Publicidade

Provérbios 25

IRB20
Παραλληλισμοί και ηθικά διδάγματα

1 Εδώ είναι επίσης οι παροιμίες του Σολομώντα, συγκεντρωμένες απτους ανθρώπους του Εζεκία, βασιλιά του Ιούδα.

2 Δοξάζουμε τον Κύριο για όσα αποκρύπτει και τους βασιλιάδες για όσα αποκαλύπτουν.

3 Το ύψος τουρανού, της γης το βάθος και η καρδιά των βασιλιάδων είνανεξερεύνητα.

4 Βγάλε απτασήμι τη σκουριά και το σκεύος θα ναι έτοιμο για τον αργυροχόο· 5 βγάλε τον ασεβή μπροστά απτο βασιλιά κι ο θρόνος του θα στεριωθεί με τη δικαιοσύνη.

6 Μη φέρνεσαι αλαζονικά μπροστά στο βασιλιά και μη στέκεις στη θέση των μεγάλων. 7 Γιατί καλύτερα είναι να σου πουν «ανέβα εδώ», παρά μπροστά στον άρχοντα να σε υποβιβάσουν.

8 Μη βιάζεσαι να πας να καταθέσεις για κάτι που έχεις δει, μήπως στο τέλος δεν θα ξέρεις τι να πεις, αν κάποιος αποδείξει ότι έχεις λάθος.

9 Λύσε τη διαφορά σου με το διπλανό σου, αλλά μη φανερώσεις ξένο μυστικό· 10 μήπως εκείνος σε ντροπιάσει όταν το μάθει, κι η υπόληψή σου ανεπανόρθωτα χαθεί.

11 Μήλα χρυσά πάνω σε σκάλισμα ασημένιο, τέτοιος είναι ο λόγος που προφέρεται στην ώρα του.

12 Κρίκος χρυσός, γιορντάνι από χρυσάφι καθαρό, τέτοια είναι του σοφού η επίπληξη για κείνον που ναι πρόθυμος νακούσει.

13 Καθώς χιονιού δροσιά στου θερισμού την ώρα, μαντατοφόρος έμπιστος για κείνον που τον στέλνει· ανακουφίζει του κυρίου του την ψυχή.

14 Σύννεφα κι άνεμος που δε φέρνουν βροχή, τέτοιος όποιος υπόσχεται δώρα και δεν τα δίνει.

15 Με υπομονή πείθεται ο άρχοντας, κι η γλώσσα η γλυκιά κόκαλα σπάζει.

16 Μέλι αν βρεις, φάε όσο θέλεις, αλλά μην παραφάς και το ξεράσεις. 17 Μην επισκέπτεσαι συχνά την κατοικία του φίλου σου, μήπως σε βαρεθεί και σαηδιάσει.

18 Σαν ρόπαλο, μαχαίρι και βέλος μυτερό ο άνθρωπος που στον διπλανό του ενάντια ψεύτικη μαρτυρία δίνει.

19 Δόντι σπασμένο, πόδι ανάπηρο, τέτοιος ο άπιστος που τον εμπιστεύεσαι στης δυστυχίας τη μέρα.

20 Να βγάζεις ρούχα όταν κάνει κρύο, να χύνεις ξύδιξύδι, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «σόδα». πάνω σε πληγή, έτσι είναι όταν τραγουδάς σε μια καρδιά θλιμμένη.

21 Όταν πεινάει ο εχθρός σου, δώστου να φάει ψωμί· και πάλι όταν διψάει δώστου νερό να πιει· 22 γιατί έτσι πάνω στο κεφάλι του κάρβουνα του σωρεύεις αναμμένα, και θα σε ανταμείψει ο Κύριος.

23 Όπως ο βόρειος άνεμος φέρνει βροχή, το ίδιο κι η συκοφαντία φέρνει την αγανάχτηση.

24 Καλύτερα να ζει κανείς στην κόχη μιας σοφίτας, παρά σε σπίτι ευρύχωρο με δύστροπη γυναίκα.

25 Καθώς το δροσερό νερό σάνθρωπο διψασμένο, έτσι κι η είδηση η καλή από μακρινή χώρα.

26 Σαν τη θολή πηγή, τη μολυσμένη βρύση, ο δίκαιος που ενδίδει μπροστά στον ασεβή.

27 Μέλι πολύ να τρως, καλό δεν είναι· ούτε τιμητικό δόξες πολλές ναποζητάς.

28 Σαν πόλη ανοχύρωτη κι ατείχιστη, ο άνθρωπος που κύριος δεν είναι του εαυτού του.

(capitoli 2529)

1 Ecco altri proverbi di Salomone, raccolti dalla gente di Ezechia, re di Giuda.

2 È gloria di Dio nascondere le cose, ma la gloria dei re sta nell’investigarle.

3 L’altezza del cielo, la profondità della terra e il cuore dei re non si possono investigare.

4 Togli le scorie dall’argento e ne uscirà un vaso per l’artefice, 5 togli l’empio dalla presenza del re e il suo trono sarà reso stabile dalla giustizia.

6 Non fare il presuntuoso alla presenza del re e non ti mettere nel luogo dei grandi, 7 poiché è meglio che ti sia detto: "Sali qui", anziché essere abbassato davanti al principe che i tuoi occhi hanno visto.

8 Non ti affrettare a intentare processi, perché alla fine tu non sappia che fare, quando il tuo prossimo ti avrà svergognato.

9 Difendi la tua causa contro il tuo prossimo, ma non rivelare il segreto di un altro, 10 affinché chi ti ascolta non ti disprezzi e la tua vergogna non si cancelli più.

11 Le parole dette a tempo sono come frutti d’oro in vasi d’argento cesellato.

12 Per un orecchio docile, chi riprende con saggezza è un anello d’oro, un ornamento d’oro fino.

13 Il messaggero fedele, per quelli che lo mandano, è come il fresco della neve al tempo della mietitura; egli ristora l’anima del suo padrone.

14 Nuvole e vento, ma senza pioggia; ecco l’uomo che si vanta falsamente della sua generosità.

15 Con la pazienza si piega un principe, e la lingua dolce spezza le ossa.

16 Se trovi del miele, mangiane quanto ti basta; perché, mangiandone troppo, tu non debba poi vomitarlo.

17 Metti di rado il piede in casa del prossimo, perché egli, stufandosi di te, non abbia a odiarti.

18 L’uomo che attesta il falso contro il suo prossimo è un martello, una spada, una freccia acuminata.

19 La fiducia in un perfido, nel giorno della difficoltà, è un dente spezzato, un piede slogato.

20 Cantare delle canzoni a un cuore sofferente è come togliersi l’abito in giorno di freddo, o mettere aceto sulla soda.

21 Se il tuo nemico ha fame, dagli del pane da mangiare; se ha sete, dagli dell’acqua da bere; 22 perché, così, radunerai dei carboni accesi sul suo capo, e l’Eterno ti ricompenserà.

23 Il vento del nord porta la pioggia, e la lingua che sparla di nascosto fa oscurare il viso.

24 Meglio abitare sul canto di un tetto, che in una grande casa con una moglie rissosa.

25 Una buona notizia da un paese lontano è come acqua fresca a una persona stanca e assetata.

26 Il giusto che vacilla davanti all’empio è come una fontana torbida e una sorgente inquinata.

27 Mangiare troppo miele non è bene, ma scrutare cose difficili è un onore.

28 L’uomo che non ha autocontrollo è una città smantellata, priva di mura.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-