1 Então, Judite disse a todo o povo: "Ouvi-me, irmãos, pendurai esta cabeça no alto de nossas muralhas.
2 Quando o sol se levantar, tome cada um as suas armas e saí com ímpeto, não para descerdes simplesmente até o vale, mas como para atacá-los.
3 Será necessário que as sentinelas corram a acordar o seu general para o combate.
4 Quando os seus chefes tiverem corrido à tenda de Holofernes e o encontrarem decapitado, jazendo no seu próprio sangue, serão tomados de pavor.
5 E quando os virdes fugir, persegui-os destemidamente, porque o Senhor os esmagará sob os vossos pés".
6 Então, Aquior, vendo o poder que manifestara o Deus de Israel, abandonou o culto pagão, creu em Deus, circuncidou-se e foi incorporado ao povo de Israel, assim como toda a sua descendência até o dia de hoje.
7 Logo que raiou o dia, penduraram nas muralhas a cabeça de Holofernes, cada um tomou as suas armas e saíram fazendo um grande alarido e soltando gritos agudos.
8 Vendo isso, correram as sentinelas à tenda de Holofernes.
9 Os que estavam na tenda vieram ver e fizeram grande barulho à porta do quarto para despertá-lo e aumentavam cada vez mais o tumulto para que Holofernes acordasse com o ruído, sem que houvesse necessidade de entrar para acordá-lo.
10 Porque ninguém ousava bater na porta nem entrar no quarto do marechal dos assírios.
11 Mas chegando os generais com os tribunos e com todos os oficiais do exército do rei dos assírios, ordenaram aos camareiros:
12 "Entrai e despertai-o, porque os ratos saíram de seus buracos e se atrevem a nos provocar ao combate".
13 Então, Vagao, entrando no quarto, parou diante da cortina e bateu com as mãos, porque supunha que ele dormia com Judite.
14 Aplicando, porém, os ouvidos e não percebendo movimento algum de um homem que dorme, aproximou-se da cortina e a levantou. À vista do cadáver de Holofernes decapitado, que jazia por terra num charco de sangue, soltou um forte grito, rompeu em lágrimas e rasgou as suas vestes.
15 Entrou então na tenda de Judite e não a encontrou. Correu para fora e disse ao povo:
16 "Uma judia pôs a confusão na casa do rei Nabucodonosor: Holofernes jaz ali caído por terra e a sua cabeça não está com o corpo!".
17 Ouvindo essas palavras, todos os oficiais do exército assírio rasgaram suas vestes. Um terror e um espanto extremos os invadiram e os seus espíritos ficaram completamente desorientados. Um clamor indescritível levantou-se do acampamento.
Συμβουλή της Ιουδίθ
1 Η Ιουδίθ τότε τους είπε: «Ακούστε με τώρα, αδέρφια μου. Πάρτε το κεφάλι αυτό και κρεμάστε το στις πολεμίστρες του τείχους σας. 2 Το πρωί που θα βγει ο ήλιος, ορίστε έναν αρχηγό, πάρτε τα όπλα σας και βγείτε από την πόλη όλοι όσοι έχετε δυνάμεις, σαν να επρόκειτο να κατεβείτε στην πεδιάδα για να επιτεθείτε στην εμπροσθοφυλακή των Ασσυρίων. Δε θα κατεβείτε όμως. 3 Αυτοί τότε θα πάρουν τα όπλα τους και θα πάνε στο κεντρικό στρατόπεδό τους για να ξυπνήσουν τους στρατηγούς του ασσυριακού στρατού. Μετά θα συγκεντρωθούν μπροστά στο αρχηγείο του Ολοφέρνη, αλλά δε θα τον βρουν ζωντανό. Έτσι θα φοβηθούν και θα τραπούν σε φυγή. 4 Εσείς μαζί με όλους τους άλλους Ισραηλίτες θα τους καταδιώξετε και θα τους εξολοθρέψετε, καθώς εκείνοι θα υποχωρούν. 5 Πριν όμως τα κάνετε αυτά, φωνάξτε μου τον Αχιώρ τον Αμμωνίτη, για να δει και ν’ αναγνωρίσει αυτόν που καταφρόνησε τον ισραηλιτικό λαό και είχε στείλει εδώ και τον ίδιο, για να πεθάνει μαζί μας».
Μεταστροφή του Αχιώρ
6 Κάλεσαν λοιπόν τον Αχιώρ από το σπίτι του άρχοντα Οζία. Εκείνος, όταν ήρθε κι είδε το κεφάλι του Ολοφέρνη που το κρατούσε ένας άντρας από το λαό, έπεσε μπρούμυτα στη γη και λιποθύμησε. 7 Μόλις τον συνέφεραν, έπεσε στα πόδια της Ιουδίθ και την προσκυνούσε λέγοντας: «Δοξασμένη να ’σαι απ’ όλες τις οικογένειες του Ιούδα κι είθε τα έθνη ν’ ακούνε το όνομά σου και να ταράζονται. 8 Πες μου, σε παρακαλώ, τι έγινε όλο αυτό το διάστημα;»
Η Ιουδίθ τότε του διηγήθηκε μπροστά σ’ όλο το λαό όσα είχε κάνει, από τη στιγμή που βγήκε από τη Βαιτυλούα ως εκείνη την ώρα που τους μιλούσε. 9 Όταν τέλειωσε τη διήγησή της, ο λαός αλάλαξε δυνατά και η πόλη πήρε χαρούμενη όψη. 10 Ο Αχιώρ, βλέποντας τα όσα είχε κάνει ο Θεός των Ισραηλιτών, πίστεψε σ’ αυτόν μ’ όλη του την καρδιά, δέχτηκε να του κάνουν περιτομή και προστέθηκε στον ισραηλιτικό λαό, όπου υπάρχουν απόγονοί του μέχρι σήμερα.
Θρίαμβος ενάντια στους πολιορκητές
11 Όταν φώτισε, οι στρατιώτες κρέμασαν από το τείχος το κεφάλι του Ολοφέρνη, πήραν τα όπλα τους κι άρχισαν να βγαίνουν κατά τμήματα στα μονοπάτια του βουνού. 12 Όταν τους είδαν οι Ασσύριοι, έστειλαν το μήνυμα στους ανωτέρους τους. Εκείνοι το μεταβίβασαν στους άλλους αξιωματικούς, στους χιλίαρχους και στους στρατηγούς. 13 Αυτοί ήρθαν στη σκηνή του Ολοφέρνη και διάταξαν τον επικεφαλής του υπηρετικού προσωπικού: «Ξύπνα γρήγορα τον αρχηγό μας, γιατί εκείνοι οι σκλάβοι τόλμησαν να κατεβούν σε πόλεμο εναντίον μας. Θέλουν να καταστραφούν εντελώς».
14 Ο Βαγώας μπήκε και χτύπησε τα παραπετάσματα της σκηνής, γιατί νόμιζε πως ο Ολοφέρνης κοιμόταν με την Ιουδίθ. 15 Επειδή, όμως, κανείς δεν απαντούσε, παραμέρισε τα παραπετάσματα, μπήκε στο υπνοδωμάτιο και βρήκε ακέφαλο το πτώμα του Ολοφέρνη, να ’ναι πεσμένο πάνω στο υποπόδιο του κρεβατιού. 16 Τότε άρχισε να κλαίει και να ουρλιάζει, ν’ αναστενάζει και να σκίζει απ’ την απόγνωση τα ρούχα του. 17 Μετά μπήκε στη σκηνή της Ιουδίθ αλλά δεν την βρήκε εκεί. Τότε έτρεξε στους αξιωματικούς και φώναξε: 18 «Εκείνοι οι σκλάβοι μάς φέρθηκαν ύπουλα! Μια Εβραία ρεζίλεψε το ανάκτορο του Ναβουχοδονόσορ! Ελάτε να δείτε: Ο Ολοφέρνης χάμω νεκρός χωρίς κεφάλι!» 19 Οι στρατηγοί των Ασσυρίων όταν άκουσαν αυτά τα λόγια ταράχτηκαν κι έσκισαν τα ρούχα τους, και σ’ όλο το στρατόπεδο ξέσπασαν θρήνοι και γοερές κραυγές.