Pular para o conteúdo
Publicidade

Eclesiastes 1

TGVD

Tudo é inútil

1 As palavras do Mestre,1.1 Ou o líder da assembleia; também nos versículos 2 e 12. filho de Davi, rei em Jerusalém:

2 "Que grande inutilidade!",

diz o Mestre.

"Que grande inutilidade!

Tudo é inútil!".

3 O que o homem ganha com todo o seu trabalho

em que tanto se esforça debaixo do sol?

4 Gerações vêm e gerações vão,

mas a terra permanece para sempre.

5 O sol se levanta e o sol se põe

e depressa volta ao lugar de onde se levanta.

6 O vento sopra para o sul

e vira para o norte;

voltas e voltas,

seguindo sempre o seu curso.

7 Todos os rios fluem para o mar,

contudo o mar nunca se enche.

Para o lugar de onde fluem os rios,

é que eles voltam a fluir.

8 Todas as coisas trazem canseira.

O homem não é capaz de descrevê-las.

Os olhos nunca se saciam de ver

nem os ouvidos se fartam de ouvir.

9 O que foi tornará a ser;

o que foi feito se fará novamente;

não nada novo debaixo do sol.

10 Haverá algo de que se possa dizer:

"Veja! Isto é novo!"?

Não! existiu muito tempo,

bem antes da nossa época.

11 Ninguém se lembra dos que viveram na antiguidade,

e aqueles que ainda virão

tampouco serão lembrados

pelos que vierem depois deles.1.11 Ou Não há lembrança do que aconteceu, / e mesmo o que ainda acontecerá / não será lembrado / pelos que vierem depois disso.

A sabedoria é inútil

12 Eu, o Mestre, fui rei de Israel, em Jerusalém. 13 Dediquei-me a investigar e a usar a sabedoria para examinar tudo o que é feito debaixo do céu. Que tarefa dura Deus pôs sobre os homens para que se ocupem com ela! 14 Observei tudo o que é feito debaixo do sol. Vi que tudo é inútil; é correr atrás do vento!

15 O que é torto não pode ser endireitado;

o que está faltando não pode ser contado.

16 Falei comigo mesmo: "Veja ! Eu me tornei famoso e ultrapassei em sabedoria todos os que governaram Jerusalém antes de mim. De fato, adquiri muita sabedoria e conhecimento".

17 Por isso, eu me dediquei a compreender a sabedoria, bem como a loucura e a insensatez, mas aprendi que isso também é correr atrás do vento.

18 Pois, quanto maior a sabedoria, maior o sofrimento;

quanto maior o conhecimento, maior a frustração.

1 Λόγια του Εκκλησιαστή,Εκκλησιαστής. Πρόκειται για πρόσωπο, που συγκεντρώνει και διδάσκει το λαό. γιου του Δαβίδ, και βασιλιά στην Ιερουσαλήμ.

Τίποτα δεν είναι καινούριο

2 Όλα είναι μάταια στο έπακρο, λέει ο Εκκλησιαστής, όλα είναι μάταια. Τα πάντα είναι μονάχα ματαιότητα. 3 Τι ωφελείται ο άνθρωπος απόλο του το μόχθο και τη σκληρή του τη δουλειά πάνω στη γη; 4 Η μια γενιά περνάει και άλλη έρχεται, και μόνο η γη πάντοτε μένει η ίδια. 5 Ο ήλιος προβάλλει στην ανατολή και χάνεται στη δύση· τρέχει να βρεθεί στον τόπο του, για να ξαναφανεί. 6 Ο άνεμος φυσάει προς το νότο, προς το βορρά γυρίζει, πηγαίνει και ξαναγυρνάει κι αρχίζει πάλι απτην αρχή. 7 Οι ποταμοί όλοι χύνονται στη θάλασσα, μα η θάλασσα ποτέ της δε γεμίζει· ξαναγυρίζουν τα νερά προς τις πηγές των ποταμών, για να κυλήσουν πάλι. 8 Πόσο είνόλα αυτά ανιαρά! Αλλάζουν τόσο γρήγορα που κανένας δεν μπορεί να τα παρακολουθήσει και πολύ περισσότερο με λόγια να τα περιγράψει. Το μάτι δεν θα δει ποτέ αρκετά για να χορτάσει ούτε το αυτί ποτέ θακούσει αρκετά. 9 Αυτό που υπήρξε, αυτό και θα υπάρχει· κι αυτό που έγινε, το ίδιο θα επαναληφθεί. Τίποτα δεν είνκαινούριο εδώ στη γη. 10 Αν πει κανείς για κάποιο πράγμα, «να και κάτι καινούριο», θα κάνει λάθος. Στην πραγματικότητα αυτό υπήρχε πολύ πριν από μας. 11 Αλλά κανένας δε θυμάται όσα έχουν γίνει από παλιά, κι αυτά που πρόκειται να γίνουν, κανένας δε θα τα θυμάται απόσους μέλλουν να ζήσουν ύστερα απαυτά.

Κάθε προσπάθεια είναι μάταιη

12 Εγώ, ο Εκκλησιαστής, υπήρξα βασιλιάς του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ. 13 Φρόντισα μόλη μου τη δύναμη να ερευνήσω και με σοφία να διακρίνω όλα όσα γίνονται στον κόσμο αυτό· ασχολία δυσάρεστη, που ο Θεός την έδωσε στους ανθρώπους για να τους ταλαιπωρεί.

14 Είδα όλα τα έργα που γίνονται εδώ στη γη, και διαπίστωσα πως όλα είναι μάταια και σαν να κυνηγάει κανείς τον άνεμο. 15 Το στραβό δεν μπορεί να γίνει ίσιο κι ό,τι κανείς δεν έχει, να το μετρήσει δεν μπορεί.

16 Σκέφτηκα μέσα μου: «Τώρα εγώ έχω γίνει σπουδαίος και τόσο πολύ σοφός, ώστε ξεπέρασα όλους εκείνους που έζησαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ· κι απόκτησα πολλή σοφία και γνώση. 17 Προσπάθησα να καταλάβω τι είναι σοφία και γνώση, και τι αφροσύνη κι ανοησία. Διαπίστωσα, όμως, ότι κι αυτό είναι σαν να κυνηγάει κανείς τον άνεμο· 18 γιατί στην πολλή σοφία, πολλή είναι και η λύπη· κι όσο κανείς γνωρίζει περισσότερα, τόσο και περισσότερο υποφέρει».

Veja também