1 Wer kommt dort von Edom her, mit geröteten Kleidern von Bozra? Prächtig sieht er aus in seinem Gewand, stolz tritt er auf in der Fülle seiner Kraft! Ich bin es, der ich von Gerechtigkeit rede und mächtig bin zum Retten! 2 Warum ist denn dein Gewand so rot und sehen deine Kleider aus wie die eines Keltertreters? 3 Ich habe die Kelter allein getreten, und von den Völkern stand mir niemand bei; und so habe ich sie in meinem Zorn getreten und in meinem Grimm zerstampft, daß ihr Saft an meine Kleider spritzte und ich alle meine Gewänder besudelte. 4 Denn ich hatte mir einen Tag der Rache vorgenommen, das Jahr meiner Erlösten war gekommen. 5 Und ich sah mich um, aber da war kein Helfer; ich ward stutzig, aber niemand unterstützte mich; da half mir mein eigener Arm, und mein Grimm, der unterstützte mich! 6 Also habe ich die Völker in meinem Zorn zertreten und sie trunken gemacht mit meinem Grimm und ihren Saft auf die Erde geschüttet! 7 Ich will der Gnadenerweisungen des HERRN gedenken und dem HERRN Loblieder singen für alles, was der HERR an uns getan, und für das viele Gute, das er nach seiner Barmherzigkeit und großen Güte dem Hause Israel erwiesen hat, 8 da er sprach: Sie sind ja mein Volk, Kinder, die nicht untreu sein werden! 9 Und so ward er ihr Retter. Bei aller ihrer Angst war ihm auch angst, und der Engel seines Angesichts rettete sie; aus Liebe und Mitleid hat er sie erlöst, er nahm sie auf und trug sie alle Tage der Vorzeit. 10 Sie aber widerstrebten und betrübten seinen heiligen Geist; da ward er ihnen feind und stritt selbst wider sie. 11 Da gedachte sein Volk an die alte Zeit, an Mose: Wo ist der, welcher sie aus dem Meere führte mit dem Hirten seiner Herde? Wo ist er, der seinen heiligen Geist in sein Herz gab, 12 der seinen majestätischen Arm zur Rechten Moses einherziehen ließ, der vor ihnen das Wasser zerteilte, um sich einen ewigen Namen zu machen, 13 der sie durch die Fluten führte wie ein Roß auf der Ebene, ohne daß sie strauchelten? 14 Wie das Vieh, das ins Tal hinabsteigt, so brachte der Geist des HERRN sie zur Ruhe; so hast du dein Volk geführt, um dir einen ruhmvollen Namen zu machen! 15 Blicke vom Himmel hernieder und siehe herab von dem Ort, da deine Heiligkeit und Ehre wohnt! Wo ist nun dein Eifer und deine Macht? Das Wallen deiner Liebe und deiner Barmherzigkeit hält sich gegen mich zurück! 16 Und doch bist du unser Vater; denn Abraham weiß nichts von uns, und Israel würde uns nicht wiedererkennen; du aber, o HERR, bist unser Vater und heißest «unser Erlöser von Ewigkeit her!» 17 Warum willst du uns, HERR, abirren lassen von deinen Wegen und unser Herz verstocken, daß wir dich nicht fürchten? Kehre wieder, um deiner Knechte willen, wegen der Stämme deines Erbteils! 18 Nur kurze Zeit hat dein heiliges Volk es besessen, unsere Feinde haben dein Heiligtum zertreten; 19 wir sind geworden wie die, über welche du längst nicht geherrscht hast, über die dein heiliger Name nicht angerufen worden ist.
Η ημέρα της εκδίκησης του Κυρίου
1 Ποιος είν’ εκείνος που ’ρχεται από την Εδώμ, με ρούχα κόκκινα απ’ τη Βοσρά; Αυτός με τη λαμπρή στολή που περπατάει με δύναμη μεγάλη; «Εγώ, ο Κύριος, είμαι! Εκείνος που αποδίδω δικαιοσύνη και που να σώζω έχω τη δύναμη». 2 Γιατί είναι κόκκινη η στολή σου και σαν εκείνου που πατάει στο πατητήρι είναι τα ρούχα σου;
3 «Πάτησα μοναχός μου στο πατητήρι. Κανένας δε με βόηθησε απ’ τους λαούς. Απάνω στο θυμό μου τους ποδοπάτησα και τους σύντριψα πάνω στην οργή μου. Έτσι το αίμα τους πιτσίλισε τα ρούχα μου και λέρωσα όλη τη στολή μου. 4 Γιατί στο νου μου είχα να εκδικηθώ μια μέρα τους εχθρούς μου κι ήρθε η χρονιά για να λυτρώσω το λαό μου. 5 Κοίταξα γύρω μου, βοήθεια δεν υπήρχε! Κι έμεινα έκπληκτος που δεν ήταν ούτ’ ένας να μου παρασταθεί· έτσι το ίδιο μου το χέρι με βοήθησε και η οργή μου έγινε το στήριγμά μου. 6 Έτσι μες στο θυμό μου ποδοπάτησα τους λαούς και πάνω στην οργή μου τους κομμάτιασα κι έχυσα το αίμα τους στη γη».
Η καλοσύνη του Κυρίου προς τον Ισραήλ
7 Θα θυμηθώ, Κύριε, τις καλοσύνες σου,
εκείνες που μας κάνουν να σε υμνούμε·
όλα όσα έπραξες για μας,
την πλούσια αγαθότητα που έδειξες στον Ισραήλ
χάρη στο έλεός σου,
που ευεργεσίες σκορπίζει.
8 Είπες: «Αλήθεια είναι λαός μου αυτοί,
είναι παιδιά μου
που δε θ’ απιστήσουν».
Κι έτσι έγινες σωτήρας μας.
9 Μ’ όλες τις θλίψεις μας εσύ θλιβόσουν,
κι ο άγγελος της παρουσίας σου μας έσωσε·
με την αγάπη σου και με την ευσπλαχνία σου
πάντα εσύ μας λύτρωνες· μας σήκωσες,
μας κράτησες στην αγκαλιά σου
όλα τα χρόνια που περάσανε.
10 Εμείς όμως εξεγερθήκαμε
και καταθλίψαμε το άγιο σου το Πνεύμα·
έτσι κι εσύ μας έγινες εχθρός
κι ο ίδιος μάς πολέμησες.
11 Και τότε θυμηθήκαμε τις μέρες τις παλιές
του Μωυσή του δούλουδούλου, σύμφωνα με ορισμένα χειρ. και την αρχαία συριακή μετάφραση. Το εβραϊκό έχει: «λαού». σου.
Κι είπαμε:
«Πού είν’ αυτός που απ’ το νερό έβγαλε το Μωυσή,
ποιμέναποιμένα, σύμφωνα με ένα εβρ. χειρ. και διάφορες αρχαίες μετ. Το εβρ. έχει: «ποιμένες». του ποιμνίου του,
κι έβαλε μέσα του το άγιο του το Πνεύμα;
12 Πού είν’ αυτός που τους οδήγησε,
στέκοντας στα δεξιά του Μωυσή,
με το ένδοξό του χέρι,
αυτός που έσκισε μπροστά τους τα νερά,
κι απόκτησε έτσι δόξα αιώνια;
13 Αυτός μέσ’ από της θάλασσας τα βάθη τους οδήγησε,
χωρίς καθόλου να σκοντάψουν,
όπως βαδίζει το άλογο στην έρημο.
14 Σαν το κοπάδι που κατηφορίζει
να βρει ασφάλεια στη ρεματιά,
το Πνεύμα του Κυρίου τους οδηγούσε
να βρουν ανάπαυση.
Έτσι εσύ οδηγούσες το λαό σου, Κύριε,
για να δοξάζεσαι αιώνια».
15 Ρίξε ένα βλέμμα, Κύριε, από τον ουρανό,
από την άγια, την ένδοξή σου κατοικία, και δες!
Πού είν’ η φλογερή αγάπη σου κι η δύναμή σου,
η ευσπλαχνία σου και η στοργή σου;
Τίποτ’ απ’ όλα αυτά δεν αισθανόμαστε.
16 Εσύ είσαι ο Πατέρας μας.
Αλήθεια, ο Αβραάμ δεν μας γνωρίζει,
κι ο Ιακώβ δεν μας αναγνωρίζει.
Εσύ, είσαι, Κύριε, ο Πατέρας μας!
Απ’ τους αιώνες τ’ όνομά σου, είναι «ο Λυτρωτής μας».
17 Γιατί, Κύριε, μας αφήνεις να πλανιόμαστε
από το δρόμο σου μακριά,
και την καρδιά μας τη σκληραίνεις,
έτσι που να μη σ’ υπακούμε πια;
Γύρνα πίσω σ’ εμάς, για χάρη των δούλων σου,
για χάρη των φυλών που σου ανήκουν.
18 Μόνο για λίγο, εμείς, ο άγιος λαός σου,
τη γη μας την κρατήσαμε.
Τώρα οι εχθροί μας μόλυναν το αγιαστήριό σου.
19 Έχουμε γίνει σαν ποτέ να μη μας εξουσίαζες,
σαν να μην ήμασταν ποτέ δικοί σου.
Μακάρι ν’ άνοιγες τους ουρανούς και να κατέβαινες,
να τρέμαν’ τα βουνά στην παρουσία σου!