Θάνατος του Σαούλ και των γιων του
1 Οι Φιλισταίοι πολέμησαν τους Ισραηλίτες στο όρος Γελβουέ. Οι Ισραηλίτες τράπηκαν σε φυγή και θανατώθηκαν πολλοί. 2 Οι εχθροί καταδίωξαν το Σαούλ και τους γιους του και σκότωσαν τους γιους του Σαούλ, Ιωνάθαν, Αβιναδάβ και Μαλκί-Σούα.
3 Η μάχη γινόταν όλο και σκληρότερη γύρω από το Σαούλ· τελικά τον χτύπησαν οι τοξότες και πληγώθηκε βαριά. 4 Τότε είπε στον οπλοφόρο του: «Τράβα το ξίφος σου και διαπέρασέ με, για να μην έρθουν αυτοί οι απερίτμητοι και με διαπεράσουν και με χλευάσουν. Ο οπλοφόρος του όμως δεν ήθελε να το κάνει γιατί φοβόταν. Έτσι ο Σαούλ πήρε το ξίφος του κι έπεσε μόνος του πάνω σ’ αυτό.
5 Όταν ο οπλοφόρος του είδε ότι ο Σαούλ πέθανε, έπεσε κι αυτός πάνω στο ξίφος του και πέθανε μαζί του. 6 Έτσι πέθαναν ο Σαούλ και οι τρεις γιοι του, ο οπλοφόρος του και οι στρατιώτες του, όλοι την ίδια μέρα. 7 Οι Ισραηλίτες που κατοικούσαν στην άλλη πλευρά της κοιλάδαςτης κοιλάδας. Πρόκειται για την κοιλάδα Ιζρεέλ, όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Φιλισταίοι (κεφ. 28:4). και ανατολικά του Ιορδάνη, όταν έμαθαν ότι ο ισραηλιτικός στρατός τράπηκε σε φυγή και ότι πέθανε ο Σαούλ και οι γιοι του, άφησαν τις πόλεις τους κι έφυγαν. Τότε ήρθαν οι Φιλισταίοι και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτές.
8 Την άλλη μέρα όταν πήγαν οι Φιλισταίοι να λεηλατήσουν τους νεκρούς, βρήκαν το Σαούλ και τους τρεις γιους του πεσμένους στο όρος Γελβουέ. 9 Τότε έκοψαν το κεφάλι του Σαούλ, του έβγαλαν την πανοπλία κι έστειλαν σ’ όλη τη χώρα των Φιλισταίων αγγελιοφόρους, να φέρουν την ευχάριστη είδηση στους ναούς των ειδώλων τους και στο λαό. 10 Τοποθέτησαν την πανοπλία του στο ναό της Αστάρτης και το σώμα του το κρέμασαν στα τείχη της Βαιθ-Σεάν.
11 Οι κάτοικοι της Ιαβές στη Γαλαάδ άκουσαν όσα έκαναν οι Φιλισταίοι στο Σαούλ. 12 Πήγαν, λοιπόν, οι πιο θαρραλέοι απ’ αυτούς τη νύχτα και πήραν τα πτώματα του Σαούλ και των γιων του από το τείχος της Βαιθ-Σεάν, γύρισαν στην Ιαβές και τα έκαψαν εκεί. 13 Τα κόκαλά τους τα έθαψαν κάτω από ένα δέντρο, την αρμυρίκη της Ιαβές, και νήστεψαν εφτά μέρες.
O suicídio de Saul
1 Aconteceu que, em combate com os filisteus, os israelitas foram postos em fuga, e muitos caíram mortos no monte Gilboa. 2 Os filisteus perseguiram Saul e os seus filhos e mataram Jônatas, Abinadabe e Malquisua, filhos de Saul. 3 O combate foi ficando cada vez mais violento em torno de Saul, até que os flecheiros o alcançaram e o feriram gravemente.
4 Então, Saul ordenou ao seu escudeiro:
— Desembainhe a sua espada e mate-me com ela, para que esses incircuncisos não venham, me matem e se divirtam à minha custa.
O seu escudeiro, porém, estava apavorado e não quis fazer isso. Saul, então, pegou a própria espada e jogou-se sobre ela. 5 Quando o escudeiro viu que Saul estava morto, jogou-se também sobre a espada dele e morreu com ele. 6 Foi assim que Saul, os seus três filhos, o seu escudeiro e todos os seus soldados morreram, juntos, naquele dia.
7 Quando os israelitas que habitavam do outro lado do vale e a leste do Jordão viram que o exército tinha fugido e que Saul e os seus filhos estavam mortos, fugiram, abandonando as suas cidades. Depois, os filisteus foram ocupá-las.
8 No dia seguinte, quando os filisteus foram saquear os mortos, encontraram Saul e os seus três filhos caídos no monte Gilboa. 9 Cortaram a cabeça de Saul, pegaram as suas armas e enviaram mensageiros por toda a terra dos filisteus para proclamar a notícia nos templos dos seus ídolos e ao seu povo. 10 Expuseram as armas de Saul no templo de Astarote e penduraram o seu corpo no muro de Bete-Seã.
11 Quando os habitantes de Jabes-Gileade ficaram sabendo o que os filisteus tinham feito com Saul, 12 os mais corajosos deles foram durante a noite a Bete-Seã. Baixaram o corpo de Saul e o dos seus filhos do muro de Bete-Seã e os levaram para Jabes, onde os queimaram. 13 Depois, enterraram os seus ossos debaixo de uma tamargueira em Jabes e jejuaram por sete dias.