Pular para o conteúdo
Publicidade

Judith 12

TGVD

1 Mandou então que a introduzissem onde estavam os seus tesouros, ordenando-lhe que ficasse ali e regulou o que se lhe devia dar de sua mesa.

2 Judite respondeu-lhe: "Não posso agora comer do que me mandaste servir, para não cometer infração contra a Lei; comerei do que trouxe comigo".

3 Holofernes disse-lhe: "E quando acabarem as provisões que trouxeste contigo, que poderemos fazer por ti?".

4 "Pela tua vida, meu senhor replicou Judite , juro que tua serva não gastará todas suas provisões antes que Deus realize pela minha mão o que resolvi fazer." Os escravos de Holofernes introduziram-na então na tenda que ele tinha designado.

5 Ali entrando, Judite pediu que lhe fosse permitido sair à noite e antes do amanhecer, para fazer suas devoções e orar ao Senhor.

6 Holofernes ordenou aos seus escravos que a deixassem sair e entrar como quisesse, durante três dias, para adorar o seu Deus.

7 Cada noite ela saía ao vale de Betúlia e fazia as suas abluções numa fonte.

8 Ao voltar, rogava ao Senhor, Deus de Israel, que lhe dirigisse os passos para a libertação do seu povo.

9 Entrava em seguida na sua tenda e ali permanecia pura até que tomava a sua refeição pela tarde.

10 No quarto dia, Holofernes deu um banquete aos seus oficiais. E disse a Vagao, seu eunuco: "se persuades a essa judia que consinta espontaneamente em tornar-se minha concubina".

11 Entre os assírios era coisa vergonhosa que uma mulher zombasse de um homem, retirando-se sem se ter dado a ele.

12 Vagao foi ter com Judite e disse-lhe: "Não tema a boa jovem entrar na presença de meu senhor. Seria para ele uma honra comer em sua companhia e beber vinho alegremente".

13 "Quem sou eu respondeu ela , para opor-me ao meu senhor?

14 Farei tudo o que parecer bom e melhor aos seus olhos. O que mais lhe agradar isso será também para mim o melhor durante toda a minha vida".

15 Ela levantou-se e, trajada com requinte, apresentou-se diante dele.

16 O coração de Holofernes agitou-se, porque ardia de paixão por ela.

17 "Come e bebe alegremente disse-lhe ele , pois encontraste graça aos meus olhos."

18 Ao que respondeu Judite: "Eu beberei, senhor, porque nunca em minha vida me senti tão engrandecida como hoje".

19 Mas ela tomou e comeu do que a sua serva lhe tinha preparado e bebeu com ele.

20 Holofernes alegrou-se grandemente por tê-la junto dele. Bebeu vinho como nunca tinha bebido.

Η Ιουδίθ στο στρατόπεδο των εχθρών

1 Ο Ολοφέρνης διέταξε να οδηγήσουν την Ιουδίθ στο τραπέζι με τα ασημένια σκεύη και να της προσφέρουν από τα πιο εκλεκτά φαγητά του και από το κρασί του. 2 Η Ιουδίθ όμως του είπε: «Εγώ δε θα φάω απαυτά τα φαγητά, για να μην παρανομήσω στο Θεό μου. Ας μου δοθούν όμως από τα τρόφιμα που έχω φέρει μαζί μου». 3 Ο Ολοφέρνης τη ρώτησε: «Όταν όμως αυτά που έχεις μαζί σου τελειώσουν, πού θα βρούμε να σου φέρουμε άλλα; Ανάμεσά μας δεν υπάρχει κανείς ομοεθνής σου». 4 Η Ιουδίθ απάντησε: «Μα τη ζωή σου, κύριέ μου, η δούλη σου δε θα προλάβω να ξοδέψω τις τροφές που έχω μαζί μου κι ο Κύριος θα πραγματοποιήσει μεμένα το σχέδιό του».

5 Τότε οι δούλοι του Ολοφέρνη οδήγησαν την Ιουδίθ σε μια σκηνή και κοιμήθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα. Την ώρα που άλλαζε η πρώτη πρωϊνή φρουράΤην ώρα... φρουρά. Γύρω στις 2 μετά τα μεσάνυχτα. αυτή σηκώθηκε, 6 κι έστειλε και ζήτησε από τον Ολοφέρνη να της δώσει την άδεια να βγει από το στρατόπεδο και να πάει να προσευχηθεί. 7 Ο Ολοφέρνης διάταξε τους σωματοφύλακες να μην την εμποδίσουν.

Η Ιουδίθ έμεινε στο στρατόπεδο τρεις μέρες και κάθε νύχτα έβγαινε στο φαράγγι της Βαιτυλούα και έπαιρνε το λουτρό της στη νεροπηγή που βρισκόταν κοντά στο στρατόπεδο. 8 Όταν τελείωνε, προσευχόταν στον Κύριο το Θεό του Ισραήλ να την οδηγήσει στο σχέδιό της, για να δοξαστεί ο λαός του. 9 Μετά έμπαινε καθαρή στη σκηνή της κι έμενε εκεί όλη την ημέρα ως το βράδυ, που της έφερναν το φαγητό.

Το συμπόσιο του Ολοφέρνη

10 Την τέταρτη μέρα ο Ολοφέρνης έκανε συμπόσιο μόνο για το υπηρετικό του προσωπικό κανέναν από τους αξιωματικούς του δεν κάλεσε. 11 Λέει λοιπόν στο Βαγώα τον ευνούχο, που ήταν υπεύθυνος για όλες του τις υποθέσεις: «Πήγαινε να πείσεις εκείνη την Εβραία που έχεις υπό την προστασία σου να ρθεί να φάει και να πιει μαζί μας. 12 Θα ναι ντροπή να χάσω την ευκαιρία και να μην πλαγιάσω με μια τόσο γοητευτική γυναίκα. Αν δεν προσπαθήσω να τη δελεάσω, θα γελάει μαζί μου».

13 Ο Βαγώας βγήκε από τη σκηνή του Ολοφέρνη και πήγε στη σκηνή της Ιουδίθ. «Μη διστάσεις», της λέει, «ωραία μου κοπέλα να έρθεις στον κύριό μου, που θέλει να σε τιμήσει απόψε. Θα πιεις μαζί μας κρασί και θα διασκεδάσεις όπως τα κορίτσια των Ασσυρίων, που ζουν στο ανάκτορο του Ναβουχοδονόσορ». 14 Η Ιουδίθ απάντησε: «Ποια είμαι εγώ να φέρω αντίρρηση στον κύριό μου; Με μεγάλη μου χαρά θα εκπληρώσω πρόθυμα την επιθυμία του. Αυτή η νύχτα θα είναι η ωραιότερη νύχτα της ζωής μου».

15 Έτσι σηκώθηκε κι έβαλε τα φανταχτερά φορέματά της κι όλα τα στολίδια που φοράνε οι γυναίκες. Η δούλη της πήγε πριν απαυτήν κι έστρωσε, απέναντι από κει που θα καθόταν ο Ολοφέρνης, τις προβιές που της είχε δώσει ο Βαγώας για να κάθεται και να τρώει ξαπλωμένη πάνω σαυτές. 16 Η Ιουδίθ μπήκε στη σκηνή και κάθισε στη θέση της. Ο Ολοφέρνης άρχισε μέσα του ναναστατώνεται· φλεγόταν από τον ασίγαστο πόθο να πλαγιάσει μαζί της. Άλλωστε από την πρώτη κιόλας μέρα που την είδε, περίμενε την ευκαιρία να την κατακτήσει. 17 Της είπε λοιπόν: «Έλα να πιεις και να γλεντήσεις μαζί μας». 18 Εκείνη απάντησε: «Θα πιω, κύριέ μου, γιατί σήμερα με τιμούν περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή μου». 19 Έφαγε και ήπιε όμως μόνον αυτά που της είχε ετοιμάσει η δούλη της. 20 Ο Ολοφέρνης ενθουσιάστηκε μαζί της και ήπιε κρασί, όσο δεν είχε ξαναπιεί ποτέ στη ζωή του.

Veja também