Ο Δαβίδ σώζει την Κεϊλά
1 Μια μέρα έφεραν στο Δαβίδ την είδηση: «Οι Φιλισταίοι έκαναν επίθεση στην Κεϊλά και λεηλατούν τ’ αλώνια της». 2 Τότε ρώτησε ο Δαβίδ τον Κύριο: «Να πάω να χτυπήσω αυτούς του Φιλισταίους;» Ο Κύριος του απάντησε: «Πήγαινε, χτύπα τους και σώσε την Κεϊλά».
3 Αλλά οι άντρες του Δαβίδ του είπαν: «Εμείς είμαστε εδώ στην περιοχή του Ιούδα και πάλι φοβόμαστε· πόσο μάλλον αν πάμε στην Κεϊλά να πολεμήσουμε το στρατό των Φιλισταίων!» 4 Έτσι ο Δαβίδ ξαναρώτησε τον Κύριο, κι ο Κύριος του απάντησε: «Σήκω, κατέβα στην Κεϊλά, γιατί εγώ θα παραδώσω τους Φιλισταίους στην εξουσία σου».
5 Τότε ο Δαβίδ και οι άντρες του πήγαν στην Κεϊλά και πολέμησαν τους Φιλισταίους· άρπαξαν τα ζώα τους και σκότωσαν πολλούς απ’ αυτούς. Έτσι ο Δαβίδ ελευθέρωσε τους κατοίκους της πόλης. 6 Όταν ο γιος του Αχιμέλεχ, ο Αβιάθαρ κατέφυγε στο Δαβίδ, στην Κεϊλά, είχε πάρει μαζί του και το εφώδ.
7 Όταν έφεραν στο Σαούλ την είδηση ότι ο Δαβίδ έφτασε στην Κεϊλά, ο Σαούλ είπε: «Ο Θεός τον παρέδωσε στην εξουσία μου! Αφού μπήκε σε πόλη με πύλες και αμπάρες, σίγουρα έχει αποκλειστεί». 8 Έτσι κάλεσε όλο το στρατό του σε πόλεμο, να πάνε στην Κεϊλά και να πολιορκήσουν το Δαβίδ και τους άντρες του.
9 Όταν έμαθε ο Δαβίδ ότι ο Σαούλ σχεδιάζει κακό εναντίον του, είπε στον Αβιάθαρ, τον ιερέα: «Φέρε το εφώδ». 10 Μετά είπε: «Κύριε, Θεέ του Ισραήλ, εγώ ο δούλος σου άκουσα ότι ο Σαούλ θέλει να έρθει στην Κεϊλά και να καταστρέψει την πόλη εξαιτίας μου. 11 Θα με παραδώσουν σ’ αυτόν οι κάτοικοι της Κεϊλά; Θα έρθει ο Σαούλ, όπως άκουσα; Κύριε, Θεέ του Ισραήλ, απάντησε, σε παρακαλώ, στο δούλο σου». Κι ο Κύριος απάντησε: «Θα έρθει». 12 «Θα παραδώσουν οι κάτοικοι της Κεϊλά εμένα και τους άντρες μου στο Σαούλ;» ρώτησε ξανά. Κι ο Κύριος απάντησε: «Θα σας παραδώσουν».
13 Έτσι ο Δαβίδ και οι άντρες του, περίπου εξακόσιοι, σηκώθηκαν κι έφυγαν από την Κεϊλά και άρχισαν πάλι να περιπλανιούνται όπως πρώτα. Σαν έφτασε η είδηση στο Σαούλ ότι ο Δαβίδ έφυγε από την Κεϊλά, ματαίωσε την εκστρατεία.
Ο Δαβίδ κρύβεται στα βουνά
14 Ο Δαβίδ περιπλανιόταν στην έρημο Ζιφ· κι έμενε σε σπηλιές στην ορεινή περιοχή. Ο Σαούλ τον αναζητούσε καθημερινά, αλλά ο Θεός δεν επέτρεπε να πέσει ο Δαβίδ στα χέρια του. 15 Ήξερε ο Δαβίδ ότι ο Σαούλ τον έψαχνε να τον σκοτώσει.
Ενώ ο Δαβίδ έμενε στην έρημο Ζιφ, στη Χορεσά, 16 πήγε εκεί και τον βρήκε ο Ιωνάθαν, γιος του Σαούλ, και του έδωσε θάρρος στο όνομα του Θεού. 17 «Μη φοβάσαι!» του είπε. «Δε θα σε βρει ο πατέρας μου. Εσύ θα γίνεις βασιλιάς του Ισραήλ, κι εγώ θα είμαι ο δεύτερος, μετά από σένα! Αυτό το ξέρει κι ο πατέρας μου». 18 Έτσι, έκαναν οι δυό τους συμφωνία φιλίας ενώπιον του Κυρίου. Μετά ο Ιωνάθαν γύρισε στο σπίτι του κι ο Δαβίδ έμεινε στη Χορεσά.
19 Ανέβηκαν όμως οι Ζιφίτες στο Σαούλ, στη Γιβεά, και του είπαν: «Το ξέρεις ότι ο Δαβίδ κρύβεται σ’ εμάς, στις σπηλιές κοντά στη Χορεσά, στο λόφο Χαχιλά, νότια της ερήμου; 20 Έλα, λοιπόν, τώρα, αφού αυτό ολόψυχα επιθυμείς, βασιλιά, κι είναι δουλειά δική μας να σου τον παραδώσουμε». 21 Ο Σαούλ απάντησε: «Ο Κύριος να σας ευλογεί, που μου δείξατε τη συμπάθειά σας! 22 Εμπρός, λοιπόν, πηγαίνετε να μάθετε καλύτερα τον τόπο που κρύβεται και ποιος τον είδε εκεί. Γιατί μου έχουν πει ότι είναι πολύ πανούργος. 23 Ψάξτε να βρείτε όλες τις κρυψώνες όπου μπορεί να κρύβεται, και γυρίστε σ’ εμένα όταν οι πληροφορίες σας θα είναι απόλυτα εξακριβωμένες. Τότε θα έρθω μαζί σας. Και αν βρίσκεται μέσα στη χώρα, εγώ θα εξερευνήσω σπιθαμή προς σπιθαμή τα εδάφη του Ιούδα και θα τον ανακαλύψω».
24 Έτσι οι Ζιφίτες άφησαν το Σαούλ και πήγαν πριν απ’ αυτόν στην πόλη τους. Ο Δαβίδ όμως και οι άντρες του βρίσκονταν στα χαμηλά μέρη της ερήμου Μαών, νότια της στέπας. 25 Ο Σαούλ και οι άντρες του βγήκαν ν’ αναζητήσουν το Δαβίδ. Αλλά αυτός ειδοποιήθηκε και κατέβηκε να μείνει μέσα σ’ ένα μεγάλο βράχο στην έρημο Μαών. Το ’μαθε ο Σαούλ και τον καταδίωξε εκεί.
26 Ο Σαούλ εκινείτο με το στρατό του στη μια πλαγιά του βουνού ενώ ο Δαβίδ με τους άντρες του στην άλλη. Έτρεχαν να γλιτώσουν από το Σαούλ, γιατί αυτός κόντευε να τους περικυκλώσει με τους άντρες του και να τους συλλάβει. 27 Έφτασε όμως ένας αγγελιοφόρος και είπε στο Σαούλ: «Έλα γρήγορα, γιατί οι Φιλισταίοι εισβάλλουν στη χώρα». 28 Έτσι σταμάτησε ο Σαούλ την καταδίωξη του Δαβίδ και πήγε να πολεμήσει τους Φιλισταίους. Γι’ αυτό ονόμασαν τον τόπο εκείνο Σελά-Αμμαλεκώθ (Βράχος Διαιρέσεων).
Davi liberta o povo de Queila
1 Quando disseram a Davi que os filisteus estavam atacando a cidade de Queila e saqueando as eiras, 2 ele perguntou ao Senhor:
— Devo atacar esses filisteus?
O Senhor lhe respondeu:
— Vá, ataque os filisteus e liberte Queila.
3 Os soldados de Davi, porém, lhe disseram:
— Aqui em Judá estamos com medo. Quanto mais se formos a Queila lutar contra as tropas dos filisteus!
4 Davi consultou o Senhor novamente, e ele respondeu:
— Levante-se e vá à cidade de Queila, pois entregarei os filisteus nas suas mãos.
5 Então, Davi e os seus homens foram a Queila, combateram os filisteus e se apoderaram dos rebanhos deles, impondo-lhes grande derrota e libertando o povo daquela cidade. 6 Ora, Abiatar, filho de Aimeleque, tinha levado o colete sacerdotal quando fugiu para se juntar a Davi, em Queila.
Saul persegue Davi
7 Quando Saul soube que Davi tinha ido a Queila, disse:
— Deus o entregou nas minhas mãos, pois Davi se aprisionou ao entrar em uma cidade com portas e trancas.
8 Então, Saul convocou todo o seu exército para a batalha, para irem a Queila e cercarem Davi e os homens que o seguiam.
9 Quando Davi soube que Saul tramava atacá-lo, disse ao sacerdote Abiatar:
— Traga o colete sacerdotal.
10 Então, Davi orou:
— Ó Senhor, Deus de Israel, este teu servo ouviu claramente que Saul planeja vir a Queila e destruir a cidade por minha causa. 11 Será que os cidadãos de Queila me entregarão a ele? Será que Saul virá, conforme o teu servo ouviu? Ó Senhor, Deus de Israel, responde, por favor, ao teu servo.
O Senhor lhe disse:
— Ele virá.
12 Davi perguntou novamente:
— Será que os cidadãos de Queila entregarão a mim e os meus soldados a Saul?
O Senhor respondeu:
— Entregarão.
13 Então, Davi e os seus soldados, que eram cerca de seiscentos, partiram de Queila e ficaram andando sem direção definida. Quando informaram Saul de que Davi tinha fugido de Queila, ele interrompeu a marcha.
14 Davi permaneceu nas fortalezas do deserto e nas colinas do deserto de Zife. Dia após dia, Saul o procurava, mas Deus não o entregou nas suas mãos.
15 Quando Davi estava em Horesa, no deserto de Zife, soube que Saul tinha saído para matá-lo. 16 Jônatas, filho de Saul, foi falar com ele, em Horesa, e o ajudou a encontrar forças em Deus.
17 — Não tenha medo — disse. — O meu pai não porá as mãos em você. Você será rei de Israel, e eu serei o segundo em comando. Até o meu pai sabe disso.
18 Os dois fizeram um acordo diante do Senhor. Então, Jônatas foi para casa, mas Davi ficou em Horesa.
19 Alguns zifeus foram dizer a Saul, em Gibeá:
— Davi está se escondendo entre nós nas fortalezas de Horesa, na colina de Haquilá, ao sul do deserto de Jesimom. 20 Agora, ó rei, vai quando quiseres, e nós seremos responsáveis por entregá-lo nas tuas mãos.
21 Saul respondeu:
— O Senhor os abençoe por terem compaixão de mim. 22 Vão e façam mais preparativos. Descubram aonde Davi geralmente vai e quem o tem visto ali. Dizem que ele é muito astuto. 23 Descubram todos os esconderijos dele e voltem aqui com informações exatas. Então, irei com vocês; se ele estiver na região, eu o procurarei entre todos os clãs de Judá.
24 Eles voltaram para Zife, antes de Saul. Davi e os seus soldados estavam no deserto de Maom, na Arabá, ao sul do deserto de Jesimom. 25 Depois, Saul e os soldados dele saíram e começaram a busca, e, ao ser informado, Davi desceu à rocha e permaneceu no deserto de Maom. Sabendo disso, Saul foi para lá em perseguição a Davi.
26 Saul ia por um lado da montanha, e, pelo outro, Davi e os seus soldados fugiam depressa para escapar de Saul. Quando Saul e as tropas dele estavam cercando Davi e os seus soldados para capturá-los, 27 um mensageiro veio dizer a Saul:
— Venha depressa! Os filisteus estão atacando Israel.
28 Então, Saul interrompeu a perseguição a Davi e foi enfrentar os filisteus. Por isso, chamam esse lugar Selá-Hamalecote.23.28 Selá-Hamalecote significa rocha da separação.29 Davi saiu daquele lugar e foi viver nas fortalezas de En-Gedi.23.29 No texto hebraico, esse versículo (23.29) corresponde a 24.1, e 24.1-22 corresponde a 24.22-23.