1 Εκείνη που φωνάζει δεν είναι η Σοφία;Βλ. υποσ. εις κεφ. 1:20.
Δεν είν’ η φρόνηση που υψώνει τη φωνή;
2 Στέκεται στα υψώματα, πάνω απ’ το δρόμο,
καταμεσίς στο σταυροδρόμι.
3 Στις πύλες πλάι, στην είσοδο της πόλης,
και στων πυλών το πέρασμα φωνάζει δυνατά:
4 «Σ’ εσάς φωνάζω άνθρωποι,
στο γένος όλο των ανθρώπων απευθύνομαι.
5 Εσείς οι ανώριμοι, μάθετε να διακρίνετε
κι εσείς οι ανόητοι λογικευτείτε.
6 Ακούστε, και θα πω σπουδαία πράγματα,
από τα χείλη μου θα βγούνε λόγια συνετά.
7 Το στόμα μου κηρύττει την αλήθεια
κι είναι το ψέμα μισητό στα χείλη μου.
8 Τα λόγια όλα που βγαίνουν απ’ το στόμα μου
είναι λόγια σωστά·
δεν είναι τίποτε σ’ αυτά πονηρό ή διεστραμμένο·
9 όλα είναι καθαρά για κείνον που έχει νου
κι όλα σωστά για κείνους που έχουν γνώση.
10 Τη διδαχή μου προτιμήστε την από τ’ ασήμι,
τη γνώση απ’ το χρυσάφι το εκλεκτό.
11 Γιατί η Σοφία είναι καλύτερη απ’ τα πολύτιμα πετράδια,
κι απ’ όλα αξίζει πιότερο τα πράγματα, τα πιο ακριβά.
12 »Εγώ, η Σοφία, κατοικώ με τη φρόνηση,
του στοχασμού τη γνώση την κατέχω.
13 Όποιος τον Κύριο σέβεται, το κακό το απεχθάνεται·
μισώ την έπαρση και την υπεροψία,
το δρόμο τον κακό, το στόμα που διαστρέφει.
14 Κάνω σχέδια και τα ολοκληρώνω·
σ’ εμένα υπάρχει και η σύνεση και η δύναμη.
15 Με τη βοήθεια μου οι βασιλιάδες βασιλεύουν
κι οι άρχοντες νομοθετούν αυτό που ’ναι σωστό.
16 Με τη βοήθεια μου οι ηγεμόνες κυβερνάνε,
οι μεγιστάνες,
κι όλοι όσοι κρίνουνε στη γη.
17 Εγώ, η Σοφία, αγαπώ αυτούς που μ’ αγαπάνε
κι όλοι με βρίσκουν, όσοι με αναζητούν.
18 Μαζί μου κουβαλώ πλούτη και δόξα,
πολύτιμα αγαθά και ευτυχία.
19 Καλύτερος είν’ ο καρπός μου απ’ το χρυσάφι το καθαρό
κι ό,τι από μένα βγαίνει είναι καλύτερο κι από τ’ ασήμι το εκλεκτό.
20 Στο δρόμο περπατώ της δικαιοσύνης,
μέσα απ’ τα σταυροδρόμια της,
21 για να προσφέρω πλούτη σ’ αυτούς που μ’ αγαπούν,
και τα ταμεία τους να γεμίσω.
22 »Ο Κύριος με δημιούργησε
πριν απ’ τα έργα του όλα,
το πρώτο από τα έργα του από πολύ παλιά.
23 Δημιουργήθηκα πριν από τους αιώνες,
αρχή αρχή,
προτού να υπάρξει η γη.
24 Γεννήθηκα όταν ακόμα δεν υπήρχαν οι άβυσσοι,
προτού να γίνουν οι πηγές, οι νερομάνες.
25 Πριν να θεμελιωθούνε τα βουνά
και πριν υπάρξουν λόφοι, εγώ γεννήθηκα.
26 Δεν είχε ακόμα κάνει ούτε τη γη
ούτε τους κάμπους
ούτε τον πρώτο κόκκο
από το σύνολο του σύμπαντος.
27 Ήμουν εκεί όταν στέριωνε τους ουρανούς,
όταν χάραζε κύκλο τον ορίζοντα
στο πρόσωπο του ωκεανού·
28 όταν ψηλά τα νέφη στέριωνε
κι ορμητικά αναβρύζαν της αβύσσου οι πηγές·
29 όταν έβαζε όριο στη θάλασσα,
ώστε να μην το ξεπερνάνε τα νερά·
όταν της γης έβαζε τα θεμέλια.
30 Τότε ήμουν κοντά του σαν μικρό παιδίΆλλη απόδ.: Τότε ήμουνα κοντά σ’ αυτόν, τον αρχιτέκτονα ή ...σαν αρχιτέκτονας.
κι ήμουν η καθημερινή του ευχαρίστηση,
ενώ στην παρουσία του χαιρόμουν ακατάπαυστα·
31 χαιρόμουν στης δικής του γης την οικουμένη
κι ήμουν ευτυχισμένη στους ανθρώπους ανάμεσα.
32 »Και τώρα ακούστε με, παιδιά:
Ευτυχισμένοι είν’ εκείνοι
που τηρούν τις εντολές μου.
33 Τη διδαχή μου ακούστε
και θα γίνετε σοφοί· μην την εγκαταλείπετε.
34 Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που με ακούει,
που ξαγρυπνάει καθημερινά μπροστά στην πόρτα μου
και που στης θύρας μου προσμένει το κατώφλι.
35 Πράγματι, εκείνος που με βρίσκει,
βρίσκει τη ζωή
και του Κυρίου έχει την εύνοια.
36 Μα εκείνος που με ξαστοχάει
τον εαυτό του βλάπτει·
αυτός που με μισεί, αγαπά το θάνατο».
1 La sapienza non chiama forse? l’intelligenza non fa udire la sua voce? 2 Essa sta in piedi in cima ai luoghi elevati, sulla strada, agli incroci; 3 grida presso le porte della città, all’ingresso, sulla soglia delle porte: 4 "Chiamo voi, o uomini principali, e la mia voce si rivolge ai figli del popolo. 5 Imparate, o semplici, l’accorgimento, e voi, stolti, diventate assennati! 6 Ascoltate, perché dirò cose eccellenti, e le mie labbra si apriranno per insegnare cose rette. 7 Poiché la mia bocca esprime la verità, e le mie labbra detestano la malvagità. 8 Tutte le parole della mia bocca sono conformi a giustizia, non c’è nulla di ambiguo o di perverso in esse. 9 Sono tutte rette per l’uomo intelligente, e giuste per quelli che hanno trovato la scienza. 10 Ricevete la mia istruzione anziché l’argento, e la scienza invece dell’oro scelto; 11 poiché la sapienza vale più delle perle e tutti gli oggetti preziosi non la equivalgono.
12 Io, la sapienza, sto con l’accorgimento e trovo la scienza della riflessione. 13 Il timore dell’Eterno è odiare il male; io odio la superbia, l’arroganza, la via del male e la bocca perversa. 14 A me appartiene il consiglio e il successo; io sono l’intelligenza, a me appartiene la forza. 15 Per mezzo mio regnano i re, e i prìncipi decretano ciò che è giusto. 16 Per mezzo mio governano i capi, i nobili, tutti i giudici della terra. 17 Io amo quelli che mi amano, e quelli che mi cercano mi trovano. 18 Con me sono ricchezze e gloria, i beni duraturi e la giustizia. 19 Il mio frutto è migliore dell’oro fino, e il mio prodotto vale più dell’argento scelto. 20 Io cammino per la via della giustizia, per i sentieri dell’equità, 21 per far ereditare beni reali a quelli che mi amano, e per riempire i loro tesori.
22 L’Eterno mi ebbe con sé al principio dei suoi atti, prima di fare alcuna delle sue opere più antiche. 23 Fui stabilita fin dall’eternità, dal principio, prima che la terra fosse. 24 Fui generata quando non vi erano ancora abissi, quando ancora non vi erano sorgenti straripanti di acqua. 25 Fui generata prima che i monti fossero fondati, prima che esistessero le colline, 26 quando egli ancora non aveva fatto né la terra né i campi né le prime zolle della terra coltivabile. 27 Quando egli disponeva i cieli io ero là; quando tracciava un cerchio sulla superficie dell’abisso, 28 quando condensava le nuvole in alto, quando rafforzava le fonti dell’abisso, 29 quando assegnava al mare il suo limite perché le acque non oltrepassassero il suo cenno, quando poneva i fondamenti della terra, 30 io ero presso di lui come un artefice, ero sempre esuberante di gioia, mi rallegravo in ogni tempo nel suo cospetto; 31 mi rallegravo nella parte abitabile della sua terra, e trovavo la mia gioia tra i figli degli uomini.
32 E ora, figlioli, ascoltatemi; beati quelli che osservano le mie vie! 33 Ascoltate l’istruzione, siate saggi, e non la respingete! 34 Beato l’uomo che mi ascolta, che veglia ogni giorno alle mie porte, che vigila alla soglia della mia casa! 35 Poiché chi trova me trova la vita e ottiene il favore dall’Eterno. 36 Ma chi pecca contro di me fa torto alla sua anima; tutti quelli che mi odiano amano la morte".