, handelt er verkehrt und sieht nicht die Majestät des HERRN. 11 HERR, deine Hand ist erhoben; sie sehen es nicht! Sie werden es aber sehen und sich schämen müssen. Der Eifer für das Volk, das Zornesfeuer wird deine Feinde verzehren. 12 Uns aber, HERR, wirst du Frieden schaffen; denn auch alle unsre Werke hast du für uns vollbracht. 13 O HERR, unser Gott, andere Herren als du herrschten über uns; aber fortan gedenken wir allein deiner, deines Namens! 14 Sie, die nun tot sind, werden nicht wieder lebendig; Schatten stehen nicht wieder auf; darum hast du sie gerichtet und ausgerottet und jede Erinnerung an sie vernichtet. 15 Du hast, o HERR, zum Volk hinzugetan, du hast das Volk vermehrt; du hast dich herrlich erwiesen, du hast erweitert alle Grenzen des Landes. 16 HERR, in der Trübsal suchten sie dich, sie ergossen sich in leisem Flehen, als deine Züchtigung sie traf. 17 Wie ein Weib, das schwanger und dem Gebären nahe ist, sich windet und vor Schmerzen schreit, so waren auch wir, HERR, vor deinem Angesicht: 18 Wir waren schwanger, wanden uns in Schmerzen und gebaren gleichsam Wind; wir konnten dem Lande nicht Heil verschaffen, und es wurden keine Erdenbürger geboren. 19 Aber deine Toten werden leben, und mein Leichnam wird auferstehen! Wachet auf und jubelt, ihr Bewohner des Staubes! Denn dein Tau ist ein Morgentau, und die Erde wird die Toten wiedergeben. 20 So gehe nun, mein Volk, in deine Kammern und schließe die Tür hinter dir zu und verbirg dich einen kleinen Augenblick, bis der Zorn vorübergegangen ist! 21 Denn siehe, der HERR wird von seinem Orte ausgehen, die Bosheit der Erdenbewohner an ihnen heimzusuchen; und die Erde wird das auf ihr vergossene Blut offenbaren und die auf ihr Erschlagenen nicht länger verbergen.
Η ισχυρή πόλη
1 Την ημέρα εκείνη στη χώρα του Ιούδα θα ψάλλουν το τραγούδι αυτό:
Έχουμε πόλη ισχυρή·
για να την προστατεύσει
έβαλε ο Κύριος τείχη και προπύργια.
2 Ανοίξτε διάπλατα τις πύλες
να μπει το δίκαιο έθνος,
το έθνος που φυλάει την πίστη,
3 που ο νους του μένει σταθερός.
Ο Θεός τού εξασφαλίζει την ειρήνη,
γιατί ο λαός του τον εμπιστεύεται.
4 Στον Κύριο να ’χετε πάντα εμπιστοσύνη·
γιατί ο Κύριος ο Θεός είναι αιώνιος βράχος.
5 Ταπείνωσε όσους κατοικούσαν στα ψηλώματα,
την πόλη την απρόσιτη τη γκρέμισε·
τη γκρέμισε ως τη γη,
την έριξε στο χώμα.
6 Τα πόδια των φτωχών,
των δύστυχων τα βήματα
θα την καταπατήσουν.
Εσχατολογική προσευχή
7 Κύριε, ο δρόμος του δικαίου είναι ευθύς·
εσύ ευθυγραμμίζεις τη διαδρομή του δικαίου.
8 Κύριε, περιμέναμε τις κρίσεις σου,
όποιες κι αν είναι αυτές.
Ο πόθος μας είναι
πάντα το όνομά σου να θυμόμαστε.
9 Τη νύχτα η ψυχή μου σε ποθεί·
από τα βάθη μου σ’ αποζητάω.
Όταν οι κρίσεις σου εφαρμόζονται στη γη
μαθαίνει τη δικαιοσύνη η οικουμένη.
10 Αλλά ο ασεβής, ακόμα κι όταν τον ελεείς,
τη δικαιοσύνη δεν τη μαθαίνει·
ακόμα και στη χώρα της ευθύτητας
κάνει το κακό,
δε βλέπει τη μεγαλοσύνη του Κυρίου.
11 Το χέρι σου είναι υψωμένο Κύριε,
μα οι εχθροί σου δεν το βλέπουν.
Ας δουν το ζήλο σου για το λαό σου
κι ας ντραπούν·
ναι, η φωτιά ας κατακάψει τους εχθρούς σου.
12 Κύριε, μας δίνεις την ειρήνη·
γιατί εσύ τα έργα μας
τα ολοκληρώνεις.
13 Κύριε, Θεέ μας,
άλλοι αφεντάδες μάς εξουσίασαν
και όχι εσύ·
αλλά εμείς μονάχα εσένα δοξάζουμε.
14 Εκείνοι είναι νεκροί και δε θα ξαναζήσουν·
οι σκιές δεν θ’ αναστηθούν,
γιατί εσύ ήρθες τιμωρός και τους εξόντωσες,
καθετί εξαφάνισες που τους θυμίζει.
15 Κύριε, πλήθυνες το έθνος σου,
το πλήθυνες κι έτσι δοξάστηκες·
προς όλες τις κατευθύνσεις
τα σύνορα άπλωσες της χώρας.
16 Κύριε, οι άνθρωποι στη θλίψη τους σε αναζητούν,
σε προσευχές ξεσπούν,
όταν η τιμωρία σου τους βαραίνει.
17 Καθώς η ετοιμόγεννη σαν έρθει η ώρα της
πάνω στους πόνους της συστρέφεται κι αγκομαχάει,
έτσι κι εμείς γίναμε μπρος σου, Κύριε.
18 Κι εμείς εγκυμονήσαμε, κοιλοπονέσαμε,
αλλά γεννήσαμε αέρα·
στη χώρα δεν μπορέσαμε να φέρουμε τη σωτηρία,
ούτε καινούριους κατοίκους για τη γη.
19 Μα οι νεκροί σου Κύριε, θα ξαναζήσουν,
τα νεκρά σώματα του λαού μου θ’ αναστηθούν.
Ξυπνήστε, εσείς που κείτεστε μέσα στο χώμα
και ψάλτε από χαρά!
Ζωής ακτίνα εσύ είσαι, Κύριε,
γι’ αυτό και η γη θα δώσει πίσω στο φως
αυτούς που δεν είναι παρά σκιά.
Τιμωρία στην ξηρά και στη θάλασσα
20 Εμπρός λαέ μου, πήγαινε στα δώματά σου, κλείσε τις πόρτες πίσω σου· κρύψου για λίγο ως να περάσει η οργή. 21 Γιατί ο Κύριος θα βγει απ’ την ουράνια κατοικία του, τις ανομίες να τιμωρήσει αυτών που κατοικούν στη γη. Η γη θα ξεσκεπάσει το αίμα που χύθηκε σ’ αυτήν και πια δε θα σκεπάζει τους σκοτωμένους της.