1 Όταν καθίσεις στο τραπέζι μ’ έναν άρχοντα, πρόσεξε ποιος είναι μπροστά σου. 2 Συγκρατήσου αν είσαι λαίμαργος. 3 Μη λαχταράς τις λιχουδιές του, είναι τροφή απατηλή.
4 Μην αγωνίζεσαι να γίνεις πλούσιος· μ’ αυτό ας μην απασχολείται ο νους σου. 5 Μόλις στρέψεις τα μάτια σου στον πλούτο, χάνεται· κάνει φτερά και σαν αετός στον ουρανό πετάει.
6 Μην τρως αντάμα με τον φθονερό και μην τα λαχταράς τα φαγητά του. 7 Αυτός όλα τα υπολογίζει. Σου λέει «φάε και πιες», ενώ μέσα του άλλα σκέφτεται. 8 Θα κάνεις εμετό την μπουκιά που ’φαγες και οι φιλοφρονήσεις σου θα παν’ χαμένες.
9 Μη χάνεις τα λόγια σου με τον ανόητο, γιατί θα καταφρονήσει τις σοφές σου συμβουλές.
10 Μη μετατοπίζεις τα παλιά όρια ιδιοκτησίας και μην καταπατάς τα χωράφια των ορφανών, 11 γιατί ο υπερασπιστής τους είναι ισχυρός· αυτός το μέρος τους ενάντια σου θα πάρει. Μη...προσοχή.Ο νόμος απαγόρευε τη μετακίνηση των ορίων (Δτ 19:14). Ο Θεός απαιτούσε ιδιαίτερο σεβασμό σ’ αυτή τη διάταξη, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για ανυπεράσπιστους ανθρώπους, όπως ήταν οι ξένοι, οι χήρες και τα ορφανά.
12 Στη διδαχή άνοιξε την καρδιά σου και τα λόγια της γνώσης άκου τα με προσοχή.
13 Μην είσαι φειδωλός στου παιδιού το σωφρονισμό· μ’ ένα γερό ξυλοδαρμό δεν θα πεθάνει. 14 Αντίθετα, χτυπώντας το, το προστατεύεις από λάθη θανάσιμα.
15 Γιε μου, αν γίνει η καρδιά σου σοφή, θα χαίρεται η καρδιά η δική μου. 16 Τα σπλάχνα μου θα ευφραίνονται όταν τα χείλη σου μιλούν σωστά.
17 Να φθονεί η καρδιά σου τους αμαρτωλούς, αλλά το φόβο ας έχει πάντα του Κυρίου· 18 τότε θα μπορείς να ατενίζεις με αισιοδοξία το μέλλον και η ελπίδα σου δε θα χαθεί.
19 Άκουσε γιε μου και γίνε σοφός και την καρδιά σου οδήγησ’ την στον ίσιο δρόμο. 20 Μην είσαι στην παρέα των μέθυσων, κι εκείνων που με κρέατα παραχορταίνουν· 21 γιατί ο μέθυσος κι ο λαίμαργος φτωχαίνουν, και ντύνει με κουρέλια τον υπναρά η νωθρότητα.
22 Άκουγε τον πατέρα σου, εκείνον που σε γέννησε· και τη μητέρα σου στα γηρατειά της μην την καταφρονέσεις.
23 Την αλήθεια αγόραζέ την και μην την πουλάς· το ίδιο και τη σοφία, τη διδαχή, τη φρόνηση.
24 Του δίκαιου ανθρώπου θ’ αγάλλεται ο πατέρας· κι εκείνος που σοφό γέννησε γιο θα χαίρεται γι’ αυτόν.
25 Ας χαίρονται ο πατέρας κι η μητέρα σου, εκείνη που σε γέννησε από χαρά ας σκιρτάει!
26 Δώσ’ μου, γιε μου, την καρδιά σου και πάρε τη ζωή μου για παράδειγμα. 27 Γιατί η πόρνη λάκκος είναι βαθύς, στενό πηγάδι η γυναίκα του άλλου. 28 Παραμονεύει σαν ληστής και παρασύρει κι άλλους στην παρανομία.
29 Ποιοι είν’ αξιολύπητοι; ποιοι υποφέρουν; σε ποιους είν’ οι διχόνοιες; σε ποιους η απόγνωση; ποιοι αναίτια χτυπιούνται; ποιανών τα μάτια κοκκινίζουν; 30 Αυτά όλα συμβαίνουν σ’ εκείνους που ξοδεύουν πολύ χρόνο στην οινοποσία, σ’ εκείνους που τρέχουν ν’ απολαύσουν το κρασί. 31 Μη βλέπεις το κρασί που κοκκινίζει, που στο ποτήρι δίνει χρώμα και πίνετ’ εύκολα. 32 Φτάνει στο τέλος σαν το φίδι να δαγκώνει, και να κεντρίζει σαν οχιά. 33 Τα μάτια σου θα βλέπουν φαντασίες, και λόγια ασυνάρτητα θα λες. 34 Θα ’σαι σαν να κοιμάσαι στης θάλασσας τη μέση, σαν κάποιος ξαπλωμένος στην κορφή του καταρτιού. 35 «Με χτύπησαν», θα λες, «και καθόλου δεν πόνεσα. Μ’ έδειραν, μα δεν το ’νιωσα. Πότε θα σηκωθώ να πάω να ξαναπιώ;»
1 Quando ti siedi a mensa con un principe, rifletti bene su chi ti sta davanti; 2 mettiti un coltello alla gola, se tu sei ingordo. 3 Non desiderare i suoi bocconi delicati, sono un cibo ingannatore.
4 Non ti affannare per diventare ricco, smetti di applicarvi la tua intelligenza. 5 Vuoi fissare lo sguardo su ciò che scompare? Poiché la ricchezza si fa delle ali, come l’aquila che vola verso il cielo.
6 Non mangiare il pane di chi ha l’occhio maligno e non desiderare i suoi cibi delicati; 7 poiché, nel suo intimo, egli è calcolatore. "Mangia e bevi!", ti dirà, ma il suo cuore non è con te. 8 Vomiterai il boccone che avrai mangiato e avrai perso le tue belle parole.
9 Non rivolgere la parola allo stolto, perché disprezzerà il senno dei tuoi discorsi.
10 Non spostare il confine antico e non entrare nei campi degli orfani, 11 perché il loro vendicatore è potente; egli difenderà la loro causa contro di te.
12 Applica il tuo cuore all’istruzione e gli orecchi alle parole della scienza.
13 Non risparmiare la correzione al bambino; se lo batti con la verga, non morirà; 14 lo batterai con la verga, ma salverai l’anima sua dal soggiorno dei morti.
15 Figlio mio, se il tuo cuore è saggio, anche il mio cuore si rallegrerà; 16 il mio cuore esulterà quando le tue labbra diranno cose rette.
17 Il tuo cuore non porti invidia ai peccatori, ma perseveri sempre nel timore dell’Eterno; 18 poiché c’è un avvenire, e la tua speranza non sarà delusa.
19 Ascolta, figlio mio, sii saggio e dirigi il cuore per la retta via. 20 Non essere di quelli che sono bevitori di vino, che sono ghiotti mangiatori di carne; 21 perché l’ubriacone e il ghiottone impoveriranno e i dormiglioni se ne andranno vestiti di stracci.
22 Da’ retta a tuo padre che ti ha generato, e non disprezzare tua madre quando sarà vecchia. 23 Acquista verità e non la vendere, acquista sapienza, istruzione e intelligenza.
24 Il padre del giusto esulta grandemente; chi ha generato un saggio, ne avrà gioia. 25 Possano tuo padre e tua madre rallegrarsi, e possa gioire colei che ti ha partorito!
26 Figlio mio, dammi il tuo cuore, e gli occhi tuoi prendano piacere nelle mie vie; 27 perché la prostituta è una fossa profonda, e la straniera, un pozzo stretto. 28 Anche lei sta in agguato come un ladro, e accresce fra gli uomini il numero dei traditori.
29 Per chi sono gli "ahi"? per chi gli "ahimè"? per chi le liti? per chi i lamenti? per chi le ferite senza ragione? per chi gli occhi rossi? 30 Per chi indugia a lungo presso il vino, per quelli che vanno a gustare il vino tagliato. 31 Non guardare il vino quando rosseggia, quando scintilla nel calice e va giù così facilmente! 32 Alla fine, esso morde come un serpente e punge come una vipera. 33 I tuoi occhi vedranno cose strane, e il tuo cuore farà dei discorsi pazzi. 34 Sarai come chi giace in mezzo al mare, come chi giace in cima all’albero della nave. 35 Dirai: "Mi hanno picchiato e non mi hanno fatto male; mi hanno percosso e non me ne sono accorto; quando mi sveglierò? tornerò a cercarne ancora!".