1 Então, Holofernes disse-lhe: "Tranquiliza-te! Não temas em teu coração, pois nunca fiz mal algum a quem estivesse pronto a servir o rei Nabucodonosor.
2 Se teu povo não me tivesse desprezado, eu não teria levantado a minha lança contra ele.
3 Mas dize-me, agora, por que os deixaste e vieste para o meio de nós?".
4 Judite respondeu-lhe: "Ouve as palavras de tua serva, porque se seguires as palavras que te vou dizer, o Senhor chegará aos seus fins por ti.
5 Juro-o por Nabucodonosor, rei da terra, e por seu poder que está nas tuas mãos para castigo daqueles que se desviam, porque não somente contribuis para que os homens o sirvam, mas até os animais do campo lhe obedecem.
6 A sabedoria de teu espírito é, com efeito, célebre em todas as nações, todo o mundo sabe que és o único bom e poderoso em seu reino e tua administração é louvada em todas as províncias.
7 O que disse Aquior não é um segredo e ninguém ignora o que ordenaste que lhe fosse feito.
8 Porque é manifesto que nosso Deus está de tal forma ofendido pelos pecados do povo, que lhe mandou dizer por meio de seus profetas, que o entregaria por causa de seus pecados.
9 E como os israelitas sabem que ofenderam o seu Deus, tu te tornaste um objeto de terror.
10 Além disso, a fome aperta-os e pela falta de água estão já como mortos.
11 Chegam até a matar os seus animais para beberem o seu sangue.
12 E mesmo as primícias consagradas ao Senhor, seu Deus, que o Senhor lhes proibiu tocar – trigo, vinho e azeite – eles pensam empregá-las e querem assim comer aquilo que não lhes é permitido nem tocar com as mãos. Procedendo assim, é certo que serão entregues à ruína.
13 E eu, tua serva, que sei de tudo isso, fugi do meio deles e o Senhor mandou-me a ti para dizer-te essas coisas.
14 Porque tua serva teme a Deus, mesmo junto de ti e ela sairá do acampamento para orar a Deus.
15 Ele me dirá quando vai puni-los pelos seus pecados e eu virei dizer-te. Então, vou te levar até o coração de Jerusalém e encontrarás todo o povo de Israel como um rebanho de ovelhas sem pastor e não haverá sequer um cão para ladrar contra ti.
16 Isto me foi dito pela providência divina;
17 e como Deus está irritado contra eles, fui enviada para te anunciar".
18 Holofernes e seus servos alegraram-se com esse discurso e admiraram a sabedoria de Judite, dizendo uns aos outros:
19 "Não há sobre a terra mulher semelhante a esta no valor, na beleza e na sabedoria de suas palavras".
20 Holofernes disse-lhe: "Deus fez muito bem em te mandar antes do povo, a fim de que possas entregá-lo nas nossas mãos.
21 Teu plano é bom: se teu Deus fizer isso por mim, ele será também o meu Deus e tu serás grande na casa de Nabucodonosor e o teu nome será célebre em toda a terra".
Η συζήτηση της Ιουδίθ με τον Ολοφέρνη
1 Ο Ολοφέρνης είπε στην Ιουδίθ: «Πάρε θάρρος, καλή μου, και μη φοβάσαι. Εγώ ποτέ δεν έβλαψα κανέναν που αποφάσισε να υπηρετεί το Ναβουχοδονόσορ, το βασιλιά όλης της γης. 2 Ούτε και τώρα θα κήρυττα τον πόλεμο στο λαό σου, αν δεν με πρόσβαλλαν πάνω ’κει στα βουνά που κατοικούν. Ζημιώνουν όμως οι ίδιοι τους εαυτούς τους. 3 Πες μου όμως τώρα για ποιον λόγο έφυγες από αυτούς και ήρθες σ’ εμάς; Ασφαλώς ήρθες για να γλιτώσεις. Μη φοβάσαι. Εδώ είσαι ασφαλής απόψε και για πάντα. 4 Κανείς δε θα σου κάνει κακό· θα σου φερθούν όλοι καλά, όπως αξίζει στους δούλους του κυρίου μου, του βασιλιά Ναβουχοδονόσορ».
5 Η Ιουδίθ απάντησε:
«Επίτρεψε, κύριέ μου, να σου μιλήσω εγώ, η δούλη σου. Δε θα σου πω απόψε παρά μόνο την αλήθεια. 6 Κι αν κάνεις αυτά που θα σου πω, ο Θεός θα ολοκληρώσει το έργο σου και δε θ’ αποτύχουν τα σχεδιά σου. 7 Μα τη ζωή του Ναβουχοδονόσορ, του βασιλιά όλης της γης, και μα τη δύναμή του που σ’ έστειλε να βάλεις τάξη σ’ όλο τον κόσμο, χάρη σ’ εσένα όχι μόνο άνθρωποι τον υπηρετούν αλλά και τα θηρία στους αγρούς, τα κτήνη, και τα πουλιά με τη δική σου δύναμη θα ζήσουν για χάρη του Ναβουχοδονόσορ και της δυναστείας του. 8 Έχουμε μάθει για τη σοφία σου και τα μεγάλα σου κατορθώματα. Όλος ο κόσμος ξέρει πως εσύ είσαι ο πιο ικανός σ’ ολόκληρο το βασίλειο και πως κανένας δεν μπορεί να σε ξεπεράσει στη σοφία αλλά και στην ικανότητα να διοργανώνεις πολεμικές επιχειρήσεις.
9 »Τώρα όμως, επίτρεψέ μου ν’ αναφερθώ στα λόγια που είπε στο συμβούλιό σου ο Αχιώρ. Τα μάθαμε, γιατί ο ίδιος φανέρωσε στους άντρες της Βαιτυλούα, που τον περιποιήθηκαν, όλα όσα σου είπε. 10 Για το καλό σου, κύριέ μου, μην περιφρονήσεις τα λόγια του· σκέψου τα σοβαρά, γιατί λέει την αλήθεια. Κανένας δεν μπορεί να τιμωρήσει το λαό μας και να τον υποτάξει με τη δύναμη των όπλων, αν αυτοί δεν αμαρτήσουν στο Θεό τους.
11 »Δεν πρέπει λοιπόν τώρα να εγκαταλείψεις την επιχείρηση στη μέση και να γυρίσεις πίσω άπρακτος. Σύντομα θα έχουν όλοι τους πεθάνει, γιατί είναι κιόλας έτοιμοι να αμαρτήσουν στον Κύριο το Θεό τους. 12 Τους έχουν τελειώσει οι τροφές και παντού το νερό λιγόστεψε. Γι’ αυτό έχουν αποφασίσει να σφάξουν όλα τους τα ζώα και να τα φάνε, ακόμη κι εκείνα που ο Θεός στο νόμο του τους έχει απαγορέψει να τρώνε. 13 Επίσης έχουν αποφασίσει να φάνε τα πρωτογεννήματα και τις δεκάτες του κρασιού και του λαδιού, που πρέπει να τα φυλάνε ως άγια προσφορά για τους ιερείς που υπηρετούν στην Ιερουσαλήμ, στο ναό του Θεού μας. Αυτά κανείς από το λαό δεν επιτρέπεται να τ’ αγγίξει. 14 Έστειλαν μάλιστα αγγελιοφόρους στο συνέδριο των πρεσβυτέρων στην Ιερουσαλήμ, να ζητήσουν την άδεια γι’ αυτή την πράξη, γιατί και ο λαός της Ιερουσαλήμ έκανε το ίδιο. 15 Έτσι, την ημέρα που οι πρεσβύτεροι θα τους δώσουν την άδεια, ο Θεός θα τους παραδώσει σ’ εσένα να τους καταστρέψεις.
16 »Γι’ αυτό κι εγώ η δούλη σου, όταν τα έμαθα αυτά έφυγα από κείνους. Ο Θεός όμως μ’ έστειλε να κάνω μαζί σου και κάτι, που όσοι το μάθουν θα μείνουν κατάπληκτοι. 17 Εγώ, κύριέ μου, είμαι γυναίκα θεοσεβής και λατρεύω το Θεό του ουρανού μέρα και νύχτα. Τώρα λοιπόν θα μείνω μαζί σου και θα βγαίνω κάθε νύχτα στο φαράγγι να προσεύχομαι στο Θεό, κι εκείνος θα μου πει πότε έκαναν οι Ισραηλίτες αυτή την αμαρτία. 18 Τότε θα έρθω να σου το πω κι εσύ θα τους επιτεθείς με όλο το στρατό σου. Κανείς τους δε θα μπορέσει να σου αντισταθεί. 19 Εγώ θα σε οδηγήσω μέσα από την Ιουδαία στην Ιερουσαλήμ. Εκεί θα σε στέψω βασιλιά στο κέντρο της πόλης, και θα οδηγήσεις το λαό της σαν πρόβατα που δεν έχουνε ποιμένα. Κι ούτε ένας σκύλος δε θα γαυγίσει εναντίον σου. Όλα αυτά μου τα αποκάλυψε ο Θεός και με διάταξε να έρθω να σου τα αναγγείλω».
20 Αυτά τα λόγια άρεσαν στον Ολοφέρνη και στους υπηρέτες του. Θαύμασαν τη γυναίκα για τη σοφία της και έλεγαν: 21 «Δεν υπάρχει σ’ όλη τη γη άλλη γυναίκα τόσο όμορφη αλλά και τόσο συνετή!» 22 Κι ο Ολοφέρνης της είπε: «Καλά έκανε ο Θεός και σ’ έστειλε στο λαό μου για να μας χαρίσει τη νίκη. Μακάρι να καταστραφούν όλοι αυτοί που περιφρόνησαν τον κύριό μου το Ναβουχοδονόσορ. 23 Τώρα λοιπόν άκουσέ με. Εσύ είσαι όμορφη γυναίκα και τα λες κι ωραία. Αν κάνεις ό,τι μας είπες, ο Θεός σου θα γίνει θεός μου κι εσύ θα εγκατασταθείς στο ανάκτορο του βασιλιά Ναβουχοδονόσορ, και θα είσαι ξακουστή σ’ όλη τη γη».