Publicidade

Provérbios 30

IRB20
Λόγοι του Αγούρ

1 Αυτά είναι τα ιερά λόγια του Αγούρ, γιου του Ιακαί.

Είπε ο ξακουστός Αγούρ: «Είμαι κουρασμένος, Θεέ, κουρασμένος και αποκαμωμένος. 2 Εγώ ασφαλώς είμαι ο πιο ανόητος άνθρωπος· ούτε καν τον κοινό νου δεν έχω. 3 Δεν έμαθα ποτέ μου τη σοφία κι ούτε γνωρίζω τίποτε για τον Άγιο Θεό.

4 »Ποιος στα ουράνια ανέβη και κατέβηκε;

Ποιος μάζεψε τον άνεμο στις χούφτες του;

Ποιος τα νερά μάζεψε σένα ρούχο;

Ποιος στέριωσε όλες τις άκριες της γης;

Ποιο είναι τόνομά του, και ποιο

του γιου του τόνομα;

Το ξέρεις;

5 »Ο κάθε λόγος του Κυρίου δοκιμασμένος·

ασπίδα είναυτός για όσους

σεκείνον καταφεύγουν.

6 Στα λόγια του τίποτα μην προσθέτεις,

για να μη σε διορθώσει

και ψεύτης αποδειχτείς».

7 Δυο πράγματα γυρεύω από σένα, Θεέ μου· προτού πεθάνω μη μου τα αρνηθείς: 8 Φύλαξέ με απτο να χρησιμοποιήσω δόλο ή ψευτιά· φτώχεια να μη μου δώσεις μα ούτε πλούτο· δίνε μου μόνο το απαραίτητο ψωμί, 9 μήπως παραχορτάσω και σε αρνηθώ, και πω «ποιος είναι ο Κύριος;» Ή πάλι μήπως μες στη φτώχεια κλέψω και δυσφημήσω το Θεό μου.

10 Δούλο να μη συκοφαντείς στον κύριό του, για να μη σε καταραστεί και ενοχοποιηθείς εσύ.

11 Υπάρχουν άνθρωποι που καταριούνται τον πατέρα τους, και τη μητέρα τους δεν την τιμούν.

12 Υπάρχουν κάποιοι που θαρρούν πως είναι καθαροί, αλλά απτη ρυπαρότητά τους δεν έχουνε καθαριστεί.

13 Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τα μάτια αγέρωχα, τα βλέφαρα υπεροπτικά.

14 Υπάρχουν άνθρωποι που ξίφη είναι τα δόντια τους, και τα σαγόνια τους μαχαίρια για να καταβροχθίζουν τους δυστυχισμένους και τους φτωχούς της γης.

Συμβουλές και άλλες παροιμίες

15 Η βδέλλα έχει δυο κόρες, που κι οι δυο λένε: «δώσε, δώσε».

Υπάρχουν τρία πράγματα, που δε χορταίνουνε ποτέ, μάλιστα τέσσερα, που δε λένε ποτέ τους «φτάνει»:

16 Ο άδης,

η στείρα μήτρα,

η γη που δε χορταίνει το νερό,

και η φωτιά, που με τίποτα δεν ικανοποιείται.

17 Μάτι που περιπαίζει τον πατέρα και τη γριά μάνα την καταφρονεί, του φαραγγιού κοράκια θα το βγάλουν, και θα το φάνε τα μικρά αετόπουλα.

18 Υπάρχουν τρία πράγματα που με ξεπερνούν, μάλιστα τέσσερα που δεν καταλαβαίνω:

19 Το πέταγμα του αετού στον ουρανό,

το πέρασμα φιδιού πάνω στο βράχο,

του πλοίου την πορεία μες στη θάλασσα,

και την αγάπη του άντρα προς τη νέα γυναίκα.

20 Να τι λογής είναι το φέρσιμο της μοιχαλίδας: Κάνει μοιχεία και λέει «τι κακό έκανα;» Είναι σαν να φαγε και μετά σκούπισε αδιάφορα το στόμα της.

21 Τρία πράγματα κάνουν τη γη να τρέμει, μάλιστα τέσσερα, που να τα υποφέρει δεν μπορεί:

22 Το δούλο που γίνεται βασιλιάς,

τον ανόητο που το ψωμί χορταίνει,

23 τη μισητή γυναίκα που παντρεύεται,

και την υπηρέτρια που τη θέση της κυράς της παίρνει.

24 Υπάρχουν τέσσερα ζώα πάνω στη γη, πολύ πολύ μικρά κι όμως σοφότατα:

25 Τα μυρμήγκια· είναι λαός ανίσχυρος

αλλά απτο καλοκαίρι αποθηκεύουν την τροφή τους.

26 Οι ύρακες· λαός ανίσχυρος κι αυτοί,

και φτιάχνουνε το σπίτι τους στο βράχο.

27 Οι ακρίδες· δεν έχουν βασιλιά

και βγαίνουν όλες σε κανονική διάταξη.

28 Η σαύρα· μπορεί κανείς και με το χέρι να την πιάσει,

κι ωστόσο βρίσκεται μέσα στανάκτορα του βασιλιά.

29 Αυτά τα τρία βαδίζουν όμορφα, μάλιστα τέσσερα ωραία προχωρούνε:

30 Το λιοντάρι, που το ισχυρότερο είναι ανάμεσα στα ζώα,

και σε κανέναν μπρος δεν οπισθοχωρεί·

31 ο κόκκορας, ο τράγος και ο βασιλιάς,

που σαυτόν κανείς δεν αντιστέκεται.

32 Αν την ανοησία έκανες να περηφανευτείς κι αν σκέφτηκες κάτι κακό, κλείσε το στόμα σου. 33 Γιατί αν χτυπάς το γάλα βγάζεις βούτυρο, τη μύτη αν χτυπήσεις βγάζει αίμα· κι όταν ξεσπάσει ο θυμός βγαίνουν διχόνοιες.

1 Parole di Agur, figlio di Iaché.

Massime pronunciate da quest’uomo per Itiel, per Itiel e Ucal.

2 Certo, io sono più ignorante di ogni altro, e non ho l’intelligenza di un uomo. 3 Non ho imparato la sapienza, e non ho la conoscenza del Santo.

4 Chi è salito in cielo e ne è sceso? Chi ha raccolto il vento nel suo pugno? Chi ha racchiuso le acque nella sua veste? Chi ha stabilito tutti i confini della terra? Qual è il suo nome e il nome di suo figlio? Lo sai tu?

5 Ogni parola di Dio è affinata con il fuoco. Egli è uno scudo per chi confida in lui. 6 Non aggiungere nulla alle sue parole, perché egli non ti debba rimproverare e tu sia trovato bugiardo.

7 Io ti ho chiesto due cose: non me le rifiutare, prima che io muoia: 8 allontana da me vanità e parola bugiarda; non mi dare povertà ricchezze, cibami del pane che mi è necessario, 9 affinché io, essendo sazio, non arrivi a rinnegarti e a dire: "Chi è l’Eterno?" oppure, diventato povero, non rubi e profani il nome del mio Dio.

10 Non calunniare il servo presso il suo padrone, perché egli non ti maledica e tu debba subirne la pena.

11 C’è una razza di gente che maledice suo padre e non benedice sua madre. 12 C’è una razza di gente che si crede pura e non è lavata dalla sua lordura. 13 C’è una razza di gente che ha gli occhi molto alteri e le palpebre superbe. 14 C’è una razza di gente i cui denti sono spade e i molari coltelli, per divorare del tutto i miseri sulla terra e i bisognosi fra gli uomini.

15 La sanguisuga ha due figlie che dicono: "Dammi, dammi!". Ci sono tre cose che non si saziano mai, anzi quattro, che non dicono mai: "Basta!". 16 Il soggiorno dei morti, il grembo sterile, la terra che non si sazia di acqua e il fuoco che non dice mai: "Basta!".

17 L’occhio di chi si fa beffe del padre e non si degna di ubbidire alla madre, lo caveranno i corvi del torrente, lo divoreranno gli aquilotti.

18 Ci sono tre cose per me troppo meravigliose; anzi quattro, che io non capisco: 19 la traccia dell’aquila nell’aria, la traccia del serpente sulla roccia, la traccia della nave in mezzo al mare, la traccia dell’uomo nella giovane.

20 Tale è la condotta della donna adultera: essa mangia, si pulisce la bocca, e dice: "Non ho fatto nulla di male!".

21 Per tre cose la terra trema, anzi per quattro, che non può sopportare: 22 per un servo quando diventa re, per un uomo da nulla quando ha pane a sazietà, 23 per una donna, mai chiesta, quando giunge a maritarsi e per una serva quando diventa erede della padrona.

24 Ci sono quattro animali fra i più piccoli della terra, e tuttavia pieni di saggezza: 25 le formiche, popolo senza forze, che si preparano il cibo durante l’estate; 26 gli iraci, popolo non potente, che fissano la loro dimora nelle rocce; 27 le locuste, che non hanno re, e procedono tutte divise per schiere; 28 la lucertola, che puoi prendere con le mani, eppure si trova nei palazzi dei re.

29 Queste tre creature hanno una bella andatura, anche queste quattro hanno un passo magnifico: 30 il leone, che è il più forte degli animali e non indietreggia davanti a nessuno; 31 il cavallo dai fianchi serrati, il capro, e il re alla testa dei suoi eserciti.

32 Se hai agito follemente cercando di innalzarti, o se hai pensato del male, mettiti la mano sulla bocca; 33 perché, come chi sbatte la panna ne fa uscire il burro, chi schiaccia il naso ne fa uscire il sangue, così chi spreme l’ira ne fa uscire contese.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-