1 Dem Vorsänger. Mit Saitenspiel; auf der achtsaitigen Harfe. Ein Psalm Davids. (06-2) HERR, strafe mich nicht in deinem Zorn, züchtige mich nicht in deinem Grimm! 2 (06-3) Sei mir gnädig, o HERR, denn ich verschmachte; heile mich, o HERR, denn meine Gebeine sind erschrocken, 3 (06-4) und meine Seele ist sehr erschrocken; und du, HERR, wie lange? 4 (06-5) Kehre wieder, HERR, rette meine Seele; hilf mir um deiner Gnade willen! 5 (06-6) Denn im Tode gedenkt man deiner nicht; wer wird dir im Totenreiche lobsingen? 6 (06-7) Ich bin müde vom Seufzen; ich schwemme mein Bett die ganze Nacht, benetze mein Lager mit meinen Tränen. 7 (06-8) Mein Auge ist vertrocknet vor Kummer, gealtert ob all meinen Feinden. 8 (06-9) Weichet von mir, ihr Übeltäter alle; denn der HERR hat die Stimme meines Weinens gehört! 9 (06-10) Der HERR hat mein Flehen gehört, der HERR nimmt mein Gebet an! 10 (06-11) Alle meine Feinde müssen zuschanden werden und sehr erschrecken; sie sollen plötzlich mit Schanden umkehren.
Κύριε, μη με καταδικάσεις
1 Στον πρωτοψάλτη, με οκτάχορδο λαούτο. Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Κύριε,
μη με δικάσεις πάνω στο θυμό σου·
μες στην οργή σου μη με τιμωρήσεις.
3 Ελέησέ με, Κύριε,
γιατί είμ’ αδύναμος·
θεράπευσέ με, Κύριε,
γιατί τα κόκαλά μου τρέμουν
4 και πολύ συνταράζεται η ψυχή μου.
Αλλά ως πότε, Κύριε,
εσύ θα μένεις απαθής;
5 Έλα, Κύριε,
λύτρωσε τη ζωή μου·
σώσε με,
χάρη στην ευσπλαχνία σου.
6 Γιατί νεκρός κανείς δε σε θυμάται!
Ποιος μες στον άδη σε δοξολογεί;
7 Από τους στεναγμούς μου απόκαμα·
στην κλίνη μου όλη τη νύχτα κλαίω,
με δάκρυα πλημμυρώ το στρώμα μου.
8 Το φως μου
απ’ την εξάντληση αδυνάτισε·
καταρρακώθηκα απ’ όλη αυτή τη θλίψη.
9 Μακριά από μένα φύγετε
της ανομίας οι εργάτες όλοι·
γιατί ο Κύριος άκουσε
του θρήνου μου τον ήχο.
10 Άκουσε ο Κύριος τη δέησή μου,
δέχτηκε ο Κύριος το αίτημά μου.
11 Θα ντροπιαστούν, θα ταραχτούν πολύ
οι εχθροί μου όλοι·
θα τραβηχτούνε πίσω,
θα καταντροπιαστούνε ξαφνικά.