Publicidade

Gênesis 30

IRB20

1 Βλέποντας η Ραχήλ ότι δε γεννούσε παιδιά στον Ιακώβ, ζήλεψε την αδερφή της και είπε στον άντρα της: «Δώσμου παιδιά, αλλιώς θα πεθάνω». 2 Ο Ιακώβ θύμωσε με τη Ραχήλ και της είπε: «Θεός είμεγώ; Αυτός σου στέρησε την ικανότητα να γεννάς». 3 Τότε η Ραχήλ είπε: «Να η δούλη μου η Βαλλά. Πήγαινε μαζί της κι ας γεννήσει στα γόνατά μου. Έτσι θαποχτήσω κι εγώ παιδιά μέσω αυτής».Βλ. υποσ. εις κεφ. 16:2.4 Του έδωσε, λοιπόν, τη δούλη της τη Βαλλά για γυναίκα, κι ο Ιακώβ κοιμήθηκε μαζί της. 5 Η Βαλλά έμεινε έγκυος και του γέννησε γιο. 6 Τότε είπε η Ραχήλ: «Ο Θεός με δικαίωσε! Άκουσε την προσευχή μου και μου έδωσε γιο»· και τον ονόμασε Δαν.Δαν. Στα εβρ. ακούγεται όπως η λ. «δικαιοσύνη».7 Η Βαλλά έμεινε πάλι έγκυος και γέννησε δεύτερο γιο στον Ιακώβ. 8 Τότε είπε η Ραχήλ: «Μεγάλους αγώνες έκανα ενάντια στην αδερφή μου και νίκησα»· και τον ονόμασε Νεφθαλί.Νεφθαλί. Στα εβρ. ακούγεται όπως η λ. «αγώνας».9 Η Λεία βλέποντας ότι έπαψε να γεννάει, πήρε τη δούλη της τη Ζελφά και την έδωσε στον Ιακώβ για γυναίκα.Βλ. υποσ. εις κεφ. 16:2.10 Η Ζελφά γέννησε στον Ιακώβ γιο. 11 Τότε είπε η Λεία: «Τι ευτυχία!» και τον ονόμασε Γαδ.Γαδ. Στα εβρ. ακούγεται όπως η λ. «ευτυχία».12 Η Ζελφά γέννησε και δεύτερο γιο στον Ιακώβ. 13 Τότε είπε η Λεία: «Είμαι ευτυχισμένη και θα με καλοτυχίζουν οι γυναίκες»· και τον ονόμασε Ασήρ.Ασήρ. Στα εβρ. σημαίνει «ευτυχής».

14 Την εποχή του θερισμού των σιτηρών ο Ρουβήν βγήκε στους αγρούς και βρήκε μήλα του μανδραγόρα και τα έφερε στη Λεία τη μητέρα του. Τότε η Ραχήλ είπε στη Λεία: «Δώσμου από τα μήλα του μανδραγόρα που βρήκε ο γιος σου». 15 Εκείνη της απάντησε: «Λίγο είναι που μου πήρες τον άντρα μου, θέλεις να μου πάρεις και τα μήλα του μανδραγόρα του γιου μου;» Και είπε η Ραχήλ: «Σε αντάλλαγμα για τα μήλα του μανδραγόρα του γιου σου, θα κοιμηθεί ο Ιακώβ μαζί σου απόψε».

16 Το βράδυ, την ώρα που ο Ιακώβ γύριζε από τον αγρό, βγήκε η Λεία να τον προϋπαντήσει και του είπε: «Σεμένα θα έρθεις, γιατί σε πλήρωσα με αντίτιμο τα μήλα του μανδραγόρα του γιου μου». Ο Ιακώβ κοιμήθηκε μαυτήν εκείνη τη νύχτα 17 και ο Θεός άκουσε τη Λεία. Έμεινε έγκυος και γέννησε πέμπτο γιο στον Ιακώβ. 18 «Ο Θεός με αντάμειψε», είπε, «γιατί έδωσα τη δούλη μου στον άντρα μου»· και τον ονόμασε Ισσάχαρ.Ισσάχαρ. Στα εβρ. ακούγεται όπως η φρ. «υπάρχει ανταμοιβή».19 Μετά έμεινε πάλι έγκυος και γέννησε έκτο γιο στον Ιακώβ. 20 «Ο Θεός μού έδωσε ένα ωραίο δώρο», είπε. «Αυτή τη φορά ο άντρας μου θα με παραδεχτεί, γιατί του γέννησα έξι γιους»· και τον ονόμασε Ζαβουλών.Ζαβουλών. Στα εβρ. ακούγεται όπως οι λ. «παραδέχομαι» και «δώρο».21 Έπειτα γέννησε κόρη και την ονόμασε Δείνα.Δείνα. Στα εβρ. σημαίνει «κρίση».

22 Τότε ο Θεός θυμήθηκε τη Ραχήλ· άκουσε την προσευχή της και της έδωσε την ικανότητα να ξανακάνει παιδιά. 23 Εκείνη έμεινε έγκυος και γέννησε γιο. «Ο Θεός έβγαλε από πάνω μου την ντροπή μου», είπε. 24 «Άς μου δώσει ο Κύριος κι άλλον γιο»· και τον ονόμασε Ιωσήφ.Ιωσήφ. Στα εβρ. ακούγεται όπως η φρ. «είθε να δώσει και άλλον».

Ο Λάβαν και ο Ιακώβ χωρίζουν την περιουσία τους

25 Όταν πια η Ραχήλ γέννησε και τον Ιωσήφ, ο Ιακώβ είπε στο Λάβαν: «Άσε με να φύγω και να πάω στον τόπο μου, στην πατρίδα μου. 26 Δώσε μου τις γυναίκες μου, που γιαυτές σου δούλεψα, και τα παιδιά μου, και να φύγω. Εσύ ξέρεις πόσο σου δούλεψα».

27 Ο Λάβαν του είπε: «Αν μου επιτρέπεις να σου πω,Αν... πω. Κατά λ. «Αν βρήκα χάρη στα μάτια σου...» έχω καταλάβει ότι ο Κύριος με ευλόγησε εξαιτίας σου. 28 Όρισέ μου», του λέει, «την αμοιβή σου κι εγώ θα σου τη δώσω». 29 Ο Ιακώβ του είπε: «Εσύ ξέρεις πόσο σου δούλεψα, και πόσα έγιναν τα κοπάδια σου με τη δική μου φροντίδα. 30 Είχες λίγα πριν έρθω, και έγιναν πολλά· πράγματι, ο Θεός σε ευλόγησε με τον ερχομό μου. Τώρα πρέπει κι εγώ να φροντίσω το σπίτι μου». 31 Ο Λάβαν ρώτησε: «Τι να σου δώσω για μισθό;» Κι ο Ιακώβ απάντησε: «Δε θα μου δώσεις τίποτε. Αν μου κάνεις αυτό που θα σου πω, εγώ πάλι θα βοσκήσω τα πρόβατά σου και θα σου τα φυλάξω: 32 Θα περάσω σήμερα απόλα τα κοπάδια σου. Βάλε στην άκρη όσα πρόβατα είναι διάστικτα και παρδαλά, και όσα είναι τελείως μαύρα· κι από τα κατσίκια όσα είναι διάστικτα και παρδαλά. Αυτά θα είναι ο μισθός μου.

33 »Έτσι θαποδεικνύεται η εντιμότητά μου στο μέλλον, όταν θα έρχεσαι για να ελέγξεις το μισθό μου: Αν θα έχω κατσίκια που δε θα είναι διάστικτα ή παρδαλά ή πρόβατα που δε θα είναι μαύρα, αυτά θα θεωρούνται ότι τα έχω κλέψει».

34 «Σύμφωνοι», είπε ο Λάβαν, «ας γίνει όπως το λες». 35 Την ίδια μέρα όμως ξεχώρισε ο Λάβαν όσους τράγους είχαν ραβδώσεις ή ήταν διάστικτοι και παρδαλοί κι όσες κατσίκες ήταν διάστικτες και παρδαλές, καθώς και όλα τα πρόβατα που ήταν σκουρόχρωμα ή τελείως μαύρα, και τα έδωσε να τα φυλάνε οι γιοι του. 36 Και απομακρύνθηκε σε απόσταση τριών ημερών από τον Ιακώβ. Ο Ιακώβ έβοσκε τα υπόλοιπα πρόβατα του Λάβαν. 37 Τότε κι ο Ιακώβ πήρε χλωρές βέργες από λεύκα, αμυγδαλιά και πλάτανο, τις ξεφλούδισε σε ορισμένα σημεία, για να φανεί το άσπρο, 38 και τις έβαλε μέσα στις ποτίστρες όπου θα πήγαιναν τα κοπάδια να ποτιστούν, ακριβώς εκεί που κυλούσε το νερό, για να τις βλέπουν τα ζώα. Καθώς εκείνα έρχονταν να πιουν, ζευγάρωναν. 39 Τα θηλυκά πρόβατα ζευγάρωναν μπροστά στις παρδαλές βέργες κι έτσι γεννούσαν αρνιά ραβδωτά και διάστικτα ή παρδαλά. 40 Ο Ιακώβ ξεχώριζε τα αρνιά από τις κατσίκες, και τα έβαζε να κοιτάζουν προς τα ραβδωτά και προς τα μαύρα πρόβατα των κοπαδιών του Λάβαν. Μαυτόν τον τρόπο έκανε δικά του κοπάδια, τα οποία τα κράτησε ξέχωρα από κείνα του Λάβαν. 41 Κάθε φορά που τα δυνατά θηλυκά πρόβατα ήταν σε οργασμό, έβαζε ο Ιακώβ τις παρδαλές βέργες μπροστά τους μέσα στις ποτίστρες, για να ζευγαρώνουν μπροστά στις βέργες. 42 Όταν όμως τα θηλυκά πρόβατα ήταν ασθενικά δεν έβαζε τις βέργες. Έτσι, τα πρόβατα που ανήκαν στο Λάβαν ήταν τα αδύνατα, ενώ του Ιακώβ ήταν τα δυνατά.

43 Έτσι ο άνθρωπος αυτός έγινε πάμπλουτος· απέκτησε πάρα πολλά κοπάδια, δούλες και δούλους, καμήλες και γαϊδούρια.

I figli di Bila e di Zilpa, serve di Rachele e di Lea

1 Rachele, vedendo che non dava figli a Giacobbe, portò invidia a sua sorella, e disse a Giacobbe: "Dammi dei figli; altrimenti muoio". 2 Giacobbe si accese d’ira contro Rachele, e disse: "Sono io al posto di Dio che ti ha negato di essere fertile?". 3 E lei rispose: "Ecco la mia serva Bila; unisciti a lei, la quale partorirà sulle mie ginocchia, e, per mezzo di lei, avrò anche io dei figli". 4 E lei gli diede la sua serva Bila per moglie, e Giacobbe si unì a lei. 5 Bila concepì e partorì un figlio a Giacobbe. 6 Allora Rachele disse: "Dio mi ha reso giustizia, ha anche ascoltato la mia voce, e mi ha dato un figlio". Perciò lo chiamò Dan. 7 Bila, serva di Rachele, concepì ancora e partorì a Giacobbe un secondo figlio. 8 Rachele disse: "Ho sostenuto grandi lotte contro mia sorella, e ho vinto". Perciò lo chiamò Neftali. 9 Lea, vedendo che aveva cessato di avere figli, prese la sua serva Zilpa e la diede a Giacobbe per moglie. 10 E Zilpa, serva di Lea, partorì un figlio a Giacobbe. Lea disse: 11 "Che fortuna!". E lo chiamò Gad. 12 Poi Zilpa, serva di Lea, partorì a Giacobbe un secondo figlio. E Lea disse: 13 "Sono felice! perché le fanciulle mi chiameranno beata". Perciò lo chiamò Ascer.

Lea diviene madre di Issacar, di Zabulon, di Dina

14 Ora Ruben uscì, al tempo della mietitura del grano, e trovò delle mandragole nei campi, e le portò a Lea sua madre. Allora Rachele disse a Lea: "Dammi delle mandragole di tuo figlio!". 15 E lei le rispose: "Ti sembra poco avermi tolto il marito, che mi vuoi togliere anche le mandragole di mio figlio?". Rachele disse: "Ebbene, egli stia con te questa notte, in compenso delle mandragole di tuo figlio". 16 E come Giacobbe, sul far della sera, se ne tornava dai campi, Lea uscì a incontrarlo, e gli disse: "Devi entrare da me; poiché io ti ho ottenuto con le mandragole di mio figlio". Ed egli stette con lei quella notte. 17 Dio esaudì Lea, la quale concepì e partorì a Giacobbe un quinto figlio. 18 E lei disse: "Dio mi ha dato la mia ricompensa, perché diedi la mia serva a mio marito". E lo chiamò Issacar. 19 Lea concepì ancora, e partorì a Giacobbe un sesto figlio. 20 E Lea disse: "Dio mi ha dotata di buona dote; questa volta mio marito abiterà con me, poiché gli ho partorito sei figli". E lo chiamò Zabulon. 21 Poi partorì una figlia, e la chiamò Dina.

Rachele diviene madre di Giuseppe. Patto fra Labano e Giacobbe

22 Dio si ricordò anche di Rachele; Dio l’esaudì e la rese fertile; 23 concepì e partorì un figlio, e disse: "Dio ha tolto la mia vergogna". 24 E lo chiamò Giuseppe, dicendo: "L’Eterno mi aggiunga un altro figlio". 25 Dopo che Rachele ebbe partorito Giuseppe, Giacobbe disse a Labano: "Dammi il permesso di andare a casa mia, nel mio paese. 26 Dammi le mie mogli, per le quali ti ho servito, e i miei figli; e lasciami andare; poiché tu conosci bene il servizio che ti ho prestato". 27 E Labano gli disse: "Se ho trovato grazia davanti a te, rimani; perché so per esperienza che l’Eterno mi ha benedetto per causa tua". 28 Poi disse: "Fissa il tuo salario, e te lo darò". 29 Giacobbe gli rispose: "Tu sai in che modo io ti ho servito, e quello che è diventato il tuo bestiame nelle mie mani. 30 Poiché quello che avevi prima che io venissi era poco; ma ora è cresciuto oltremodo, e l’Eterno ti ha benedetto dovunque io ho messo il piede. Ora, quando lavorerò anche per la mia casa?". 31 Labano gli disse: "Che ti darò?", e Giacobbe rispose: "Non mi dare nulla; se acconsenti a quello che sto per dirti, io pascerò di nuovo le tue greggi e ne avrò cura. 32 Passerò quest’oggi in mezzo a tutte le tue greggi, mettendo da parte, fra le pecore, ogni agnello macchiato e vaiolato, e ogni agnello nero; e fra le capre, le vaiolate e le macchiate. E quello sarà il mio salario. 33 Così, da ora in avanti, il mio diritto risponderà per me nel tuo cospetto, quando verrai ad accertare il mio salario: tutto ciò che non sarà macchiato o vaiolato fra le capre, e nero fra gli agnelli, sarà rubato, se si troverà presso di me". 34 Labano disse: "Ebbene, sia come dici tu!". 35 E quello stesso giorno mise da parte i capri striati e vaiolati e tutte le capre macchiate e vaiolate, tutto quello che aveva del bianco e tutto quel che era nero fra gli agnelli, e li affidò ai suoi figli. 36 Labano frappose la distanza di tre giornate di cammino fra e Giacobbe; e Giacobbe pascolava il rimanente delle greggi di Labano. 37 Giacobbe prese delle verghe verdi di pioppo, di mandorlo e di platano; fece delle scortecciature bianche, mettendo allo scoperto il bianco delle verghe. 38 Poi collocò le verghe che aveva scortecciate, in vista delle pecore, nei rigagnoli, negli abbeveratoi dove le pecore venivano a bere; ed entravano in calore quando venivano a bere. 39 Le pecore dunque entravano in calore avendo davanti quelle verghe, e partorivano agnelli striati, macchiati e vaiolati. 40 Poi Giacobbe metteva da parte questi agnelli, e faceva rivolgere gli occhi delle pecore verso tutto quello che era striato e tutto quello che era nero nel gregge di Labano. Egli si formò così delle greggi a parte, che non unì alle greggi di Labano. 41 Avveniva che, tutte le volte che le pecore vigorose del gregge entravano in calore, Giacobbe metteva le verghe nei rigagnoli, in vista delle pecore, perché le pecore entrassero in calore vicino alle verghe; 42 ma quando le pecore erano deboli, non le metteva; così gli agnelli deboli erano di Labano, e i vigorosi di Giacobbe. 43 E quest’uomo diventò ricco oltremisura, ed ebbe greggi numerose, serve, servi, cammelli e asini.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-