Ο Κύριος καλεί το Σαμουήλ
1 Ο νεαρός Σαμουήλ υπηρετούσε τον Κύριο, με την επίβλεψη του Ηλεί. Την εποχή εκείνη σπάνια ο Κύριος μιλούσε ή εμφανιζόταν απ’ ευθείας σε άνθρωπο. 2 Μια νύχτα, ο Ηλεί κοιμόταν στο δωμάτιό του. Τα μάτια του είχαν εξασθενήσει και δεν έβλεπε. 3 Ο Σαμουήλ κοιμόταν κι αυτός μέσα στον οίκο του Κυρίου, όπου βρισκόταν η κιβωτός του Θεού. Η λυχνία του Θεού δεν είχε ακόμα σβήσει,Κατά το Εξ 25:22 ο Θεός μιλούσε πάνω από την κιβωτό σ’ αυτούς που βρίσκονταν μέσα στο αγιαστήριο. – Για την επτάφωτη λυχνία, η οποία έπρεπε να καίει όλη τη νύχτα, βλ. Εξ 27:20-21.4 κι ο Κύριος φώναξε το Σαμουήλ.
Εκείνος απάντησε: «Εδώ είμαι!» 5 κι έτρεξε στον Ηλεί. «Με φώναξες; Εδώ είμαι», του είπε. Αλλά ο Ηλεί του απάντησε: «Δε σε φώναξα. Πήγαινε να κοιμηθείς». Έτσι ο Σαμουήλ πήγε και κοιμήθηκε.
6 Αλλά ο Κύριος φώναξε πάλι το Σαμουήλ. Αυτός ξανασηκώθηκε και πήγε στον Ηλεί. «Με φώναξες; Εδώ είμαι», του λέει. Ο Ηλεί του απάντησε: «Παιδί μου, δε σε φώναξα. Πήγαινε να κοιμηθείς».
7 Ο Σαμουήλ δεν είχε ακόμα γνωρίσει ο ίδιος τον Κύριο ούτε είχε ακούσει προσωπικά τη φωνή του. 8 Ο Κύριος φώναξε πάλι το Σαμουήλ για τρίτη φορά. Κι ο Σαμουήλ σηκώθηκε, πήγε στον Ηλεί και του είπε: «Με φώναξες; Εδώ είμαι». Τότε κατάλαβε ο Ηλεί ότι ήταν ο Κύριος που μιλούσε στο παιδί. 9 Και είπε στο Σαμουήλ: «Πήγαινε, κοιμήσου. Και αν κανείς σε φωνάξει, να του απαντήσεις: "μίλα, Κύριε· ο δούλος σου ακούει"».
Ο Σαμουήλ έφυγε και πήγε να κοιμηθεί στη γωνιά του. 10 Ο Κύριος ήρθε και παρουσιάστηκε εκεί και φώναξε, όπως τις προηγούμενες φορές: «Σαμουήλ, Σαμουήλ!» Κι ο Σαμουήλ απάντησε: «Μίλα, ο δούλος σου ακούει». 11 Ο Κύριος τότε του είπε: «Κοίτα· εγώ θα κάνω στο λαό του Ισραήλ κάτι, που όποιος το ακούει θα του έρχεται ζάλη. 12 Την ημέρα εκείνη θα πραγματοποιήσω σχετικά με τον Ηλεί όλα όσα έχω πει για την οικογένειά του, χωρίς να παραλείψω τίποτε. 13 Του έχω αναγγείλει ότι θα τιμωρήσω την οικογένειά του μια για πάντα, γιατί οι γιοι του περιφρόνησαν εμένα το Θεό· κι ενώ αυτός ήξερε την αμαρτία τους, δεν τους τιμώρησε. 14 Γι’ αυτό δήλωσα με όρκο στην οικογένεια του Ηλεί ότι η αμαρτία τους δε θα συγχωρηθεί ποτέ, ούτε με θυσίες ούτε με προσφορές».
15 Ο Σαμουήλ κοιμήθηκε ως το πρωί· έπειτα σηκώθηκε κι άνοιξε τις πόρτες του οίκου του Κυρίου. Φοβόταν όμως να φανερώσει στον Ηλεί το όραμά του. 16 Ο Ηλεί τον φώναξε και του είπε: «Σαμουήλ, γιε μου». Κι εκείνος απάντησε: «Ορίστε». 17 «Τι σου είπε ο Κύριος;» τον ρώτησε. «Μη μου κρύψεις τίποτα. Ο Θεός να σε τιμωρήσει αυστηρά, αν μου κρύψεις κάτι απ’ αυτά που σου είπε». 18 Έτσι ο Σαμουήλ του ανέφερε όλα όσα άκουσε, χωρίς να του κρύψει τίποτα. Τότε ο Ηλεί είπε: «Ο Κύριος ήταν! Ας κάνει ό,τι αυτός κρίνει καλό».
19 Ο Σαμουήλ μεγάλωνε κι ο Κύριος ήταν μαζί του. Κανένας από τους λόγους του Κυρίου δεν έμενε απραγματοποίητος. 20 Έτσι οι Ισραηλίτες, από Δαν έως Βέερ-Σεβά,από Δαν έως Βέερ-Σεβά. Βλ. υποσ. εις Κρ 20:1. ήξεραν όλοι πως ο Σαμουήλ είχε οριστεί προφήτης του Κυρίου. 21 Ο Κύριος εξακολούθησε να φανερώνεται στη Σιλώ. Εκεί εμφανιζόταν στο Σαμουήλ και του αποκάλυπτε το λόγο του,
O chamado de Samuel
1 O menino Samuel ministrava diante do Senhor sob a direção de Eli; naqueles dias, raramente o Senhor falava, e as visões não eram frequentes.
2 Certa noite, Eli, cujos olhos estavam ficando tão fracos que já não conseguia enxergar, estava deitado no lugar de costume. 3 A lâmpada de Deus ainda não havia se apagado, e Samuel estava deitado no santuário do Senhor, onde se encontrava a arca de Deus. 4 Então, o Senhor chamou Samuel, e este respondeu:
— Aqui estou.
5 Ele correu até Eli e disse:
— Aqui estou; o senhor me chamou?
Eli, porém, disse:
— Eu não o chamei; volte e deite-se.
Ele foi e se deitou.
6 De novo, o Senhor chamou:
— Samuel!
Samuel se levantou e foi até Eli e disse:
— Aqui estou; o senhor me chamou?
— Meu filho, eu não o chamei; volte e deite-se — respondeu Eli.
7 Ora, Samuel ainda não conhecia o Senhor. A palavra do Senhor ainda não lhe havia sido revelada.
8 O Senhor chamou Samuel pela terceira vez. Ele se levantou, foi até Eli e disse:
— Aqui estou; o senhor me chamou?
Eli percebeu que o Senhor estava chamando o menino 9 e lhe disse:
— Vá e deite-se; se ele o chamar, diga: "Fala, Senhor, pois o teu servo ouve".
Então, Samuel foi deitar-se no seu lugar.
10 Veio o Senhor, colocou-se de pé e o chamou como nas outras vezes:
— Samuel, Samuel!
Samuel respondeu:
— Fala, pois o teu servo ouve.
11 O Senhor disse a Samuel:
— Vou realizar em Israel algo que fará tinir os ouvidos de todos os que ficarem sabendo. 12 Nessa ocasião, executarei contra Eli tudo o que falei contra a família dele, do começo ao fim. 13 Pois eu disse a ele que julgaria a sua família para sempre, por causa do pecado dos seus filhos, do qual ele tinha consciência; os filhos dele blasfemavam contra Deus,3.13 Conforme uma antiga tradição dos escribas hebreus e a Septuaginta. O Texto Massorético traz os seus filhos amaldiçoavam a si mesmos. mas ele não os puniu. 14 Por isso, jurei à família de Eli: "Jamais se fará expiação pela culpa da família de Eli nem com sacrifício nem com oferta".
15 Samuel ficou deitado até de manhã e, então, abriu as portas da casa do Senhor. Ele teve medo de contar a visão a Eli, 16 mas este o chamou e disse:
— Samuel, meu filho.
— Aqui estou — respondeu Samuel.
17 Eli perguntou:
— O que o Senhor disse a você? Por favor, não esconda de mim. Deus o castigue, e o faça com muita severidade, se você esconder de mim qualquer coisa do que ele tenha dito.
18 Então, Samuel lhe contou tudo sem esconder nada, e Eli disse:
— Ele é o Senhor; que faça o que for bom aos olhos dele.
19 Enquanto Samuel crescia, o Senhor estava com ele e fazia que todas as suas palavras se cumprissem. 20 Todo o Israel, desde Dã até Berseba, soube que Samuel estava confirmado como profeta do Senhor. 21 O Senhor continuou a aparecer em Siló, pois foi ali que o Senhor se revelou a Samuel por meio da sua palavra.