1 Ora, tudo isso chegou aos ouvidos de Judite, viúva, filha de Merari, filho de Ox, filho de José, filho de Oziel, filho de Elquias, filho de Ananias, filho de Gedeão, filho de Rafain, filho de Aquitob, filho de Elias, filho de Helcias, filho de Eliab, filho de Natanael, filho de Salamiel, filho de Surisadai, filho de Israel.
2 O marido de Judite chamava-se Manassés e morrera no tempo da colheita da cevada,
3 ferido de insolação quando fiscalizava os ceifadores que ligavam os feixes no campo; ele morrera em Betúlia, sua cidade, e fora enterrado com seus pais.
4 Judite ficara viúva havia três anos e meio.
5 Ela havia feito no andar superior de sua casa um quarto reservado para si, no qual se conservava retirada com suas criadas.
6 Trazia um cilício sobre os rins e jejuava todos os dias, exceto nos sábados, nas luas novas e nas festas do povo israelita.
7 Era extremamente bela e seu marido tinha-lhe deixado ouro, prata, numerosos criados e domínios cheios de rebanhos de bois e de ovelhas.
8 Era muito estimada por todos porque tinha grande temor a Deus. Não havia ninguém que falasse mal a seu respeito.
9 Sabendo, pois, que Ozias tinha prometido entregar a cidade dentro de cinco dias, mandou alguém chamar os anciãos Cabris e Carmis,
10 e estes vieram ter com ela. Quando chegaram, disse-lhes: "Como é possível que Ozias tenha consentido em entregar a cidade aos assírios dentro de cinco dias, se não nos chegar socorro?
11 Quem sois vós para provocar o Senhor?
12 Não é esse o meio de atrair a sua misericórdia, mas antes o de excitar a sua cólera e acender o seu furor.
13 Vós impusestes ao Senhor um prazo para exercer a sua misericórdia e fixastes-lhe um dia ao vosso arbítrio!
14 Mas o Senhor é paciente; façamos, pois, penitência por isso e peçamos-lhe perdão com lágrimas nos olhos,
15 pois Deus não ameaça como os homens e não se deixa arrastar como eles à violência da cólera.
16 Humilhemo-nos diante dele e prestemos-lhe nosso culto com espírito de humildade.
17 Roguemos ao Senhor com lágrimas que nos conceda a sua misericórdia como lhe aprouver, para que, assim como se perturbou o nosso coração com o orgulho de nossos inimigos, do mesmo modo encontremos glória em nossa humilhação.
18 Nós não imitamos os pecados de nossos pais, abandonando Deus para adorar divindades estranhas.
19 Por esse crime foram entregues à espada, à pilhagem e ao desprezo de seus inimigos; nós, porém, não admitimos outro Deus fora dele.
20 Esperamos com humildade a sua consolação e ele vingará o nosso sangue dos males que nos causam nossos inimigos. Ele humilhará toda nação que se levantar contra nós; o Senhor, nosso Deus, as cobrirá de vergonha.
21 Agora, meus irmãos, já que sois os anciãos do povo de Deus e que sua vida depende de vós, reanimai os seus corações com vossas palavras, para que eles se lembrem de que nossos pais foram tentados a fim de que se verificasse se eles serviam verdadeiramente ao seu Deus.
22 Que eles se lembrem de como nosso pai Abraão foi provado e de como passou por múltiplas tribulações para se tornar o amigo de Deus.
23 Que também se lembrem a quantas provas Isaac foi submetido e de tudo o que aconteceu a Jacó, na Mesopotâmia da Síria, quando apascentava os rebanhos de Labão, irmão de sua mãe. Todos aqueles que agradaram a Deus permaneceram fiéis, apesar das muitas tribulações.
24 Aqueles, porém, que não aceitaram essas provações no temor ao Senhor e se impacientaram, murmurando contra ele,
25 foram feridos pelo Exterminador e pereceram pelas serpentes.
26 Por isso, não nos irritemos por causa do que sofremos.
27 Consideremos que esses tormentos são menos graves que nossos pecados e que esses flagelos com que o Senhor nos castiga, como escravos, foram-nos mandados para a nossa emenda e não para a nossa perdição".
28 Ozias e os anciãos responderam-lhe: "Tudo o que disseste é verdade; nada há repreensível nas tuas palavras.
29 Roga, pois, a Deus por nós, porque és uma mulher santa e piedosa".
30 Judite respondeu-lhes: "Se reconheceis que o que eu vos disse vem de Deus,
31 examinai se vem igualmente dele o que eu resolvi fazer e orai para que Deus me ajude a realizar o meu desígnio.
32 Ficai esta noite à porta e eu sairei com minha criada. Orai então para que, como vós o dissestes, o Senhor olhe para o seu povo de Israel dentro de cinco dias.
33 Mas não quero que procureis saber o que eu vou fazer; enquanto eu mesma não voltar para vos avisar, não se faça outra coisa que rogar por mim ao Senhor, nosso Deus".
34 Ozias, o príncipe de Judá, respondeu-lhe: "Vai em paz e que o Senhor te ajude a tomar a vingança de nossos inimigos". E retiraram-se.
Παρέμβαση της Ιουδίθ
1 Εκείνες τις μέρες έμαθε τα συμβάντα η Ιουδίθ, η οποία ήταν κόρη του Μεραρί. Οι άλλοι πρόγονοί της κατευθείαν ανιούσα γραμμή ήταν οι: Ωξ, Ιωσήφ, Οζιήλ, Ελκίας, Ανανίας, Γεδεών, Ραφαΐν, Αχιτώβ, Ηλίας, Χελκίας, Ελιάβ, Ναθαναήλ, Σαλαμιήλ, ΣαρασαδάιΣαρασαδάι. Μερικά χειρ. προσθέτουν εδώ: «Συμεών». και Ισραήλ.Ισραήλ. Δηλ. Ιακώβ.2 Ο άντρας της ο Μανασσής καταγόταν από την ίδια μ’ αυτήν φυλή κι από την ίδια συγγένεια, και είχε πεθάνει την εποχή του θερισμού των κριθαριών. 3 Μια μέρα, εκεί που επιτηρούσε τους εργάτες που έδεναν τα δεμάτια στον κάμπο, τον χτύπησε ο ήλιος στο κεφάλι και πέθανε. Τον έθαψαν στη Βαιτυλούα μαζί με τους προγόνους του, στο χωράφι ανάμεσα στη Δωθαΐμ και στη Βαλαμών. 4 Η Ιουδίθ είχε μείνει σπίτι της χήρα τρία χρόνια και τέσσερις μήνες. 5 Έμενε σε μια σκηνή που την είχε στήσει στην οροφή του σπιτιού της· φορούσε πένθιμη φορεσιά κι από πάνω τα ρούχα της χηρείας. 6 Όλη τη διάρκεια της χηρείας της νήστευε, εκτός από το Σάββατο και την παραμονή, τη νουμηνία και την παραμονή, τις γιορτές και τις πανηγυρικές ημέρες των Ισραηλιτών. 7 Είχε ωραίο σώμα και πάρα πολύ όμορφο πρόσωπο. Ο σύζυγός της ο Μανασσής τής είχε αφήσει μεγάλη περιουσία: χρυσάφι και ασήμι, δούλους και δούλες, ζώα και χωράφια. 8 Και κανείς δεν είχε να πει κακό λόγο εναντίον της, γιατί σεβόταν πολύ το Θεό.
9 Η Ιουδίθ, λοιπόν, έμαθε τα πικρά λόγια που ο λαός είπε στον Οζία όταν έχασαν το ηθικό τους από την έλλειψη του νερού. Επίσης έμαθε τα όσα τους απάντησε ο Οζίας, ότι τους ορκίστηκε να παραδώσει την πόλη στους Ασσυρίους σε πέντε μέρες. 10 Τότε η Ιουδίθ έστειλε τη δούλη της, που ήταν η διαχειρίστρια της περιουσίας της και προσκάλεσε σπίτι της τον Χαβρίν και τον Χαρμίν, τους πρεσβυτέρους της πόλης.
Συνομιλία της Ιουδίθ με τους άρχοντες της πόλης
11 Όταν οι άρχοντες της Βαιτυλούας ήρθαν στην Ιουδίθ, εκείνη τους είπε:
«Ακούστε με, εσείς άρχοντες της πόλης. Δε μιλήσατε σήμερα σωστά μπροστά στο λαό, όταν ορκιστήκατε στο Θεό να παραδώσετε την πόλη στους εχθρούς, αν στο μεταξύ ο Κύριος δεν σας στείλει βοήθεια. 12 Ποιοι είστε σεις όμως που προκαλείτε το Θεό και τον υποκαθιστάτε στις σχέσεις του με τους ανθρώπους; 13 Βάζετε σε δοκιμασία τον Κύριο του σύμπαντος, αλλά ποτέ δε θα εξιχνιάσετε τις βουλές του. 14 Αφού δεν μπορείτε να μετρήσετε τα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς ούτε να κατανοήσετε τη σκέψη του ανθρώπου, πώς θα εξερευνήσετε το Θεό, που τα δημιούργησε αυτά ή θα κατανοήσετε το νου και τη σκέψη του;
»Μην εξοργίζετε λοιπόν τον Κύριο, το Θεό μας, αδερφοί! 15 Είναι δυνατόν να μη θέλει να μας βοηθήσει μέσα στις επόμενες πέντε μέρες· μπορεί πάλι να μας βοηθήσει οποιαδήποτε άλλη μέρα ή ακόμη ν’ αφήσει να μας καταστρέψουν οι εχθροί μας. 16 Μην εκβιάζετε λοιπόν τη βούληση του Κυρίου. Ο Θεός μας δεν είναι άνθρωπος να απειληθεί ή να δεχθεί διαιτητή.
17 »Επειδή λοιπόν περιμένουμε μόνο απ’ αυτόν τη σωτηρία, ας τον παρακαλέσουμε να μας βοηθήσει κι αν θέλει θα ακούσει την προσευχή μας. 18 Ούτε στις αμέσως προηγούμενες γενιές μας ούτε σήμερα καμιά φυλή, συγγένεια, χωριό ή πόλη δεν προσκυνάμε θεούς που είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα. Αυτά γίνονταν τον παλιό καιρό· 19 και γι’ αυτό ο Θεός παρέδωσε τους προγόνους μας στους εχθρούς μας, οι οποίοι τους εξολόθρευσαν και άρπαξαν τα υπάρχοντά τους. 20 Εμείς όμως δεν γνωρίσαμε άλλον Θεό εκτός απ’ αυτόν κι έτσι ελπίζουμε πως κι εκείνος δεν θα απορρίψει ούτε έναν άνθρωπο από το έθνος μας.
21 »Αν αφήσουμε τους εχθρούς να καταλάβουν την πόλη μας, αυτοί θα κυριέψουν όλη την Ιουδαία και θα λεηλατήσουν το ναό. Και τότε ο Θεός θα κάνει να πληρώσουμε με τη ζωή μας τη λεηλασία του ναού. 22 Θα τιμωρηθούμε για τη θανάτωση των συμπατριωτών μας, την κατάληψη της χώρας και την ερήμωση των περιουσιών μας. Τα έθνη όπου θα μεταφερθούμε αιχμάλωτοι θα μας ταπεινώσουν και θα μας εξευτελίσουν διεθνώς. 23 Τίποτε καλό δε θα προκύψει από την αιχμαλωσία μας, γιατί ο Κύριος θα τη μεταβάλει σε όνειδος. 24 Τώρα λοιπόν, αδερφοί, ας γίνουμε παράδειγμα στους συμπατριώτες μας. Από μας εξαρτάται όχι μόνο η ζωή τους αλλά και ολόκληρη η περιοχή του ναού και το θυσιαστήριο.
25 »Παρ’ όλα αυτά ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο το Θεό μας που μας δοκιμάζει, όπως δοκίμαζε και τους προγόνους μας. 26 Θυμηθείτε με πόσους τρόπους δοκίμασε τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και πόσα συνέβηκαν στον Ιακώβ, όταν αυτός ήταν στη Μεσοποταμία της ΣυρίαςΜεσοποταμία της Συρίας Νοείται το άνω (ΒΔ) τμήμα της Μεσοποταμίας. και φύλαγε τα πρόβατα του Λάβαν, αδερφού της μητέρας του. 27 Ο Θεός πέρασε τους προγόνους μας μέσα από τη φωτιά για να δοκιμάσει την πίστη τους. Έτσι και τώρα μαστιγώνει εμάς που τον λατρεύουμε, για να μας νουθετήσει· δεν το κάνει για να μας εκδικηθεί».
28 Τότε ο Οζίας της απάντησε: «Όλα όσα μας είπες τα είπες καλοπροαίρετα, και κανείς δεν φέρνει αντίρρηση. 29 Δεν είναι σήμερα μόνο που δείχνεις τη σύνεσή σου. Από μικρή που ήσουν, όλος ο λαός ήξερε τη φρόνησή σου και την υπέροχη σκέψη σου. 30 Αλλά ο λαός πεθαίνει από τη δίψα και μας ανάγκασε να του ορκιστούμε ότι θα ενεργήσουμε έτσι. Δεν μπορούμε τώρα να παραβούμε τον όρκο μας. 31 Προσευχήσου λοιπόν για μας, σαν γυναίκα ευσεβής που είσαι κι ο Κύριος θα στείλει τη βροχή να γεμίσουν οι δεξαμενές και δε θα πεθάνουμε από τη δίψα».
32 Η Ιουδίθ απάντησε: «Ακούστε· θα κάνω κάτι που οι συμπατριώτες μας θα το θυμούνται για πάντα. 33 Εσείς σταθείτε απόψε να φυλάτε την πύλη κι εγώ θα βγω έξω με τη δούλη μου. Και πριν έρθει η μέρα που ορκιστήκατε να παραδώσετε την πόλη στους εχθρούς μας, ο Κύριος θα χρησιμοποιήσει εμένα να ελευθερώσω τον Ισραήλ. 34 Μη με ρωτήστε όμως τι θα κάνω. Δε θα σας πω, μέχρις ότου πραγματοποιήσω το σχέδιό μου».
35 Ο Οζίας και οι άρχοντες της είπαν: «Πήγαινε με την ευχή μας. Ο Κύριος ο Θεός ας είναι μαζί σου για να εκδικηθείς τους εχθρούς μας». 36 Έπειτα έφυγαν από τη σκηνή της Ιουδίθ και πήγαν στις θέσεις τους.