1 Η Σάρα, η γυναίκα του Άβραμ, δεν του γεννούσε παιδιά. Στην υπηρεσία της είχε μια δούλη Αιγύπτια, που ονομαζόταν Άγαρ. 2 Είπε λοιπόν η Σάρα στον Άβραμ: «Ο Κύριος μου στέρησε την ικανότητα να γεννώ. Πήγαινε, λοιπόν, στη δούλη μου, και ίσως αποκτήσω μέσω αυτής ένα γιο».Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής η ατεκνία θεωρείτο ατιμία (βλ. στ. 4). Για το λόγο αυτό, κατά αρχαίο έθιμο της Μεσοποταμίας, η άτεκνη γυναίκα μπορούσε να προσφέρει στο σύζυγό της την προσωπική της δούλη, το παιδί της οποίας θεωρείτο της κυρίας της, εφ’ όσον θα το γεννούσε στα γόνατα εκείνης. Βλ. και 29:29, 30:3-13. Ο Άβραμ άκουσε τα λόγια της Σάρας. 3 Έτσι, δέκα χρόνια μετά την εγκατάστασή του στη Χαναάν, η γυναίκα του η Σάρα του έδωσε την Άγαρ, την Αιγύπτια δούλη της, για γυναίκα.
4 Ο Άβραμ, λοιπόν, συνευρέθηκε με την Άγαρ κι εκείνη έμεινε έγκυος. Όταν η Άγαρ είδε ότι ήταν έγκυος, άρχισε να φέρεται στην κυρά της με περιφρόνηση. 5 Τότε είπε η Σάρα στον Άβραμ: «Εσύ είσαι η αιτία για την προσβολή που μου γίνεται. Εγώ σου έδωσα τη δούλη μου στην αγκαλιά σου κι εκείνη όταν είδε ότι έμεινε έγκυος άρχισε να με περιφρονεί. Ο Κύριος ας είναι κριτής ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εσένα». 6 Ο Άβραμ απάντησε στη Σάρα: «Ορίστε η δούλη σου, στη διάθεσή σου. Κάνε της ό,τι σου αρέσει». Τότε η Σάρα άρχισε να κακομεταχειρίζεται την Άγαρ, κι εκείνη έφυγε από κοντά της.
7 Κοντά σε μια νεροπηγή στην έρημο, στο δρόμο προς τη Σουρ, τη συνάντησε ένας άγγελος του Κυρίου 8 και της είπε: «Άγαρ, δούλη της Σάρας, από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις;» Εκείνη απάντησε: «Έφυγα απ’ την κυρά μου τη Σάρα». 9 Ο άγγελος της είπε: «Γύρνα πίσω στην κυρά σου και υποτάξου σ’ αυτήν». 10 Της είπε ακόμα: «Θα σου δώσω τόσους πολλούς απογόνους, που κανείς δε θα μπορεί να τους μετρήσει. 11 Τώρα είσαι έγκυος· θα γεννήσεις γιο και θα τον ονομάσεις Ισμαήλ,Ισμαήλ. Στα εβρ. σημαίνει «ο Θεός ακούει». γιατί ο Κύριος άκουσε τον πόνο σου. 12 Αυτός θα είναι άνθρωπος αγροίκος. Θα φέρεται σε όλους με σκληρότητα και όλοι γύρω του θα του φέρνονται με σκληρότητα· θα ζει χώρια από τους υπόλοιπους συγγενείς του».
13 Η Άγαρ απέδωσε στον Κύριο που της μιλούσε το όνομα: «Εσύ είσαι ο Ελ-Ροΐ» (ο Θεός που με βλέπει), επειδή σκέφτηκε: «Είδα άραγε εδώ εκείνον που με βλέπει;» 14 Γι’ αυτό και το πηγάδι εκείνο το ονόμασε «Μπεέρ-Λαχαΐ-Ροΐ», δηλαδή «Πηγάδι του αληθινού Θεού που με βλέπει» –αυτό βρίσκεται ανάμεσα στην Κάδης και στη Βαράδ.
15 Η Άγαρ γέννησε στον Άβραμ γιο κι εκείνος τον ονόμασε Ισμαήλ. 16 Εκείνη την εποχή ο Άβραμ ήταν ογδόντα έξι ετών.
1 Ora Sarai, moglie di Abramo, non gli aveva dato figli. Lei aveva una serva egiziana di nome Agar. 2 E Sarai disse ad Abramo: "Ecco, l’Eterno mi ha fatta sterile; su, va’ dalla mia serva, forse avrò discendenza da lei". Abramo diede ascolto alla voce di Sarai. 3 Sarai dunque, moglie di Abramo, dopo dieci anni che Abramo dimorava nel paese di Canaan, prese la sua serva Agar, l’Egiziana, e la diede per moglie ad Abramo, suo marito. 4 Ed egli si unì ad Agar, che rimase incinta; e quando si accorse che era incinta, guardò la sua padrona con disprezzo. 5 Allora Sarai disse ad Abramo: "L’offesa fatta a me ricade su te. Io ti ho dato la mia serva nelle braccia; e da quando lei si è accorta di essere incinta, mi guarda con disprezzo. L’Eterno sia giudice fra me e te". 6 E Abramo rispose a Sarai: "Ecco, la tua serva è in tuo potere; fa’ con lei come ti piacerà". Sarai la trattò duramente, e lei se ne fuggì dalla sua presenza. 7 L’angelo dell’Eterno la trovò presso una sorgente d’acqua, nel deserto, presso la sorgente che è sulla via di Sur, 8 e le disse: "Agar, serva di Sarai, da dove vieni? e dove vai?", e lei rispose: "Me ne fuggo dal cospetto di Sarai mia padrona". 9 L’angelo dell’Eterno le disse: "Torna dalla tua padrona, e umiliati sotto la sua mano". 10 L’angelo dell’Eterno soggiunse: "Io moltiplicherò grandemente la tua progenie e non la si potrà contare, tanto sarà numerosa". 11 E l’angelo dell’Eterno le disse ancora: "Ecco, tu sei incinta e partorirai un figlio, che chiamerai Ismaele, perché l’Eterno ti ha ascoltata nella tua afflizione; 12 esso sarà tra gli uomini come un asino selvatico; la sua mano sarà contro tutti e la mano di tutti contro di lui; e abiterà di fronte a tutti i suoi fratelli". 13 Allora Agar chiamò il nome dell’Eterno che le aveva parlato, Atta-El-Roi, perché disse: "Ho io, proprio qui, visto andarsene colui che mi ha vista?". 14 Perciò quel pozzo fu chiamato "il pozzo di Lacai-Roi". Ecco, esso è fra Cades e Bered. 15 Agar partorì un figlio ad Abramo e Abramo chiamò Ismaele il figlio che Agar gli aveva partorito. 16 Abramo aveva ottantasei anni quando Agar gli partorì Ismaele.