Pular para o conteúdo
Publicidade

1 Samuel 21

NVI

1 Ο Δαβίδ σηκώθηκε κι έφυγε, ενώ ο Ιωνάθαν γύρισε στην πόλη.Σε ορισμένες μετ. ο στ. 1 αποτελεί τμήμα του στ. 20:42· οπότε οι στ. 21:2-16 αριθμούνται σ’ αυτές ως 21:1-15.

Ο Δαβίδ δραπετεύει από το Σαούλ

2 Ο Δαβίδ έφτασε στη Νωβ, στον ιερέα Αχιμέλεχ. Ο Αχιμέλεχ φοβισμένος πήγε να τον προϋπαντήσει. «Γιατί ήρθες μόνος σου, χωρίς συνοδεία;» τον ρώτησε.

3 Ο Δαβίδ του απάντησε: «Με στέλνει ο βασιλιάς. Μου ανέθεσε μια υπόθεση και με διέταξε να μη μάθει κανείς τίποτε γιαυτήν. Γιαυτό κι εγώ διέταξα τους άντρες μου να με περιμένουν σένα ορισμένο σημείο. 4 Τώρα, λοιπόν, από τρόφιμα τι έχεις; Δώσε μου πέντε καρβέλια ή ό,τι άλλο σου βρίσκεται».

5 «Δεν έχω κοινό ψωμί», του απάντησε ο ιερέας, «αλλά ψωμί αγιασμένο,ψωμί αγιασμένο. Βλ. σχετικά εις Λευ 24:5-9. αρκεί οι άντρες να έχουν φυλαχτεί καθαροί, τουλάχιστον από γυναίκα».

6 Ο Δαβίδ του απάντησε: «Και βέβαια! Ήταν αδύνατο να πλησιάσουμε γυναίκα από τότε που ξεκινήσαμε, εδώ και τρεις μέρες. Τα σώματα των αντρών μου είναι πάντα καθαρά, έστω κι αν πηγαίνουμε σε μια συνηθισμένη αποστολή. Πολύ περισσότερο σήμερα που έχουμε ειδική αποστολή».

7 Έτσι του έδωσε ο ιερέας το αγιασμένο ψωμί. Δεν υπήρχε εκεί άλλο, εκτός από τους άρτους της προθέσεως, οι οποίοι μόλις είχαν αντικατασταθεί, και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί φρέσκα ψωμιά ενώπιον του Κυρίου. 8 Εκείνη τη μέρα βρισκόταν εκεί στο αγιαστήριο ένας δούλος του Σαούλ, που ονομαζόταν Δωέγ· ήταν Εδωμίτης και αρχηγός των βοσκών του Σαούλ.

9 Ο Δαβίδ είπε στον Αχιμέλεχ: «Μήπως σου βρίσκεται εδώ κανένα ακόντιο ή ξίφος; Δεν πήρα μαζί μου ούτε το ξίφος μου ούτε τα όπλα μου, γιατί η υπόθεση του βασιλιά ήταν κατεπείγουσα».

10 «Είναι το ξίφος του Γολιάθ, του Φιλισταίου», του απάντησε ο ιερέας, «που τον σκότωσες στην Κοιλάδα Ηλά. Το χω εδώ τυλιγμένο σέναν μανδύα, πίσω από το εφώδ. Αν θέλεις πάρτο. Δεν υπάρχει άλλο εκτός απαυτό».

«Δώσμου το», είπε ο Δαβίδ. «Δεν υπάρχει καλύτερο απαυτό».

Ο Δαβίδ καταφεύγει στο βασιλιά των Φιλισταίων

11 Την ίδια εκείνη μέρα ο Δαβίδ συνέχισε τη φυγή του από το Σαούλ, ώσπου έφτασε στον Αχίς, βασιλιά της Γαθ. 12 Οι αξιωματούχοι του Αχίς είπαν στο βασιλιά τους: «Αυτός δεν είναι ο Δαβίδ, ο βασιλιάς της χώρας του Ισραήλ; Δεν είναι γιαυτόν που οι γυναίκες καθώς χόρευαν έλεγαν:

Ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες

μα ο Δαβίδ μυριάδες;»

13 Ο Δαβίδ κατάλαβε τη βαρύτητα που είχαν αυτά τα λόγια, κι άρχισε να φοβάται πάρα πολύ τον Αχίς. 14 Έκανε, λοιπόν, τον τρελό μπροστά τους, συμπεριφερόταν σαν ανόητος όταν τον πιάνανε, χάραζε σχήματα πάνω στις πόρτες κι άφηνε το σάλιο του να τρέχει πάνω στα γένεια του.

15 Είπε λοιπόν ο Αχίς στους αξιωματούχους του: «Δε βλέπετε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι τρελός; Τι μου τον φέρατε; 16 Μήπως έχω ανάγκη από τέτοιους και τον φέρατε για να κάνει τις τρέλες του μπροστά μου; Ήταν ανάγκη να ρθεί στο ανάκτορό μου;»

Davi vai para Nobe

1 Davi foi falar com o sacerdote Aimeleque, em Nobe. Aimeleque tremia de medo quando se encontrou com ele e perguntou:

Por que você está sozinho? Ninguém veio com você?

2 Davi respondeu:

O rei me encarregou de uma missão e me disse: "Ninguém deve saber coisa alguma sobre a sua missão e sobre as suas instruções". Eu ordenei aos meus soldados que se encontrassem comigo em certo lugar. 3 Agora, o que você pode oferecer-me? Dê-me cinco pães ou algo que tiver.

4 O sacerdote, contudo, respondeu a Davi:

Não tenho pão comum; somente pão consagrado. Se os soldados não tiveram relações sexuais com mulheres recentemente, podem comê-lo.

5 Davi respondeu:

Certamente que não, pois é o nosso costume sempre que saímos em campanha. Não tocamos em mulher. Esses homens mantêm o corpo puro mesmo em missões comuns. Quanto mais hoje!

6 Então, o sacerdote lhe deu os pães consagrados, visto que não havia outro além dos pães da Presença, que era retirado de diante do Senhor e substituído pelo pão quente do dia.

7 Aconteceu que um dos servos de Saul estava ali naquele dia, cumprindo os seus deveres diante do Senhor; era o edomita Doegue, chefe dos pastores de Saul.

8 Davi perguntou a Aimeleque:

Você tem uma lança ou uma espada aqui? Não trouxe a minha espada nem nenhuma outra arma, pois o rei exigiu urgência.

9 O sacerdote respondeu:

A espada de Golias, o filisteu que você matou no vale de Elá, está enrolada em um pano atrás do colete sacerdotal. Se quiser, pegue-a para você, pois não outra espada aqui, exceto esta.

Davi disse:

Não poderia haver outra melhor; dê-me essa espada.

Davi foge para Gate

10 Naquele dia, Davi fugiu de Saul e foi procurar Aquis, rei de Gate. 11 Contudo, os servos de Aquis lhe disseram:

Não é este Davi, o rei da terra? Não é aquele acerca de quem cantavam nas danças:

" Saul matou milhares;

Davi, dezenas de milhares?".

12 Davi levou a sério aquelas palavras e ficou com muito medo de Aquis, rei de Gate. 13 Por isso, na presença deles fingiu que estava louco; enquanto esteve com eles, agiu como louco, riscando as portas da cidade e deixando escorrer saliva pela barba.

14 Então, Aquis disse aos seus servos:

Vejam este homem! Ele está louco! Por que trazê-lo aqui? 15 Será que me faltam loucos para que vocês tragam mais este para fazer loucuras na minha presença? O que ele veio fazer no meu palácio?

Veja também