1 Γιατί να μην είσ’ αδερφός μου,
να ’χεις της μάνας μου θηλάσει τους μαστούς!
Τότε θα σ’ έβρισκα έξω και θα σε φιλούσα
και κανενός δε θα ’χα την καταφρόνεση.
2 Θα σε οδηγούσα και θα σ’ έφερνα
στης μάνας μου το σπίτι,
κι εκεί θα με δασκάλευες.
Κρασί μοσχάτο θα σε πότιζα
κι απ’ των ροδιών μου το χυμό να πιεις.
3 Το αριστερό του χέρι κάτω απ’ το κεφάλι μου
και το δεξί του με κρατάει στην αγκαλιά του.
4 Σας εξορκίζω, κόρες της Ιερουσαλήμ,
σ’ όσα ζαρκάδια κι ελαφίνεςΒλ. υποσ. εις κεφ. 2:7. έχει ο κάμπος,
μην την ταράξτε μην αναστατώστε την αγάπη μας
ώσπου μονάχη της να το θελήσει.
ΧΟΡΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝ:
5 Ποια είν’ ετούτη που ανεβαίνει από την έρημο
στου αγαπημένου της το μπράτσο ακουμπισμένη;
ΕΚΕΙΝΗ:
Κάτω από τη μηλιά σε ξύπνησα,
εκεί που κοιλοπόνεσε για σένα η μάνα σου,
εκεί που σ’ έφερε στο φως
εκείνη που σ’ εγέννα.
6 Βάλε με σαν σφραγίδα στην καρδιά σου,Το σφραγιδοδαχτυλίδι το κρεμούσαν συνήθως γύρω στο λαιμό τους.
βούλαβούλα. Πιθανώς πρόκειται για το βραχιόλι που φορούσαν στο χέρι τους. πάνω στο μπράτσο σου.
Γιατ’ είναι δυνατή σαν θάνατος η αγάπη,
σκληρό καθώς ο άδης το πάθος το αγαπητικό.
Οι φλόγες της φλόγες φωτιάς,
άγριο αστροπελέκι.
7 Πλήθος νερά να σβήσουν την αγάπη δεν μπορούν
κι ούτε μπορούν ποτάμια να την πνίξουν.
Αν κάποιος του σπιτιού του
όλα τα πλούτη έδινε
για ν’ αγοράσει αγάπη,
άλλο από καταφρόνια δε θα κέρδιζε.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ - ΤΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ:
8 Έχουμε μια αδερφή κι είναι μικρή,
τα στήθη της δε σπάργωσαν ακόμη.
Γι’ αυτήν την αδερφή μας τι θα κάνουμε
όταν θα ’ρθεί ο καιρός να παντρευτεί;
9 Αν είναι τείχος, θα της χτίσουμε
επάλξεις ασημένιες για στεφάνι της.
Θα τη σφαλίσουμε, αν είναι πύλη,
με τάβλες κέδρινες.
ΕΚΕΙΝΗ:
10 Εγώ είμαι τείχος και σαν πύργοι είναι τα στήθη μου,
αλλά το ξέρει εκείνος πως του παραδόθηκα
γυρεύοντας ειρήνη.
ΕΚΕΙΝΟΣ:
11 Ο Σολομών είχε αμπέλι στη Βάαλ-Αμών
και σε δραγάτες το ’δωσε.
Κι είχε να δίνει ο καθείς για τον καρπό
χίλια ασημένια σίκλα.
12 Το αμπέλι μου που είναι δικό μου
το φυλάω εγώ.
Δικοί σου Σολομώντα οι χίλιοι σίκλοι,
και διακόσιοι για κείνους
που δραγατεύουν τον καρπό.
ΕΚΕΙΝΟΣ
13 Εσύ που στα περβόλια κατοικείς,
οι σύντροφοι στήνουν αυτί
ν’ ακούσουν τη φωνή σου.
Κάνε να την ακούσω ως κι εγώ.
ΕΚΕΙΝΗ:
14 Τρέξε, αγαπημένε μου, και φύγε!
Γίνε ζαρκάδι και μικρό ελαφόπουλοΒλ. υποσ. εις στ. 4.
στα κορφοβούνια πάνω,
’κει που φυτρώνουν τ’ αρωματικά φυτά.
1 O that thou wert as my brother, that sucked the breasts of my mother! when I should find thee without, I would kiss thee; yea, I should not be despised.8.1 I should not…: Heb. they should not despise me 2 I would lead thee, and bring thee into my mother’s house, who would instruct me: I would cause thee to drink of spiced wine of the juice of my pomegranate. 3 His left hand should be under my head, and his right hand should embrace me. 4 I charge you, O daughters of Jerusalem, that ye stir not up, nor awake my love, until he please.8.4 that…: Heb. why should ye stir up, or, why, etc
5 Who is this that cometh up from the wilderness, leaning upon her beloved? I raised thee up under the apple tree: there thy mother brought thee forth: there she brought thee forth that bare thee.
6 Set me as a seal upon thine heart, as a seal upon thine arm: for love is strong as death; jealousy is cruel as the grave: the coals thereof are coals of fire, which hath a most vehement flame.8.6 cruel: Heb. hard 7 Many waters cannot quench love, neither can the floods drown it: if a man would give all the substance of his house for love, it would utterly be contemned.
8 We have a little sister, and she hath no breasts: what shall we do for our sister in the day when she shall be spoken for? 9 If she be a wall, we will build upon her a palace of silver: and if she be a door, we will inclose her with boards of cedar. 10 I am a wall, and my breasts like towers: then was I in his eyes as one that found favour.8.10 favour: Heb. peace 11 Solomon had a vineyard at Baal-hamon; he let out the vineyard unto keepers; every one for the fruit thereof was to bring a thousand pieces of silver. 12 My vineyard, which is mine, is before me: thou, O Solomon, must have a thousand, and those that keep the fruit thereof two hundred.
13 Thou that dwellest in the gardens, the companions hearken to thy voice: cause me to hear it.
14 Make haste, my beloved, and be thou like to a roe or to a young hart upon the mountains of spices.8.14 Make…: Heb. Flee away
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.