Ο Γολιάθ χλευάζει τους Ισραηλίτες
1 Οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν το στρατό τους για πόλεμο. Συγκεντρώθηκαν στη Σοχώ, που βρίσκεται στην περιοχή της φυλής Ιούδα· και στρατοπέδευσαν στην Εφές-Δεμμίμ μεταξύ Σοχώ και Αζεκά. 2 Ο Σαούλ και ο στρατός των Ισραηλιτών συγκεντρώθηκαν κι αυτοί και στρατοπέδευσαν στην Κοιλάδα των Τερεβίνθων, για ν’ αντιμετωπίσουν τους Φιλισταίους. 3 Έτσι οι Φιλισταίοι παρατάχθηκαν στην πλαγιά ενός βουνού και οι Ισραηλίτες στην πλαγιά του απέναντι βουνού κι ανάμεσά τους ήταν η κοιλάδα.
4 Τότε βγήκε από το στρατόπεδο των Φιλισταίων, ένας μονομάχος πολεμιστής, που ονομαζόταν Γολιάθ, από τη Γαθ, που το ύψος του ήταν έξι πήχες και μια σπιθαμή.έξι πήχες και μια σπιθαμή. Περίπου 3 μέτρα.5 Φορούσε χάλκινη περικεφαλαία στο κεφάλι του και χάλκινο αλυσιδωτό θώρακα, που το βάρος του ήταν πέντε χιλιάδες σίκλοι χαλκού. 6 Είχε χάλκινες περικνημίδες στα πόδια του και χάλκινο ακόντιο στους ώμους του. 7 Το ξύλο του δόρατός του ήταν χοντρό σαν το αντί του αργαλιού και η αιχμή του δόρατός του ζύγιζε εξακόσιους σίκλους σίδερο· αυτός που κρατούσε την ασπίδα του βάδιζε μπροστά του.
8 Ο Γολιάθ σταμάτησε και φώναξε προς τις γραμμές των Ισραηλιτών: «Γιατί βγήκατε να παραταχθείτε για πόλεμο; Εγώ είμαι ένας Φιλισταίος κι εσείς οι δούλοι του Σαούλ. Διαλέξτε, λοιπόν, απ’ ανάμεσά σας έναν άντρα κι ας έρθει ν’ αναμετρηθεί μαζί μου. 9 Αν καταφέρει να με νικήσει και να με σκοτώσει, τότε εμείς θα γίνουμε δούλοι σας. Αν όμως εγώ τον νικήσω και τον σκοτώσω, τότε εσείς θα γίνετε δούλοι μας υποτελείς». 10 Και κατέληξε: «Προκαλώ σήμερα τις ισραηλιτικές γραμμές: Δώστε μου έναν άντρα να μονομαχήσουμε». 11 Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια του Φιλισταίου ο Σαούλ και οι Ισραηλίτες τα ’χασαν και πανικοβλήθηκαν.
Ο Δαβίδ στο στρατόπεδο των Ισραηλιτών
12 Ο Δαβίδ ήταν γιος του Ιεσσαί του Εφραϊμίτη από τη Βηθλεέμ της φυλής Ιούδα. Ο Ιεσσαί είχε οχτώ γιους και στις μέρες του Σαούλ ήταν πια πάρα πολύ γέρος. 13,14 Οι τρεις μεγαλύτεροι γιοι του Ιεσσαί είχαν ακολουθήσει το Σαούλ στον πόλεμο. Ονομάζονταν ο πρωτότοκος Ελιάβ, ο δεύτερος Αβιναδάβ και ο τρίτος Σαμμά. Ο Δαβίδ ήταν ο νεότερος. 15 Ο Δαβίδ πήγαινε και υπηρετούσε το Σαούλ αλλά ξαναγύριζε στη Βηθλεέμ, για να βόσκει τα πρόβατα του πατέρα του. 16 Σαράντα μέρες ο Γολιάθ προχωρούσε πρωί και βράδυ προς τους Ισραηλίτες και στεκόταν αντίκρυ τους. 17 Μια μέρα ο Ιεσσαί είπε στο Δαβίδ, το γιο του: «Πάρε, για τους αδερφούς σου ένα εφά φρυγανισμένο στάρι κι αυτά τα δέκα καρβέλια ψωμί και τρέξε να τα πας στο στρατόπεδο, στους αδερφούς σου. 18 Κι αυτά τα δέκα κεφάλια φρέσκο τυρί πήγαινέ τα στο χιλίαρχο. Μάθε πώς είναι οι αδερφοί σου, και πάρε απ’ αυτούς κάποιο σημάδι, για να βεβαιωθώ πως είναι καλά. 19 Βρίσκονται μαζί με το Σαούλ και μ’ όλο τον ισραηλιτικό στρατό στην Κοιλάδα των Τερεβίνθων πολεμώντας τους Φιλισταίους».
20 Ο Δαβίδ σηκώθηκε νωρίς το πρωί, άφησε τα πρόβατα σ’ έναν φύλακα, πήρε τα πράγματα και πήγε όπως τον διέταξε ο Ιεσσαί. Έφτασε στο περιχαράκωμα, την ώρα που ο στρατός προχωρούσε να πάρει θέση για τη μάχη κραυγάζοντας την πολεμική κραυγή. 21 Οι Ισραηλίτες και οι Φιλισταίοι είχαν παραταχθεί για πόλεμο, ο ένας απέναντι στον άλλον. 22 Ο Δαβίδ άφησε στη φροντίδα του φύλακα των αποσκευών τα πράγματα που είχε φέρει, κι ο ίδιος έτρεξε στις γραμμές του στρατεύματος. Μόλις έφτασε εκεί, ρώτησε τους αδερφούς του για την υγεία τους. 23 Κι ενώ μιλούσε μαζί τους, βγήκε από τις γραμμές των Φιλισταίων ο μονομάχος πολεμιστής από τη Γαθ, ο Γολιάθ, κι άρχισε να ξαναλέει τα ίδια εκείνα λόγια.Βλ. στ. 8-1. Και τον άκουσε ο Δαβίδ. 24 Οι Ισραηλίτες, όταν τον έβλεπαν έφευγαν από μπροστά του τρομαγμένοι 25 κι έλεγαν μεταξύ τους: «Βλέπετε αυτόν τον άντρα, που προχωράει κατά ’δω; Έρχεται πάλι για να προκαλέσει τους Ισραηλίτες. Όποιος μπορέσει να τον σκοτώσει, ο βασιλιάς θα τον γεμίσει πλούτη, θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα και θ’ απαλλάξει το πατρικό του σπίτι από τους φόρους».
26 Τότε ο Δαβίδ, ρώτησε τους άντρες γύρω του: «Τι θα κάνουν σ’ εκείνον που θα σκοτώσει αυτόν το Φιλισταίο και θα ξεπλύνει την ντροπή απ’ τους Ισραηλίτες; Μα ποιος είναι λοιπόν, αυτός ο απερίτμητος, που ξευτελίζει έτσι τα στρατεύματα του αληθινού Θεού;» 27 Οι στρατιώτες τού είπαν πάλι ποια ήταν η αμοιβή για όποιον θα σκότωνε το Φιλισταίο. 28 Ο Ελιάβ, ο μεγαλύτερος αδερφός του, όταν άκουσε το Δαβίδ να μιλάει με τους στρατιώτες, οργίστηκε εναντίον του και του είπε: «Γιατί ήρθες εδώ; Σε ποιον τ’ άφησες τα λίγα εκείνα πρόβατα στην έρημο; Εγώ ξέρω την αλαζονεία σου και την κακία σου. Σίγουρα ήρθες για να δεις τη μάχη». 29 «Τι κακό έκανα λοιπόν;» είπε ο Δαβίδ. «Δεν μπορώ να ρωτήσω κάτι;» 30 Άφησε τον αδερφό του και στράφηκε σ’ έναν άλλο. Συνέχισε να ρωτάει το ίδιο πράγμα κι όλοι του έδιναν την ίδια απάντηση.
Ακατάλληλα όπλα για το Δαβίδ
31 Τα λόγια που έλεγε ο Δαβίδ διαδόθηκαν κι έφτασαν μέχρι το Σαούλ, ο οποίος έστειλε να του τον φωνάξουν. 32 Ο Δαβίδ είπε στο Σαούλ: «Κανένας δεν πρέπει να χάνει το θάρρος του εξαιτίας αυτού του Φιλισταίου. Ο δούλος σου θα πάω και θ’ αναμετρηθώ μαζί του». 33 «Δε θα μπορέσεις να πας ν’ αναμετρηθείς μ’ αυτόν τον Φιλισταίο», του απάντησε ο Σαούλ, «γιατί εσύ είσαι παιδί κι εκείνος είναι άντρας και πολεμιστής από τα νιάτα του».
34 Τότε ο Δαβίδ του είπε: «Όταν ο δούλος σου έβοσκα τα πρόβατα του πατέρα μου κι ερχόταν κανένα λιοντάρι ή καμιά αρκούδα κι άρπαζε ένα πρόβατο από το κοπάδι, 35 τότε εγώ έτρεχα ξωπίσω τους και τα σκότωνα και γλίτωνα το πρόβατο από το στόμα τους. Κι όταν κάποτε ένα λιοντάρι χύμηξε πάνω μου, εγώ το άρπαξα από τη χαίτη του, το χτύπησα κάτω και το σκότωσα. 36 Λιοντάρια και αρκούδες έχω σκοτώσει ο δούλος σου. Ό,τι έπαθαν εκείνα, το ίδιο θα πάθει κι ετούτος εδώ ο απερίτμητος Φιλισταίος, γιατί πρόσβαλε τα στρατεύματα του αληθινού Θεού. 37 Ο Κύριος, που με γλίτωσε από τα νύχια του λιονταριού και της αρκούδας, αυτός θα με γλιτώσει κι από τα χέρια αυτού του Φιλισταίου».
Τότε ο Σαούλ είπε στο Δαβίδ: «Πήγαινε κι ας είναι ο Κύριος μαζί σου». 38 Του φόρεσε μάλιστα τη δική του την πανοπλία: του έβαλε στο κεφάλι τη χάλκινη περικεφαλαία και του φόρεσε το θώρακα. 39 Ο Δαβίδ ζώστηκε το ξίφος του Σαούλ πάνω από την πανοπλία του και προσπάθησε να περπατήσει, γιατί ποτέ δεν είχε ξαναδοκιμάσει. Τότε είπε στο Σαούλ: «Δεν μπορώ να περπατήσω μ’ αυτή την πανοπλία· δεν έχω συνηθίσει». Και την έβγαλε από πάνω του. 40 Μετά πήρε στο χέρι του το ραβδί του, διάλεξε πέντε λεία λιθάρια από το ποτάμι, τα έβαλε στο ποιμενικό σακούλι που είχε μαζί του, πήρε στο χέρι του τη σφεντόνα και πλησίασε το Φιλισταίο.
Ο Δαβίδ αντιμετωπίζει το Γολιάθ
41 Ο Φιλισταίος άρχισε κι αυτός να πλησιάζει το Δαβίδ, ενώ ο άντρας που κρατούσε την ασπίδα του βάδιζε μπροστά από το μονομάχο. 42 Όταν ο Φιλισταίος κοίταξε και είδε το Δαβίδ, δεν του έδωσε καμιά σημασία, γιατί δεν είδε παρά ένα παιδί ξανθό, με ωραία εμφάνιση. 43 «Τι είμαι εγώ;» του είπε. «Σκυλί είμαι και ήρθες εναντίον μου με ραβδιά;» Και ζήτησε ο Φιλισταίος από τους θεούς του την κατάρα τους πάνω στο Δαβίδ. 44 «Έλα εδώ», του είπε μετά, «και θα δώσω τις σάρκες σου στα πουλιά του ουρανού και στ’ άγρια θηρία».
45 Ο Δαβίδ απάντησε στο Φιλισταίο: «Εσύ έρχεσαι εναντίον μου με ξίφος, ακόντιο και λόγχη· εγώ όμως έρχομαι εναντίον σου στο όνομα του παντοδύναμου Θεού, του Κυρίου των ισραηλιτικών στρατευμάτων, που εσύ τα ξευτέλισες. 46 Σήμερα ο Κύριος θα σε παραδώσει στα χέρια μου· θα σε σκοτώσω και θα σου κόψω το κεφάλι· σήμερα θα παραδώσω τα πτώματα των Φιλισταίων στρατιωτών στα πουλιά του ουρανού και στ’ άγρια θηρία. Έτσι όλοι οι άλλοι λαοί θα μάθουν ότι υπάρχει Θεός στον Ισραήλ. 47 Κι όλο αυτό το πλήθος των Ισραηλιτών θα μάθει πως ο Κύριος δεν έχει ανάγκη το ξίφος και το ακόντιο για να μας χαρίσει τη νίκη· ο πόλεμος είναι δική του υπόθεση κι αυτός θα σας παραδώσει στην εξουσία μας».
48 Μόλις ο Φιλισταίος ξεκίνησε και προχωρούσε προς το μέρος του Δαβίδ, ο Δαβίδ έτρεξε γρήγορα στο πεδίο της μάχης για να τον αντιμετωπίσει. 49 Άπλωσε το χέρι του στο σακούλι, πήρε ένα λιθάρι και το εκσφενδόνισε ενάντια στο Φιλισταίο. Το λιθάρι χώθηκε στο μέτωπό του κι εκείνος έπεσε με το πρόσωπο στη γη. 50 Έτσι ο Δαβίδ μ’ ένα λιθάρι και τη σφεντόνα του κατατρόπωσε το Φιλισταίο. Τον χτύπησε και τον σκότωσε, χωρίς να έχει ξίφος στα χέρια του. 51 Έπειτα ο Δαβίδ έτρεξε, στάθηκε πάνω στο Φιλισταίο, του τράβηξε το ξίφος από τη θήκη του και τον αποτέλειωσε, κόβοντάς του το κεφάλι.
Οι Φιλισταίοι, όταν είδαν ότι σκοτώθηκε ο ήρωάς τους, τράπηκαν σε φυγή. 52 Τότε οι στρατιώτες του Ισραήλ και του Ιούδα σηκώθηκαν φωνάζοντας πολεμικές ιαχές και καταδίωξαν τους Φιλισταίους ως την είσοδο της Γαθτης Γαθ, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «της κοιλάδας». κι ως τις πύλες της Εκρών. Όλος ο δρόμος, από τη Σααραείμ ως τη Γαθ και την Εκρών, στρώθηκε με τους τραυματίες των Φιλισταίων. 53 Όταν οι Ισραηλίτες γύρισαν από την καταδίωξη λεηλάτησαν κιόλας το εχθρικό στρατόπεδο. 54 Ο Δαβίδ πήρε το κεφάλι του Γολιάθ και το έφερε στην Ιερουσαλήμ· τα όπλα του πολεμιστή τα πήρε στη σκηνή του.
Δαβίδ και Ιωνάθαν
55 Όταν ο Σαούλ έβλεπε το Δαβίδ που πήγαινε να συναντήσει το Γολιάθ, ρώτησε τον Αβενήρ, τον αρχιστράτηγο: «Τίνος γιος είναι ο νέος αυτός, Αβενήρ;» Ο Αβενήρ του είχε απαντήσει τότε: «Μα τη ζωή σου, βασιλιά, δεν ξέρω». 56 Του είπε τότε ο βασιλιάς: «Ρώτησε εσύ τίνος γιος είναι ο νέος αυτός». 57 Έτσι, τώρα που ο Δαβίδ γύρισε από το φόνο του Γολιάθ, τον πήρε ο Αβενήρ και τον παρουσίασε στο Σαούλ, ενώ ο Δαβίδ κρατούσε ακόμη το κεφάλι του Γολιάθ στο χέρι του. 58 Ο Σαούλ τον ρώτησε: «Τίνος γιος είσ’ εσύ, νέε μου;» Ο Δαβίδ απάντησε: «Είμαι γιος του δούλου σου, του Ιεσσαί, του Βηθλεεμίτη».
Davi e Golias
1 Os filisteus juntaram as suas tropas para a guerra e se reuniram em Socó, de Judá. Acamparam em Efes-Damim, entre Socó e Azeca. 2 Saul e os israelitas reuniram-se e acamparam no vale de Elá, posicionando-se em linha de batalha para enfrentar os filisteus. 3 Com o vale entre eles, os filisteus ocuparam uma colina, e os israelitas outra.
4 Um guerreiro chamado Golias, que era de Gate, veio do acampamento filisteu. Tinha seis côvados e um palmo17.4 Isto é, cerca de 3 metros. de altura. 5 Ele usava um capacete de bronze e vestia uma couraça de escamas de bronze, que pesava cinco mil siclos;17.5 Isto é, cerca de 58 quilogramas.6 nas pernas, usava caneleiras de bronze e tinha um dardo de bronze pendurado nas costas. 7 A haste da sua lança era parecida com uma lançadeira de tecelão e tinha uma ponta de ferro que pesava seiscentos siclos.17.7 Isto é, cerca de 6,9 quilogramas. O escudeiro ia à frente dele.
8 Golias parou e gritou às tropas de Israel:
— Por que vocês estão se posicionando para a batalha? Não sou eu um filisteu, e vocês não são os servos de Saul? Escolham um homem e o enviem a mim. 9 Se ele puder lutar e vencer-me, seremos escravos de vocês; contudo, se eu o vencer e o puser fora de combate, vocês serão nossos escravos e nos servirão.
10 O filisteu acrescentou:
— Eu desafio hoje as tropas de Israel! Mandem-me um homem para lutar sozinho comigo.
11 Ao ouvirem as palavras do filisteu, Saul e todos os israelitas ficaram atônitos e apavorados.
12 Davi era filho de Jessé, o efrateu de Belém de Judá. Jessé tinha oito filhos e já era idoso na época de Saul. 13 Os três filhos mais velhos de Jessé tinham ido para a guerra com Saul. Estes eram os nomes dos seus três filhos: Eliabe, o primogênito; Abinadabe, o segundo; e Samá, o terceiro. 14 Davi era o caçula. Os três mais velhos seguiram Saul, 15 mas Davi ia ao acampamento de Saul e voltava para apascentar as ovelhas do pai, em Belém.
16 Durante quarenta dias, o filisteu se aproximava, de manhã e de tarde, e assumia a sua posição.
17 Nessa ocasião, Jessé disse a Davi, o seu filho:
— Pegue um efa17.17 Isto é, cerca de 16 quilogramas. de grãos torrados e dez pães e leve-os depressa aos seus irmãos no acampamento. 18 Leve também estes dez queijos ao comandante da unidade17.18 Hebraico: dos mil. deles. Veja como estão os seus irmãos e traga-me alguma garantia17.18 Ou algum sinal. de que estão bem. 19 Eles estão com Saul e com todos os homens de Israel no vale de Elá, lutando contra os filisteus.
20 Levantando-se de madrugada, Davi deixou o rebanho com outro pastor, pegou a carga e partiu, conforme Jessé lhe tinha ordenado. Chegou ao acampamento na hora em que, com o grito de batalha, o exército estava saindo para as posições de combate. 21 Israel e os filisteus estavam se posicionando em linha de batalha, frente a frente. 22 Davi deixou o que havia trazido com o responsável pelos suprimentos e correu para a linha de batalha para saber como estavam os seus irmãos. 23 Enquanto conversava com eles, Golias, o guerreiro filisteu de Gate, avançou desde a linha de batalha e lançou o seu desafio habitual, e Davi o ouviu. 24 Quando os israelitas viram o homem, todos fugiram cheios de medo.
25 Os israelitas diziam entre si:
— Vocês viram aquele homem que subiu? Ele veio desafiar Israel. O rei dará grandes riquezas a quem o vencer. Também lhe dará a sua filha em casamento e isentará de impostos em Israel a família do seu pai.
26 Davi perguntou aos soldados que estavam ao seu lado:
— O que será feito ao homem que matar esse filisteu e salvar a honra de Israel? Quem é este filisteu incircunciso para desafiar os exércitos do Deus vivo?
27 Repetiram a Davi o que haviam comentado e lhe disseram:
— É isso que será feito ao homem que matá-lo.
28 Quando Eliabe, o irmão mais velho, ouviu Davi falando com os soldados, ficou muito irritado com ele e perguntou:
— Por que você veio até aqui? Com quem deixou aquelas poucas ovelhas no deserto? Sei que você é presunçoso e que o seu coração é mau; você veio só para ver a batalha.
29 Davi respondeu:
— O que fiz agora? Será que não posso nem mesmo conversar?
30 Ele, então, se virou para outro e fez a mesma pergunta, e os homens responderam-lhe como antes.
31 As palavras de Davi chegaram aos ouvidos de Saul, que o mandou chamar.
32 Davi disse a Saul:
— Ninguém deve ficar com o coração abatido por causa desse filisteu; o teu servo irá e lutará contra ele.
33 Saul respondeu:
— Você não tem condições de lutar contra esse filisteu; você é apenas um rapaz, e ele é um guerreiro desde a sua juventude.
34 Davi, entretanto, disse a Saul:
— Eu, o teu servo, apascentava as ovelhas do meu pai; quando vinha um leão ou um urso e levava uma ovelha do rebanho, 35 eu saía atrás dele, o feria e livrava a ovelha da sua boca. Quando ele se levantava contra mim, eu o segurava pela juba e lhe dava golpes até matá-lo. 36 O teu servo pôde matar um leão e um urso; esse filisteu incircunciso será como um deles, pois desafiou os exércitos do Deus vivo. 37 Davi concluiu: "O Senhor que me livrou das garras do leão e das garras do urso me livrará das mãos desse filisteu".
Diante disso, Saul disse a Davi:
— Vá, e que o Senhor esteja com você.
38 Saul vestiu Davi com a sua própria túnica, colocou nele uma armadura e lhe pôs um capacete de bronze na cabeça. 39 Davi prendeu a espada sobre a túnica e tentou andar, porque não estava acostumado com aquilo.
Ele disse a Saul:
— Não consigo andar com isto, pois não estou acostumado.
Então, tirou tudo aquilo. 40 Em seguida, pegou o seu cajado, escolheu no riacho cinco pedras lisas e colocou-as na bolsa, isto é, no seu alforje de pastor; com a sua funda na mão, aproximou-se do filisteu.
41 Enquanto isso, o filisteu, com o seu escudeiro à frente, aproximava-se de Davi. 42 Ele olhou para Davi com desprezo, pois viu que era só um rapaz, ruivo e de boa aparência. 43 Ele disse a Davi:
— Por acaso, sou um cão, para que você venha contra mim com pedaços de pau?
Invocando os seus deuses, o filisteu amaldiçoou Davi, 44 dizendo:
— Venha aqui, e darei a sua carne às aves do céu e aos animais do campo!
45 Davi, porém, disse ao filisteu:
— Você vem contra mim com espada, com lança e com dardos, mas eu vou contra você em nome do Senhor dos Exércitos, o Deus dos exércitos de Israel, a quem você desafiou. 46 Hoje mesmo o Senhor o entregará nas minhas mãos, eu o matarei e cortarei a sua cabeça. Hoje mesmo darei os cadáveres do exército filisteu às aves do céu e aos animais selvagens, e toda a terra saberá que há Deus em Israel. 47 Todos os que estão aqui reunidos saberão que não é por espada nem por lança que o Senhor concede vitória. A batalha é do Senhor, e ele entregará todos vocês nas nossas mãos.
48 Quando o filisteu começou a vir na direção de Davi, este correu para a linha de batalha para enfrentá-lo. 49 Tirando uma pedra do alforje, arremessou-a com a funda e atingiu o filisteu na testa, de tal modo que ela ficou encravada, e ele caiu, dando com o rosto no chão.
50 Assim, Davi venceu o filisteu com uma funda e uma pedra; sem espada na mão, derrubou o filisteu e o matou.
51 Davi correu, pôs os pés sobre ele e, desembainhando a espada do filisteu, acabou de matá-lo, cortando-lhe a cabeça com ela.
Quando os filisteus viram que o seu guerreiro estava morto, recuaram e fugiram. 52 Então, os homens de Israel e de Judá deram o grito de guerra e perseguiram os filisteus até a entrada de Gate17.52 Conforme alguns manuscritos da Septuaginta. O Texto Massorético traz até um vale. e até as portas de Ecrom. Cadáveres de filisteus ficaram espalhados ao longo da estrada de Saaraim até Gate e Ecrom. 53 Quando os israelitas voltaram da perseguição aos filisteus, levaram tudo o que havia no acampamento deles. 54 Davi pegou a cabeça do filisteu, levou-a para Jerusalém e guardou as armas do filisteu na sua própria tenda.
55 Quando Saul viu Davi avançando para enfrentar o filisteu, perguntou a Abner, o comandante do exército:
— Abner, quem é o pai daquele rapaz?
Abner respondeu:
— Tão certo como vive a tua alma, ó rei, eu não sei.
56 O rei ordenou-lhe:
— Descubra quem é o pai dele.
57 Logo que Davi voltou, depois de ter matado o filisteu e com a cabeça de Golias ainda na mão, Abner levou-o diante de Saul.
58 Saul lhe perguntou:
— De quem você é filho, jovem?
Davi respondeu:
— Sou filho do teu servo Jessé, de Belém.