Pular para o conteúdo
Publicidade

1 Samuel 14

NVI

1 Μια μέρα, ο Ιωνάθαν, γιος του Σαούλ, είπε στο νεαρό οπλοφόρο του: «Έλα να περάσουμε ως τη φρουρά των Φιλισταίων, που είναι εκεί απέναντι». Δε φανέρωσε όμως τίποτα στον πατέρα του. 2 Ο Σαούλ βρισκόταν στη Γιβεά, στην άκρη της πόλης, κάτω από τη ροδιά της Μιγρών· ο στρατός που ήταν μαζί του έφτανε περίπου τους εξακόσιους άντρες. 3 Ως ιερέας εκεί υπηρετούσε ο Αχιά, γιος του Αχιτούβ και ανεψιός του Ιχαβώδ, γιου του Φινεές και εγγονού του Ηλεί, που ήταν ιερέας του Κυρίου στη Σιλώ. Ο λαός δεν ήξερε ότι ο Ιωνάθαν είχε φύγει.

4 Ανάμεσα στις διαβάσεις, από όπου προσπαθούσε ο Ιωνάθαν να φτάσει στη φρουρά των Φιλισταίων, υπήρχε ένα πέρασμα μέσα από δύο βραχώδεις αιχμές. Η μια αιχμή ονομαζόταν Βωσές και η άλλη Σέννε. 5 Η πρώτη υψώνεται βόρεια και βλέπει προς τη Μιχμάς και η άλλη νότια και βλέπει προς τη Γεβά. 6 Ο Ιωνάθαν είπε στο νέο που σήκωνε τα όπλα του: «Έλα να περάσουμε ως τη φρουρά αυτών των απερίτμητων. Ίσως ο Κύριος κάνει κάτι για μας. Τίποτα δεν τον εμποδίζει να μας δώσει τη νίκη, αδιάφορο αν είμαστε πολλοί ή λίγοι». 7 Ο οπλοφόρος του τού είπε: «Όπως νομίζεις. Εγώ είμαι μαζί σου. Ό,τι θέλεις εσύ, το θέλω κι εγώ». 8 Τότε είπε ο Ιωνάθαν: «Κοίτα, θα προχωρήσουμε προς αυτούς τους άντρες και θα τους φανερωθούμε. 9 Αν μας πουν: "περιμένετε να έρθουμε προς το μέρος σας", τότε θα σταθούμε στη θέση μας και δε θα προχωρήσουμε προς αυτούς. 10 Αν όμως μας πουν: "ανεβείτε προς τα δω", τότε θα ανεβούμε, γιατί αυτό θα είναι για μας το σημάδι ότι ο Κύριος θα τους παραδώσει στην εξουσία μας».

11 Έτσι φανερώθηκαν στη φρουρά των Φιλισταίων. Εκείνοι όταν τους είδαν είπαν μεταξύ τους: «Να οι Εβραίοι, βγαίνουν απτις κρυψώνες τους». 12 Τότε οι άντρες της φρουράς φώναξαν στον Ιωνάθαν και στον οπλοφόρο του: «Ανεβείτε προς τα δω να σας πούμε κάτι». Τότε ο Ιωνάθαν είπε στον οπλοφόρο του: «Ακολούθησέ με, γιατί ο Κύριος θα τους παραδώσει στους Ισραηλίτες». 13 Σκαρφάλωσε, λοιπόν, ο Ιωνάθαν με τα χέρια του και με τα πόδια του και ο οπλοφόρος του τον ακολουθούσε. Ο Ιωνάθαν χτυπούσε κι έριχνε κάτω τους Φιλισταίους, ενώ ο οπλοφόρος πίσω του τους σκότωνε.

14 Στην πρώτη αυτή σφαγή, ο Ιωνάθαν κι ο οπλοφόρος του σκότωσαν περίπου είκοσι άντρες, μέσα σε μισό στρέμμα γης. 15 Τρόμος επικράτησε στο στρατόπεδο, στα χωράφια και σόλο τον στρατό των Φιλισταίων· η φρουρά και οι καταδρομείς τρόμαξαν κι αυτοί. Κοντά σαυτά, η γη σείστηκε και δημιουργήθηκε πανικός σαν να προερχόνταν από το Θεό.

Η ήττα των Φιλισταίων

16 Οι παρατηρητές του Σαούλ, από τη Γιβεά στην περιοχή Βενιαμίν, είδαν ότι στο στρατόπεδο των Φιλισταίων έπεσε πανικός και το πλήθος έφευγε από δω κι από κει. 17 Τότε ο Σαούλ είπε στο στρατό του: «Μετρηθείτε, να δείτε ποιος έφυγε από δω». Μετρήθηκαν και είδαν ότι έλειπε ο Ιωνάθαν και ο οπλοφόρος του. 18 Τότε είπε ο Σαούλ στον Αχιά: «Φέρε το εφώδ»,εφώδ, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «την κιβωτό». γιατί εκείνο τον καιρό αυτός υπηρετούσε ως ιερέας στους Ισραηλίτες. 19 Ενώ ο Σαούλ μιλούσε ακόμα με τον ιερέα, ο θόρυβος στο στρατόπεδο των Φιλισταίων γινόταν ολοένα και μεγαλύτερος. Έτσι ο Σαούλ είπε στον ιερέα: «Δε χρειάζεται να συμβουλευτείς τον Κύριο». 20 Τότε ο Σαούλ και ο στρατός του συγκεντρώθηκαν και προχώρησαν στο σημείο όπου θα δινόταν η μάχη. Βλέπουν τότε τους Φιλισταίους να σφάζονται μεταξύ τους μέσα σε μια απερίγραπτη σύγχυση.

21 Μερικοί Εβραίοι που είχαν προσχωρήσει στους Φιλισταίους και είχαν έρθει από κει γύρω στο στρατόπεδό τους, ενώθηκαν τώρα κι αυτοί με τους Ισραηλίτες που ήταν μαζί με το Σαούλ και τον Ιωνάθαν. 22 Επίσης οι Ισραηλίτες που είχαν κρυφτεί στην ορεινή περιοχή της φυλής Εφραΐμ, όταν άκουσαν ότι οι Φιλισταίοι είχαν τραπεί σε φυγή, τους καταδίωξαν κι αυτοί πολεμώντας τους. 23 Εκείνη την ημέρα ο Κύριος ελευθέρωσε τους Ισραηλίτες, κι ο πόλεμος επεκτάθηκε και πέρα από τη Βαιθ-Αυέν.

Η ανώφελη νηστεία εξαντλεί το λαό

24 Ο στρατός που ακολουθούσε το Σαούλ έφτανε περίπου τους δέκα χιλιάδες άντρες. Ο πόλεμος επεκτάθηκε σόλη την ορεινή περιοχή της φυλής Εφραΐμ. Αλλά ο Σαούλ έκανε εκείνη τη μέρα ένα μεγάλο σφάλμα: Απείλησε το στρατό του με μια κατάρα. «Καταραμένος», είπε, «ο άνθρωπος που θα φάει τροφή ως το βράδυ κι ώσπου να πάρω εκδίκηση από τους εχθρούς μου».Η νηστεία αυτή πιθανώς αποτελεί πρακτική που αποσκοπούσε στην επίτευξη βοήθειας από το Θεό για να νικήσουν τον εχθρό. Έτσι κανένας από το λαό δεν έφαγε τίποτα. 25 Ήρθαν όλοι σένα δάσος, όπου υπήρχε πολύ μέλι, ακόμα και κάτω στο έδαφος. 26 Μπαίνοντας στο δάσος, οι στρατιώτες είδαν το μέλι να τρέχει άφθονο αλλά κανείς δεν άπλωνε χέρι να φάει, γιατί φοβούνταν τον όρκο.

27 Ο Ιωνάθαν όμως δεν ήξερε ότι ο πατέρας του είχε δεσμεύσει με τον όρκο το στρατό. Έτσι άπλωσε την άκρη του ραβδιού του, τη βούτηξε σε μια κερήθρα μέλι, έφαγε και τονώθηκε. 28 Τότε ένας στρατιώτης τού φώναξε: «Ο πατέρας σου έχει επιβάλει βαρύ όρκο στο στρατό: Καταραμένος ο άνθρωπος που θα φάει σήμερα τροφή». Γιαυτό είναι όλοι τους εξαντλημένοι. 29 Ο Ιωνάθαν απάντησε: «Ο πατέρας μου έφερε δυστυχία στη χώρα. Κοιτάξτε εγώ πώς αναζωογονήθηκα μόλις δοκίμασα λίγο απαυτό το μέλι. 30 Πόσο καλύτερα θα αισθανόταν ο λαός σήμερα αν έτρωγε καλά από τα λάφυρα που πήρε απτους εχθρούς του! Η σφαγή των Φιλισταίων θα ήταν πολύ μεγαλύτερη».

31 Εκείνη τη μέρα οι Ισραηλίτες χτύπησαν τους Φιλισταίους από τη Μιχμάς ως την Αϊαλών, αλλά ο στρατός ήταν πάρα πολύ εξαντλημένος. 32 Έτσι ρίχτηκαν όλοι στα λάφυρα: πήραν πρόβατα, βόδια και μοσχάρια· τα έσφαξαν επί τόπου και τα έτρωγαν με το αίμα. 33 Όταν ανάγγειλαν στο Σαούλ ότι ο στρατός αμάρτανε ενώπιον του Κυρίου τρώγοντας και το αίμα των ζώων, αυτός είπε: «Είσαστε παραβάτες! Κυλίστε μου εδώ αμέσως ένα μεγάλο λιθάρι». 34 Μετά τους είπε: «Σκορπιστείτε ανάμεσα στους στρατιώτες και πέστε τους να μου φέρουν εδώ καθένας το βόδι του ή το αρνί του και να τα σφάξουν εδώ και να τα φάνε· και να μην αμαρτάνουν ενώπιον του Κυρίου τρώγοντας το αίμα». Εκείνη τη νύχτα, λοιπόν, έφεραν όλοι τα ζώα τους και τα έσφαξαν εκεί. 35 Έτσι έχτισε ο Σαούλ θυσιαστήριο για τον Κύριο.

Αυτό ήταν το πρώτο θυσιαστήριο που έχτισε.

36 Έπειτα ο Σαούλ έδωσε διαταγή: «Ας κατεβούμε να επιτεθούμε στους Φιλισταίους τη νύχτα· ως το πρωί θα τους έχουμε εξοντώσει· δε θα μείνει κανένας από δαύτους». Οι στρατιώτες τού απάντησαν: «Κάνε όπως νομίζεις». Κι ο ιερέας είπε: «Ας συμβουλευτούμε πρώτα το Θεό». 37 Ο Σαούλ ρώτησε το Θεό: «Να καταδιώξω τους Φιλισταίους; Θα τους παραδώσεις στην εξουσία μας;» Αλλά εκείνη την ημέρα ο Θεός δεν του αποκρίθηκε. 38 Διέταξε τότε ο Σαούλ: «Πλησιάστε εδώ όλοι οι αξιωματικοί του στρατού και ψάξτε να βρείτε ποια αμαρτία έγινε σήμερα. 39 Ορκίζομαι στον αληθινό Θεό, που ελευθέρωσε τον Ισραήλ, ότι ακόμη κι αν ο γιος μου ο Ιωνάθαν βρεθεί ένοχος, οπωσδήποτε θα πεθάνει». Κανείς όμως από το στρατό δεν του είπε τίποτα.

40 Αυτός συνέχισε: «Όλοι εσείς σταθείτε από το ένα μέρος, κι εγώ με τον Ιωνάθαν θα σταθούμε από το άλλο». Οι στρατιώτες τού απάντησαν «Κάνε όπως νομίζεις». 41 Τότε ο Σαούλ ρώτησε τον Κύριο: «Θεέ του Ισραήλ, γιατί δεν αποκρίθηκες σήμερα στο δούλο σου; Κύριε, Θεέ του Ισραήλ, αν είμαι ένοχος εγώ ή ο γιος μου Ιωνάθαν, ας βγει ο κλήρος Ουρίμ· αν όμως είναι ένοχος ο λαός Ισραήλ,Θεέ του Ισραήλ...δούλο σου...αν είμαι ένοχος...λαός Ισραήλ, κατά τους Ο΄. Στο εβρ. αυτές οι φρ. δεν υπάρχουν. τότε ας βγει ο κλήρος Θουμμίμ».Ουρίμ...Θουμμίμ. Βλ. υποσ. εις Εξ 28:30.

Ο κλήρος έπεσε στον Ιωνάθαν και στο Σαούλ, ενώ ο στρατός αποδείχτηκε αθώος. 42 Τότε είπε ο Σαούλ: «Ρίξτε κλήρο ανάμεσα σεμένα και στον Ιωνάθαν». Κι ο κλήρος έπεσε στον Ιωνάθαν. 43 Τότε ρώτησε ο Σαούλ τον Ιωνάθαν: «Πες μου τι έκανες». Κι ο Ιωνάθαν του τα φανέρωσε όλα: «Δοκίμασα λίγο μέλι», του είπε, «με την άκρη του ραβδιού μου. Αλλά, νά, είμαι έτοιμος να πεθάνω». 44 Ο Σαούλ απάντησε: «Ο Θεός να με τιμωρήσει σκληρά αν δεν πεθάνεις, Ιωνάθαν».

Η βασιλεία του Σαούλ και η οικογένειά του

45 Αλλά οι στρατιώτες είπαν στο Σαούλ: «Ο Ιωνάθαν θα πεθάνει; Αυτός που έφερε τέτοια μεγάλη νίκη στον Ισραήλ; Αυτό δε θα γίνει ποτέ. Ορκιζόμαστε στον αληθινό Θεό, πως ούτε μια τρίχα από το κεφάλι του δε θα πέσει στη γη, γιατί με τη βοήθεια του Θεού έπραξε ό,τι έπραξε σήμερα». Έτσι ο λαός γλίτωσε τον Ιωνάθαν από βέβαιο θάνατο.

46 Μετά απαυτά, ο Σαούλ σταμάτησε την καταδίωξη των Φιλισταίων, κι εκείνοι γύρισαν πίσω στον τόπο τους.

Ανταγωνισμοί στην οικογένεια του Σαούλ

47 Από τότε που έγινε ο Σαούλ βασιλιάς στο λαό Ισραήλ, πολέμησε όλους τους εχθρούς του ολόγυρα. Τους Μωαβίτες, τους Αμμωνίτες, τους Εδωμίτες, τα βασίλεια της Σωβά κι εκείνα των Φιλισταίων. Όπου κι αν στρεφόταν νικούσε.νικούσε, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «έκανε το κακό».48 Έδειξε γενναιότητα και νίκησε τους Αμαληκίτες, και έσωσε τους Ισραηλίτες από κείνους που τους λεηλατούσαν.

49 Γιοι του Σαούλ ήταν ο Ιωνάθαν, ο ΙσβίΙσβί. Πιθανώς το ίδιο πρόσωπο με τον Ισβόσεθ εις Β΄ Σαμ 2:8 κ.εξ. και ο Μαλκί-Σουά. Τα ονόματα των δύο θυγατέρων του ήταν: Μεράβ της πρωτότοκης και Μιχάλ της μικρότερης. 50 Η γυναίκα του Σαούλ ονομαζόταν Αχινοάμ, και ήταν κόρη του Αχιμάας· ο αρχιστράτηγός του ονομαζόταν Αβενήρ, και ήταν γιος του Νηρ, θείου του Σαούλ. 51 Ο Κις, πατέρας του Σαούλ, και ο Νηρ, πατέρας του Αβενήρ, ήταν γιοι του Αβιήλ.

52 Όσον καιρό ήταν βασιλιάς ο Σαούλ πολεμούσε σκληρά εναντίον των Φιλισταίων. Κι όταν έβλεπε κάποιον άντρα γενναίο και δυνατό, τον έπαιρνε στο στρατό του.

1 Certo dia, Jônatas, filho de Saul, disse ao seu jovem escudeiro:

Vamos ao destacamento filisteu, do outro lado.

Ele, porém, não contou isso ao seu pai.

2 Saul estava sentado debaixo de uma romãzeira na fronteira de Gibeá, em Migrom. Com ele estavam uns seiscentos soldados, 3 entre os quais Aías, que levava o colete sacerdotal. Ele era filho de Aitube, irmão de Icabode, filho de Fineias e neto de Eli, o sacerdote do Senhor em Siló. Ninguém sabia que Jônatas havia saído.

4 Em cada lado do desfiladeiro que Jônatas pretendia atravessar para chegar ao destacamento filisteu, havia um penhasco íngreme; um se chamava Bozez; o outro, Sené. 5 Havia um penhasco ao norte, na direção de Micmás, e outro ao sul, na direção de Geba.

6 Jônatas disse ao seu escudeiro:

Vamos ao destacamento daqueles incircuncisos. Talvez o Senhor aja em nosso favor, pois nada pode impedir o Senhor de salvar, seja com muitos, seja com poucos.

7 O escudeiro disse:

Faz tudo o que tiveres em mente; eu irei contigo.14.7 Hebraico: aqui estou contigo, como o teu coração.

8 Jônatas respondeu:

Vamos atravessar na direção dos soldados e deixaremos que nos avistem. 9 Se nos disserem: "Esperem até que cheguemos perto", ficaremos onde estivermos e não avançaremos. 10 Se, porém, disserem: "Subam até aqui", subiremos, pois este será um sinal para nós de que o Senhor os entregou nas nossas mãos.

11 Então, os dois se deixaram ver pelo destacamento dos filisteus, que disseram:

Vejam, os hebreus estão saindo dos buracos onde estavam escondidos.

12 Eles gritaram para Jônatas e o seu escudeiro:

Subam até aqui, e daremos uma lição em vocês.

Diante disso, Jônatas disse ao seu escudeiro:

Siga-me; o Senhor os entregou nas mãos de Israel.

13 Jônatas escalou o desfiladeiro, usando as mãos e os pés, e o escudeiro foi logo atrás. Jônatas os derrubava, e o seu escudeiro, logo atrás dele, os matava. 14 Naquele primeiro ataque, Jônatas e o seu escudeiro mataram cerca de vinte homens em uma área com aproximadamente dois hectares.14.14 Isto é, a terra arada por um jugo de bois em um dia.

A vitória de Israel sobre os filisteus

15 Então, caiu terror sobre todo o exército filisteu, tanto sobre os que estavam no acampamento e no campo como sobre os que estavam nos destacamentos, e até mesmo nas tropas de ataque. O chão tremeu, e houve um pânico terrível.14.15 Ou um pânico de Deus.

16 As sentinelas de Saul em Gibeá de Benjamim viram que o exército filisteu se dispersava, correndo em todas as direções. 17 Então, Saul disse aos seus soldados:

Contem os soldados e vejam quem está faltando.

Quando o fizeram, viram que Jônatas e o seu escudeiro não estavam presentes.

18 Saul ordenou a Aías:

Traga a arca de Deus.

Naquele tempo, ela estava com os israelitas.14.18 A Septuaginta traz — Traga o colete sacerdotal. Naquele tempo, ele usava o colete sacerdotal diante dos israelitas.19 Enquanto Saul falava com o sacerdote, o tumulto no acampamento filisteu crescia cada vez mais. Então, Saul disse ao sacerdote:

Não precisa trazer a arca.14.19 Hebraico: — Retire a sua mão.

20 Na mesma hora, Saul e todos os soldados se reuniram e foram para a batalha. Encontraram os filisteus em total confusão, ferindo uns aos outros com as suas próprias espadas. 21 Alguns hebreus que antes estavam do lado dos filisteus e que tinham ido com eles ao acampamento filisteu passaram para o lado dos israelitas que estavam com Saul e Jônatas. 22 Quando todos os israelitas que haviam se escondido nos montes de Efraim ouviram que os filisteus batiam em retirada, também entraram na batalha, perseguindo-os. 23 Assim, o Senhor concedeu vitória a Israel naquele dia, e a batalha se espalhou para além de Bete-Áven.

O juramento impensado de Saul

24 Os homens de Israel estavam exaustos naquele dia, pois Saul lhes havia imposto um juramento, que dizia:

Maldito seja todo aquele que comer antes do anoitecer, antes que eu tenha me vingado dos meus inimigos!

Por isso, ninguém tinha comido nada.

25 O exército inteiro entrou em um bosque, onde havia mel na superfície do campo. 26 Eles viram o mel escorrendo, contudo ninguém comeu, pois temiam o juramento. 27 Jônatas, porém, não sabia do juramento que o pai havia imposto ao exército, de modo que estendeu a ponta da vara que tinha na mão e a molhou no favo de mel. Quando levou a mão à boca, os seus olhos brilharam.14.27 Ou as suas forças se renovaram.28 Então, um dos soldados lhe disse:

O seu pai impôs ao exército um juramento severo, que dizia: "Maldito seja todo aquele que comer hoje!". Por isso, os homens estão exaustos.

29 Jônatas disse:

O meu pai trouxe desgraça para nós. Veja como os meus olhos brilham14.29 Ou como as minhas forças se renovaram. desde que provei um pouco deste mel. 30 Como teria sido bem melhor se os homens tivessem comido hoje um pouco do que tomaram dos seus inimigos. A matança de filisteus não teria sido ainda maior?

31 Naquele dia, depois de derrotarem os filisteus, desde Micmás até Aijalom, os israelitas estavam completamente exaustos. 32 Eles, então, se lançaram sobre os despojos e pegaram ovelhas, bois e bezerros; mataram-nos ali mesmo e comeram a carne com o sangue. 33 Alguém disse a Saul:

Eis que os soldados estão pecando contra o Senhor, comendo carne com sangue.

Vocês foram infiéis disse Saul . Rolem uma grande pedra até aqui. 34 Saiam entre os soldados e digam-lhes: "Cada um traga a mim o seu boi ou a sua ovelha, abatam-nos e comam a carne aqui. Não pequem contra o Senhor comendo carne com sangue".

Assim, cada um levou o seu boi naquela noite e ali o abateu. 35 Então, Saul edificou um altar para o Senhor; foi a primeira vez que fez isso.

36 Saul disse ainda:

Desçamos atrás dos filisteus de noite; vamos saqueá-los até o amanhecer e não deixemos vivo nem um deles.

Eles responderam:

Faz o que for bom aos teus olhos.

O sacerdote, porém, disse:

Consultemos Deus aqui.

37 Então, Saul perguntou a Deus:

Devo descer e perseguir os filisteus? Tu os entregarás nas mãos de Israel?

Naquele dia, porém, Deus não lhe respondeu.

38 Saul, então, disse:

Venham , todos vocês que são líderes do exército, e descubramos que pecado foi cometido hoje. 39 Tão certo como vive o Senhor, o libertador de Israel, mesmo que seja o meu filho Jônatas, ele certamente morrerá.

Contudo, ninguém disse uma palavra.

40 A seguir, Saul disse a todos os israelitas:

Fiquem vocês de um lado; eu e Jônatas, o meu filho, ficaremos do outro.

Eles responderam:

Faz o que for bom aos teus olhos.

41 Então, Saul orou ao Senhor, o Deus de Israel:

Por que não respondeste ao teu servo hoje? Se a falta está em mim ou no meu filho Jônatas, responde pelo Urim, mas, se os homens de Israel forem os culpados,14.41 Conforme a Septuaginta; o hebraico não traz — Por que… forem os culpados. responde pelo Tumim. Assim, as sortes caíram sobre Jônatas e Saul, ao passo que os demais homens saíram livres. 42 Saul disse:

Lancem sortes entre mim e Jônatas, o meu filho.

E Jônatas foi indicado pelas sortes.

43 Então, Saul disse a Jônatas:

Diga-me o que você fez.

Jônatas lhe contou:

Eu provei um pouco de mel com a ponta da minha vara. Estou pronto para morrer.

44 Então, Saul disse:

Que Deus me castigue com todo o rigor, caso você não morra, Jônatas!

45 Os soldados, porém, disseram a Saul:

Será que Jônatas, que trouxe esta grande libertação a Israel, deve morrer? Nunca! Tão certo como vive o Senhor, nem um cabelo da sua cabeça cairá ao chão, pois o que ele fez hoje foi com o auxílio de Deus.

Então, os homens resgataram Jônatas, e ele não foi morto.

46 Saul, por sua vez, parou de perseguir os filisteus, e eles voltaram para a sua própria terra.

47 Quando Saul assumiu o reinado sobre Israel, lutou contra os seus inimigos ao redor: moabitas, amonitas, edomitas, os reis14.47 Os manuscritos do mar Morto e a Septuaginta trazem o rei. de Zobá e os filisteus. Para qualquer lado que fosse, infligia-lhes castigo.14.47 A Septuaginta traz era vitorioso.48 Lutou corajosamente e derrotou os amalequitas, libertando Israel do poder daqueles que os saqueavam.

A família de Saul

49 Os filhos de Saul foram Jônatas, Isvi e Malquisua. Ele também teve duas filhas. O nome da filha mais velha era Merabe, e o da mais nova, Mical. 50 A sua mulher chamava-se Ainoã e era filha de Aimaás. O nome do comandante do exército de Saul era Abner, filho de Ner, tio de Saul. 51 Quis, pai de Saul, e Ner, pai de Abner, eram filhos de Abiel.

52 Houve guerra acirrada contra os filisteus durante todo o reinado de Saul. Por isso, sempre que Saul conhecia um homem forte e corajoso, alistava-o no seu exército.

Veja também