1 Ich wäre zu erfragen gewesen für die, so nicht nach mir fragten; ich wäre zu finden gewesen für die, so mich nicht suchten; ich habe gesagt: «Siehe, hier bin ich, siehe, hier bin ich!» zu einem Volk, das meinen Namen nicht anrief. 2 Ich habe meine Hände den ganzen Tag ausgestreckt nach einem widerspenstigen Volk, das seinen eigenen Gedanken nachgeht auf einem Wege, der nicht gut ist! 3 Es ist ein Volk, das mich beständig ins Angesicht beleidigt, indem es in den Gärten opfert und auf Ziegelsteinen räuchert, 4 in Gräbern wohnt und in Höhlen übernachtet, Schweinefleisch ißt und unreine Bissen in seinen Schüsseln hat. 5 Dabei können sie noch sagen: «Bleibe für dich, rühre mich nicht an; denn ich bin heiliger als du!» Solche sind ein Rauch in meiner Nase, ein Feuer, das den ganzen Tag brennt! 6 Siehe, vor mir steht geschrieben: Ich will nicht schweigen, sondern vergelten! 7 Und ich werde in ihren Busen vergelten eure Schulden und die Schulden eurer Väter zugleich, spricht der HERR, weil sie auf den Bergen geräuchert und auf den Höhen mich gelästert haben; darum will ich ihnen zuerst ihren verdienten Lohn zumessen in ihren Busen. 8 So spricht der HERR: Wie wenn sich noch Saft in einer Traube findet, und man dann sagt: «Verdirb es nicht; es ist ein Segen drin!» so will auch ich tun um meiner Knechte willen, daß ich nicht das Ganze verderbe. 9 Ich will aus Jakob einen Samen hervorgehen lassen und aus Juda einen Erben meiner Berge; meine Auserwählten sollen es [das Land] besitzen, und meine Knechte werden daselbst wohnen. 10 Saron soll zu einer Schafhürde und das Tal Achor zu einer Lagerstätte für das Vieh werden, für mein Volk, das mich gesucht hat. 11 Ihr aber, die ihr den HERRN verlasset, die ihr meines heiligen Berges vergesset, die ihr dem «Glück» einen Tisch zurüstet und dem «Verhängnis» zu Ehren einen Trank einschenket; 12 über euch will ich das Schwert verhängen, daß ihr alle zur Schlachtung hinknien müßt! Denn als ich rief, antwortetet ihr nicht; als ich redete, wolltet ihr nicht hören; sondern ihr tatet, was in meinen Augen böse ist, und erwähltet, was mir nicht gefiel. 13 Darum spricht Gott, der HERR, also: Siehe, meine Knechte sollen essen, ihr aber sollt hungern; siehe, meine Knechte sollen trinken, ihr aber sollt dürsten; siehe, meine Knechte sollen vor gutem Mut jauchzen, ihr aber sollt euch schämen; 14 siehe, meine Knechte sollen vor Freude des Herzens frohlocken, ihr aber sollt vor Herzeleid schreien und vor gebrochenem Mut heulen; 15 und ihr müßt euren Namen meinen Auserwählten zum Fluchwort hinterlassen; denn Gott, der HERR, wird dich töten; seine Knechte aber wird er mit einem andern Namen benennen, 16 so daß, wer sich im Lande segnen will, sich bei dem wahrhaftigen Gott segnen, und wer im Lande schwören will, bei dem wahrhaftigen Gott schwören wird; denn man wird der früheren Nöte vergessen, und sie werden vor meinen Augen verborgen sein. 17 Denn siehe, ich schaffe einen neuen Himmel und eine neue Erde, also daß man der frühern nicht mehr gedenkt und sie niemand mehr in den Sinn kommen werden; 18 sondern ihr sollt euch freuen und frohlocken bis in Ewigkeit über dem, was ich erschaffe; denn siehe, ich verwandle Jerusalem in lauter Jubel und ihr Volk in Freude. 19 Und ich selbst werde über Jerusalem frohlocken und mich über mein Volk freuen, und es soll fortan kein Klagelaut und kein Wehgeschrei mehr darin vernommen werden. 20 Es soll dann nicht mehr Kinder geben, die nur ein paar Tage leben, noch Alte, die ihre Jahre nicht erfüllen; sondern wer hundertjährig stirbt, wird noch als Jüngling gelten, und der Sünder wird als Hundertjähriger verflucht werden. 21 Sie werden Häuser bauen und dieselben bewohnen, Weinberge pflanzen und deren Früchte genießen. 22 Sie werden nicht bauen, daß es ein anderer bewohne, und nicht pflanzen, daß es ein anderer esse; denn gleich dem Alter der Bäume wird das Alter meines Volkes sein, und was ihre Hände erarbeitet haben, werden meine Auserwählten auch verbrauchen. 23 Sie werden nicht umsonst arbeiten, noch ihre Kinder durch ein Unglück verlieren; denn sie sind ein gesegneter Same des HERRN und ihre Sprößlinge mit ihnen. 24 Und es soll geschehen, ehe sie rufen, will ich antworten, wenn sie noch reden, will ich sie erhören! 25 Wolf und Lamm werden einträchtig weiden, der Löwe wird Stroh fressen wie das Rind, und die Schlange wird sich mit Staub begnügen. Sie werden nicht schaden noch verderben auf meinem ganzen heiligen Berge, spricht der HERR.
Ανταμοιβή των πιστών
1 Ο Κύριος λέει: «Έτοιμος ήμουν ν’ απαντήσω, αλλά κανείς δε με ρωτούσε· πάντα μπορούσαν να με βρουν, αλλά κανείς δεν έψαχνε για μένα. Έλεγα, "εδώ είμαι, σας ακούω!" Μα σ’ ένα έθνος το ’λεγα που δε μ’ επικαλέστηκε ποτέ του.σ’ ένα έθνος το ’λεγα που δε μ’ επικαλέστηκε ποτέ του, σύμφωνα με αρχαίες μεταφράσεις. Το εβρ. έχει «σε ένα έθνος που δεν ονομαζόταν με το όνομά μου».2 Τα χέρια μου όλη τη μέρα άπλωνα σ’ ένα λαό αποστάτη, που κακό δρόμο ακολουθεί και που τον σέρνουν οι επιθυμίες του· 3 σ’ ένα λαό που συνεχώς αδιάντροπα με προκαλεί, στους κήπους μέσα τις θυσίες του προσφέρει, σε κεραμίδια πάνω καίει το θυμίαμα· 4 σε ανθρώπους που στα μνήματα περνούν τη μέρα τους και διανυκτερεύουν στις σπηλιές, τρώνε το κρέας το χοιρινό και είναι μολυσμένα από τα φαγητά των θυσιών τα σκεύη τους· 5 σ’ αυτούς που λένε, "φύγε από κοντά μου, μη μ’ αγγίζεις, γιατί είμαι άγιος!"Οι στ. 3-5 αναφέρονται στην ειδωλολατρία, στις νεκρομαντείες και στην επίκληση των πνευμάτων.
»Αυτοί μου ανάβουν το θυμό και καίει όλη τη μέρα σαν φωτιά. 6 Νάτο, το ’χω γραμμένο εδώ μπροστά μου: "δε θα σωπάσω πριν να τιμωρήσω 7 τις ανομίες τις δικές τους και των πατέρων τους μαζί. Αυτούς που πάνω στα βουνά τα είδωλα θυμιάτιζαν και στις κορυφές των λόφων με βλαστημούσαν, όπως το αξίζουν θα τους τιμωρήσω, σύμφωνα με τα έργα τους". Εγώ, ο Κύριος, το λέω».
8 Και συνεχίζει ο Κύριος: «Όταν ένα σταφύλι έχει χυμό, λένε "μην το καταστρέφεις, γιατί έχει μέσα του ευλογία". Αυτό κι εγώ θα κάνω για χάρη των δούλων μου: δε θα καταστρέψω το λαό στο σύνολό του. 9 Θα κάνω να βγουν τέκνα από τον Ιακώβ, κι απ’ τον Ιούδα απόγονοι. Θα γίνουν τα βουνά μου κτήμα των εκλεκτών μου, των δούλων μου, κι εκεί θα κατοικήσουν. 10 Τότε η Σαρών θα γίνει η μάντρα των προβάτων τους, και η κοιλάδα Αχώρ,κοιλάδα Αχώρ. Βλ. Ιησ 7:24-26· 15:7· Ωσ 2:17. των γελαδιών βοσκή, για χάρη του λαού μου, που με ζήτησε.
11 »Εσάς όμως που με εγκαταλείψατε, που λησμονήσατε το άγιο μου βουνό, που για τον Γαδ προετοιμάζετε τραπέζι, και για να προσφέρετε σπονδές στον Μενί γεμίζετε τα κύπελα,Γαδ...Μενί. Ειδωλολατρικές θεότητες.12 εσάς θα σας παραδώσω στη σφαγή. Όλοι σας θα εξολοθρευθείτε, γιατί σας κάλεσα και δεν αποκριθήκατε. Μιλούσα, μα εσείς δεν ακούγατε. Κάνατε ό,τι θεωρώ εγώ κακό, και προτιμούσατε αυτό που με δυσαρεστεί.
13 »Γι’ αυτό, ακούστε τι λέω εγώ ο Κύριος, ο Θεός: Οι δούλοι μου θα ’χουν να φάνε, μα εσείς θα πεινάσετε· αυτοί θα ’χουν να πιουν, μα εσείς θα υποφέρετε απ’ τη δίψα. Αυτοί θα χαίρονται, μα εσείς θα ζείτε ντροπιασμένοι. 14 Οι δούλοι μου θα ψάλλουν απ’ τη μεγάλη τους χαρά, μα εσείς απ’ τη βαθιά σας θλίψη θα φωνάζετε, και θα ουρλιάζετε απ’ την απελπισία. 15 Θα αφήσετε στους εκλεκτούς μου το όνομά σας να το ’χουνε για τις κατάρες τους: "έτσι κι εσένα να σε θανατώσει ο Κύριος ο Θεός!" Αλλά στους δούλους μου εγώ θα δώσω ένα καινούριο όνομα. 16 Κι όποιος ποθεί ευλογημένος να ’ναι σ’ αυτή τη χώρα, θα ζητά να τον ευλογήσει ο αληθινός Θεός· κι όποιος σ’ αυτή τη χώρα ορκίζεται, όρκο θα παίρνει στον αληθινό Θεό».
Καινούριος ουρανός και καινούρια γη
Λέει ο Κύριος:
«Όλες οι θλίψεις οι αλλοτινές θα ξεχαστούν
και θα εξαφανιστούνε.
17 Καινούριο θα δημιουργήσω ουρανό, καινούρια γη·
τα περασμένα, τα παλιά, θα ξεχαστούνε,
και πια κανείς δε θα τα σκέφτεται.
18 »Αλλά θα ευχαριστιούνται όλοι και θα χαίρονται
για πάντα με τα όσα δημιουργώ,
γιατί θα κάνω την Ιερουσαλήμ πόλη χαράς
κι ευτυχισμένο το λαό της.
19 Κι εγώ θα χαίρομαι για την Ιερουσαλήμ,
θ’ αγάλλομαι για το λαό μου.
»Κλάματα δεν θ’ ακούγονται πια εκεί
ούτε και θρήνοι.
20 Βρέφος δεν θα υπάρχει εκεί που να ’χει λίγο μόνο ζήσει
ούτε και γέρος που να μη συμπληρώσει μακρόχρονη ζωή.
Γιατί αυτός που θα πεθαίνει στα εκατό θα θεωρείται νέος·
και όποιος δεν θα φτάνει στα εκατό
καταραμένος θα λογαριάζεται.
21,22 »Θα οικοδομούνε σπίτια ο λαός μου
κι οι ίδιοι θα τα κατοικούν·
αυτοί, κανένας άλλος.
Αμπέλια θα φυτεύουνε
κι οι ίδιοι θα τρώνε τον καρπό·
αυτοί, κανένας άλλος.
Μες στο λαό μου η ζωή θα διαρκεί σαν αιωνόβιο δέντρο·
θ’ απολαμβάνουν οι εκλεκτοί μου
τους καρπούς των κόπων τους.
23 Δε θα κοπιάζουν μάταια πια
ούτε και θα γεννούν παιδιά,
νεκρά για να τα δούνε,
γιατί εγώ ο Κύριος θα τους ευλογήσω,
εκείνους και τους απογόνους τους.
24 Ακόμα πριν προλάβουν να μου φωνάξουν,
εγώ θα τους έχω αποκριθεί·
ακόμα πριν τελειώσουν την προσευχή τους
εγώ θα κάνω να εκπληρώνεται.
25 Ο λύκος και το αρνί μαζί θα βόσκουνε
και το λιοντάρι άχυρο θα τρώει καθώς το βόδι·
το χώμα θα ’ναι του φιδιού η τροφή.
Κανένας δεν θα προξενεί ζημιά ούτε κακό
σ’ όλο μου το βουνό το άγιο.
Εγώ, ο Κύριος, το λέω».