Publicidade

Gênesis 15

IRB20
Η διαθήκη του Θεού με τον Άβραμ

1 Ύστερα απαυτά τα γεγονότα, ο Κύριος είπε σε όραμα στον Άβραμ: «Μη φοβάσαι, Άβραμ. Εγώ είμαι η ασπίδα σου. Η ανταμοιβή σου θα είναι πάρα πολύ μεγάλη».

2 Ο Άβραμ απάντησε: «Δέσποτα Κύριε, τι θα μου δώσεις; Εγώ φεύγω άτεκνος· και κληρονόμοςκληρονόμος. Ο εβρ. όρος «μπεν-Μέσεκ» δηλώνει πιθανώς τον υπηρέτη που ήταν επιφορτισμένος με το ειδικό καθήκον να προσφέρει σπονδές στους τάφους των νεκρών προγόνων, θέση η οποία του εξασφάλιζε ιδιαίτερα προνόμια. του σπιτιού μου είναι ο Ελιέζερ από τη Δαμασκό». 3 Και πρόσθεσε: «Αφού δεν μου έδωσες απογόνους, θα με κληρονομήσει ο δούλος του σπιτιού μου».

4 Ο Κύριος του αποκρίθηκε: «Δε θα σε κληρονομήσει αυτός, αλλά εκείνος που θα βγει από τα σπλάχνα σου». 5 Τον έφερε τότε έξω και του είπε: «Κοίτα τον ουρανό και μέτρα ταστέρια, αν μπορείς να τα μετρήσεις. Έτσι αναρίθμητοι θα είναι και οι απόγονοί σου».

6 Ο Άβραμ πίστεψε στον Κύριο και γιαυτή του την πίστη ο Κύριος τον αναγνώρισε δίκαιο.

7 Του είπε ακόμα: «Εγώ είμαι ο Κύριος, που σε έβγαλα από την Ουρ των Χαλδαίων, για να σου δώσω αυτή τη χώρα για ιδιοκτησία σου». 8 Ο Άβραμ ρώτησε: «Δέσποτα Κύριε, πώς θα ξέρω ότι θα είναι δική μου;» 9 Τότε ο Κύριος του είπε: «Φέρε μου ένα δαμάλι τριών ετών κι ένα κατσίκι τριών ετών, ένα κριάρι τριών ετών, ένα τρυγόνι και ένα περιστέρι». 10 Ο Άβραμ έφερε όλα αυτά τα ζώα, τα έκοψε στη μέση και τα έβαλε σε δύο σειρές, κάθε μισό απέναντι στο άλλο. Μόνο τα πουλιά δεν τα έκοψε στα δύο.Τελετουργικό σύναψης συμφωνίας. Οι συμβαλλόμενοι δέχονταν να έχουν την ίδια τύχη με τα διαμελιζόμενα ζώα αν δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους. Στο Ιερ 34:18 γίνεται υπαινιγμός ενός τέτοιου τελετουργικού.11 Πάνω στα σφαγμένα ζώα άρχισαν να ορμούν αρπακτικά όρνια κι ο Άβραμ τα έδιωχνε.

12 Καθώς ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει, ο Άβραμ έπεσε σε βαθύ ύπνο, και τον έπιασε έντονο και φοβερό άγχος. 13 Τότε του είπε ο Κύριος: «Να το ξέρεις καλά πως κάποτε οι απόγονοί σου θα πάνε να ζήσουν σε μια ξένη χώρα. Εκεί θα γίνουν δούλοι και θα τους καταπιέσουν για τετρακόσια χρόνια.

14 »Αλλά εγώ θα τιμωρήσω το λαό που θα τους υποδουλώσει και τότε θα φύγουν από τη χώρα εκείνη με πλούτη πολλά. 15 Εσύ θα πεθάνεις ειρηνικά σε βαθιά γεράματα και θα ταφείς. 16 Όταν φτάσουν στην τέταρτη γενιά θα επιστρέψουν εδώ, γιατί ως τότε δεν θα έχει ακόμη ολοκληρωθεί η ανομία των Αμορραίων για να τιμωρηθούν».

17 Όταν ο ήλιος βασίλεψε τελείως κι έπεσε το σκοτάδι, φάνηκε ξαφνικά ένα καμίνι να καπνίζει, και μια πύρινη φλόγα πέρασε ανάμεσα σεκείνα τα κομμάτια των ζώων. 18 Μαυτόν τον τρόπο ο Κύριος έκανε διαθήκη με τον Άβραμ και του είπε: «Στους απογόνους σου θα δώσω αυτή τη χώρα, από τον ποταμό της Αιγύπτου μέχρι το μεγάλο ποταμό, δηλαδή τον Ευφράτη, 19 που τώρα την κατοικούν οι Κεναίοι, οι Κενεζαίοι, οι Κεδμωναίοι, 20 οι Χετταίοι, οι Φερεζαίοι, οι Ρεφαΐτες,Ρεφαΐτες. Στα εβρ. σημαίνει «γίγαντες».21 οι Αμορραίοι, οι Χαναναίοι, οι Γεργεσαίοι και οι Ιεβουσαίοι».

Patto dell’Eterno con Abramo

1 Dopo queste cose, la parola dell’Eterno fu rivolta in visione ad Abramo, dicendo: "Non temere, Abramo, io sono il tuo scudo, e la tua ricompensa sarà grandissima". 2 E Abramo disse: "Signore, Eterno, che mi darai tu? poiché io me ne vado senza figli, e chi possederà la mia casa è Eliezer di Damasco". 3 Poi Abramo aggiunse: "Tu non mi hai dato progenie; ed ecco, uno schiavo nato in casa mia sarà mio erede". 4 Allora la parola dell’Eterno gli fu rivolta dicendo: "Questi non sarà tuo erede; ma colui che uscirà dalle tue viscere sarà erede tuo". 5 Lo condusse fuori, e gli disse: "Guarda il cielo e conta le stelle, se le puoi contare". Poi aggiunse: "Così sarà la tua progenie". 6 Ed egli credette all’Eterno, che gli contò questo come giustizia.

Sacrificio e visione di Abramo

7 L’Eterno gli disse: "Io sono l’Eterno che ti ho fatto uscire da Ur dei Caldei per darti questo paese, perché tu lo possegga". 8 E Abramo chiese: "Signore, Eterno, come potrò sapere che lo possederò?". 9 E l’Eterno gli rispose: "Prendimi una giovenca di tre anni, una capra di tre anni, un montone di tre anni, una tortora e un piccione". 10 Ed egli prese tutti questi animali, li divise in mezzo, e pose ciascuna metà di fronte all’altra; ma non divise gli uccelli. 11 Degli uccelli rapaci calarono sulle bestie morte, ma Abramo li scacciò. 12 E, sul tramontare del sole, un profondo sonno cadde sopra Abramo; ed ecco, uno spavento, un’oscurità profonda, cadde su lui. 13 E l’Eterno disse ad Abramo: "Sappi per certo che i tuoi discendenti dimoreranno come stranieri in un paese che non sarà loro, e saranno schiavi, e saranno oppressi per quattrocento anni; 14 ma io giudicherò la gente di cui saranno stati servi; e, dopo questo, se ne partiranno con grandi ricchezze. 15 E tu te ne andrai in pace ai tuoi padri, e sarai sepolto dopo una prospera vecchiaia. 16 E alla quarta generazione essi torneranno qua; perché l’iniquità degli Amorei non è giunta finora al colmo". 17 Appena il sole tramontò e venne la notte scura, ecco una fornace fumante e una fiamma di fuoco passare in mezzo agli animali divisi. 18 In quel giorno l’Eterno fece patto con Abramo, dicendo: "Io do alla tua progenie questo paese, dal fiume d’Egitto al gran fiume, il fiume Eufrate; 19 i Chenei, i Chenizei, i Cadmonei, 20 gli Ittiti, i Ferezei, i Refaim, 21 gli Amorei, i Cananei, i Ghirgasei e i Gebusei".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-