Pular para o conteúdo
Publicidade

ΙΕΖΕΚΙΗΛ 9

KRV

Σφαγή των ενόχων

1 Τότε άκουσα τον Κύριο να φωνάζει με δυνατή φωνή και να λέει: «Πλησιάστε τιμωροί της πόλης, κρατώντας καθένας στο χέρι του το καταστροφικό του όπλο». 2 Ήρθαν τότε έξι άντρες από την κατεύθυνση της άνω πύλης, που βλέπει στο βορρά, καθένας κρατώντας το όπλο του για τη σφαγή, και μαζί τους ήταν ένας άντρας, ντυμένος στα λινά,λινά. Υπονοείται η ενδυμασία ιερέως. με ένα μελανοδοχείο γραμματέα στη μέση του. Ήρθαν και στάθηκαν δίπλα στο χάλκινο θυσιαστήριο.

3 Η δόξα του Θεού του Ισραήλ είχε σηκωθεί από τα χερουβίμ,χερουβίμ. Εδώ εννοούνται τα όντα του αρχικού οράματος του προφήτη (κεφ. 1:5-28). πάνω στα οποία αναπαυόταν, και είχε έρθει στο κατώφλι του ναού. Έπειτα ο Κύριος φώναξε τον άντρα, που ήταν ντυμένος στα λινά και είχε το μελανοδοχείο του γραμματέα στη μέση του, 4 και του είπε: «Πήγαινε, διάσχισε την Ιερουσαλήμ και βάλε σημάδι στα μέτωπα των ανθρώπων εκείνων που στενάζουν και θλίβονται για τις βδελυρές πράξεις που γίνονται μέσα στην πόλη». 5 Και στους άλλους είπε, έτσι που νακούω κι εγώ: «Ακολουθήστε αυτόν τον άντρα στην πόλη και σκορπίστε το θάνατο· μη λυπηθείτε ούτε να διστάσετε για κανέναν. 6 Σφάξτε τους όλους αυτούς, γέρους, νέους και παρθένες, μικρά παιδιά και μανάδες· εξοντώστε τους τελείως. Αλλά μην αγγίξετε κανέναν που έχει στο μέτωπό του το σημάδι. Αρχίστε από το αγιαστήριό μου». Έτσι άρχισαν από τους πρεσβυτέρους, που ήταν μπροστά στο ναό. 7 Ύστερα τους είπε: «Γεμίστε τις αυλές με σκοτωμένους έστω κι αν μολύνετε το ναό μαυτούς. Μετά βγείτε έξω!» Και βγήκαν και σκότωναν στην πόλη.

8 Ενώ αυτοί σκότωναν, εγώ ήμουν μόνος· έπεσα τότε με το πρόσωπο στη γη και φώναξα: «Αχ, Κύριε, Θεέ! Θα ξεσπάσεις οργισμένος και εναντίον της Ιερουσαλήμ; Σκοπεύεις δηλαδή να καταστρέψεις όλους τους Ισραηλίτες, που έχουν απομείνει;» 9 Εκείνος μου απάντησε: «Η ενοχή των κατοίκων του Ισραήλ και του Ιούδα είναι πάρα πολύ μεγάλη· η χώρα και η πόλη είναι γεμάτη εγκλήματα και αδικίες. "Ο Κύριος εγκατέλειψε τη χώρα", λένε, "ο Κύριος δεν βλέπει". 10 Γιαυτό κι εγώ δε θα τους λυπηθώ ούτε θα τους δείξω έλεος. Θανταποδώσω τα έργα τους πάνω στο κεφάλι τους». 11 Τότε ο άνθρωπος με τα λινά και το μελανοδοχείο στη μέση αποκρίθηκε: «Έκανα όπως με διέταξες».

1 그가 소리로 귀에 외쳐 가라사대 성읍을 관할하는 자들로 각기 살륙하는 기계를 손에 들고 나아오게 하라 하시더라 2 내가 본즉 여섯 사람이 북향한 윗문 길로 좇아 오는데 사람의 손에 살륙하는 기계를 잡았고 중에 사람은 가는 베옷을 입고 허리에 서기관의 그릇을 찼더라 그들이 들어 와서 제단 곁에 서더라 3 그룹에 머물러 있던 이스라엘 하나님의 영광이 올라 성전 문지방에 이르더니 여호와께서 가는 베옷을 입고 서기관의 그릇을 사람을 불러 4 이르시되 너는 예루살렘 성읍 중에 순행하여 가운데서 행하는 모든 가증한 일로 인하여 탄식하며 우는 자의 이마에 표하라 하시고 5 나의 듣는데 남은 자에게 이르시되 너희는 뒤를 좇아 성읍 중에 순행하며 아껴 보지도 말며 긍휼을 베풀지도 말고 쳐서

6 늙은 자와 젊은 자와 처녀와 어린 아이와 부녀를 죽이되 이마에 있는 자에게는 가까이 말라 성소에서 시작할찌니라 하시매 그들이 성전 앞에 있는 늙은 자들로부터 시작하더라 7 그가 그들에게 이르시되 너희는 성전을 더럽혀 시체로 모든 뜰에 채우라 너희는 나가라 하시매 그들이 나가서 성읍 중에서 치더라 8 그들이 때에 내가 홀로 있는지라 엎드리어 부르짖어 가로되 오호라 여호와여 예루살렘을 향하여 분노를 쏟으시오니 이스라엘 남은 자를 모두 멸하려 하시나이까

9 그가 내게 이르시되 이스라엘과 유다 족속의 죄악이 심히 중하여 땅에 피가 가득하며 성읍에 불법이 찼나니 이는 그들이 이르기를 여호와께서 땅을 버리셨으며 보지 아니하신다 함이라 10 그러므로 내가 그들을 아껴 보지 아니하며 긍휼을 베풀지 아니하고 행위대로 머리에 갚으리라 하시더라 11 가는 베옷을 입고 허리에 그릇을 사람이 복명하여 가로되 주께서 내게 명하신대로 내가 준행하였나이다 하더라

Veja também