Publicidade

Gênesis 21

IRB20
Η γέννηση του Ισαάκ

1 Ο Κύριος φρόντισε για τη Σάρρα, όπως είχε πει, και έκανε γιαυτήν ό,τι είχε υποσχεθεί. 2 Έτσι η Σάρρα έμεινε έγκυος και γέννησε ένα γιο στον Αβραάμ, στα γηρατειά του, το χρόνο που του είχε ορίσει ο Θεός. 3 Ο Αβραάμ ονόμασε το γιο που του γέννησε η Σάρρα, Ισαάκ, 4 και μετά από οκτώ μέρες τού έκανε περιτομή, όπως τον είχε διατάξει ο Θεός.

5 Ο Αβραάμ ήταν εκατό ετών όταν γεννήθηκε ο Ισαάκ, ο γιος του. 6 Και είπε η Σάρρα: «ΠερίγελωΒλ. υποσ. εις κεφ. 17:19. μέκανε ο Θεός. Όποιος ακούει ότι έκανα γιο θα γελάει μεμένα!» 7 Και συνέχισε: «Ποιος να το λεγε στον Αβραάμ ότι η Σάρρα θα θήλαζε παιδιά! Στα γηρατειά του τού γέννησα παιδί».

8 Το παιδί μεγάλωσε και ήρθε η μέρα να το απογαλακτίσουν κι ο Αβραάμ έκανε μεγάλο δείπνο την ημέρα εκείνη.

Εκδίωξη της Άγαρ και του Ισμαήλ

9 Μια μέρα η Σάρρα είδε το γιο που γέννησε στον Αβραάμ η Άγαρ, η Αιγύπτια, να παίζει.να παίζει. Ή, κατά τους Ο΄: «να κοροϊδεύει τον Ισαάκ».10 Και είπε στον Αβραάμ: «Διώξε αυτή τη δούλα και το παιδί της, γιατί το παιδί αυτηνής δεν πρέπει να κληρονομήσει μαζί με το γιο μου, τον Ισαάκ».

11 Τα λόγια αυτά για το γιο του δεν άρεσαν καθόλου στον Αβραάμ. 12 Αλλά ο Θεός τού είπε: «Μη λυπάσαι για το παιδί και τη δούλη σου. Κάνε ό,τι σου λέει η Σάρρα, γιατί από τον Ισαάκ θαποκτήσεις τους απογόνους σου. 13 Αλλά και από το γιο της δούλης θα κάνω ένα λαό· γιος σου είναι κι εκείνος».

14 Την άλλη μέρα σηκώθηκε ο Αβραάμ, πήρε ψωμί κι ένα ασκί νερό και τα έδωσε στην Άγαρ. Έβαλε στους ώμους της το παιδί και την έδιωξε. Εκείνη έφυγε και περιπλανιόταν στην έρημο της Βέερ-Σεβά. 15 Όταν το νερό από το ασκί τελείωσε, έριξε το παιδί κάτω από ένα θάμνο 16 κι εκείνη πήγε και κάθισε αντίκρυ σε απόσταση βολής τόξου, γιατί δεν μπορούσε να βλέπει το παιδί της να πεθαίνει. Καθόταν, λοιπόν, εκεί και έκλαιγε με γοερές κραυγές.

17 Ο Θεός όμως άκουσε τις φωνές του παιδιού, κι ένας άγγελος Θεού φώναξε στην Άγαρ από τον ουρανό και της είπε: «Τι σου συμβαίνει Άγαρ; Μη φοβάσαι! Ο Θεός άκουσε το παιδί σου που φωνάζει πέρα κει. 18 Σήκω, πάρε το παιδί και κράτησέ το στην αγκαλιά σου, γιατί απαυτό θα κάνω ένα μεγάλο λαό».

19 Τότε ο Θεός τής άνοιξε τα μάτια και είδε ένα πηγάδι με νερό. Πήγε και γέμισε το ασκί της νερό, και έδωσε στο παιδί να πιει. 20 Ο Θεός ήταν μαζί με το παιδί. Όταν μεγάλωσε πήγε κι έζησε στην έρημο και έγινε τοξότης. 21 Εγκαταστάθηκε στην έρημο Φαράν και η μάνα του τού διάλεξε γυναίκα μια από την Αίγυπτο.

Συμφωνία μεταξύ Αβραάμ και Αβιμέλεχ

22 Εκείνη την εποχή, ο Αβιμέλεχ κι ο αρχιστράτηγός του ο Φιχόλ είπαν στον Αβραάμ: «Ο Θεός είναι μαζί σου ό,τι κι αν επιχειρείς. 23 Τώρα, λοιπόν, ορκίσου μου στο Θεό ότι δε θα εξαπατήσεις ποτέ ούτε εμένα ούτε τα παιδιά μου ούτε τους απογόνους μου. Τη φιλία που σου έδειξα εγώ, την ίδια θα δείξεις κι εσύ σεμένα και σαυτή τη χώρα, όπου έχεις εγκατασταθεί ως ξένος».

24 Ο Αβραάμ απάντησε: «Σου το υπόσχομαι με όρκο». 25 Ο Αβραάμ όμως παραπονέθηκε στον Αβιμέχελ για το πηγάδι με το νερό που οι δούλοι του Αβιμέχελ το είχαν πάρει με τη βία. 26 Εκείνος απάντησε: «Δεν ξέρω ποιος το έκανε αυτό· ούτε εσύ μου ανέφερες ποτέ κάτι τέτοιο ούτε εγώ άκουσα τίποτα μέχρι σήμερα».

27 Τότε ο Αβραάμ πήρε πρόβατα και βόδια, τα έδωσε στον Αβιμέλεχ και έκαναν οι δυο τους συμφωνία. 28 Ο Αβραάμ ξεχώρισε εφτά θηλυκά αρνιά. 29 «Τι σημαίνουν αυτά τα εφτά αρνιά, που ξεχωρίζεις;» τον ρώτησε ο Αβιμέλεχ. 30 Εκείνος του απάντησε: «Θα πάρεις αυτά τα εφτά αρνιά από μένα, ως απόδειξη ότι εγώ έσκαψα αυτό το πηγάδι». 31 Έτσι ονόμασαν τον τόπο εκείνο Βέερ-Σεβά,Βέερ-Σεβά. Στα εβρ. σημαίνει «Πηγάδι του Όρκου» ή «Πηγάδι των Εφτά» (βλ. κεφ. 26:33). γιατί εκεί ορκίστηκαν οι δυο τους. 32 Αφού έκαναν τη συμφωνία τους εκεί, ο Αβιμέλεχ και ο αρχιστράτηγός του ο Φιχόλ επέστρεψαν στη χώρα των Φιλισταίων. 33 Ο Αβραάμ φύτεψε στη Βέερ-Σεβά ένα κυπαρίσσι και προσευχήθηκε εκεί στον Κύριο, τον αιώνιο Θεό. 34 Και έμεινε σαν ξένος στη χώρα των Φιλισταίων για πολύν καιρό.

Nascita di Isacco

1 L’Eterno visitò Sara come aveva detto; e l’Eterno fece a Sara come aveva promesso. 2 E Sara concepì e partorì un figlio ad Abraamo, quando egli era vecchio, al tempo che Dio gli aveva fissato. 3 E Abraamo chiamò Isacco il figlio che gli era nato, che Sara gli aveva partorito. 4 E Abraamo circoncise suo figlio Isacco all’età di otto giorni, come Dio gli aveva comandato. 5 Abraamo aveva cento anni quando nacque suo figlio Isacco. 6 E Sara disse: "Dio mi ha dato di che ridere; chiunque lo udrà riderà con me". 7 E aggiunse: "Chi avrebbe mai detto ad Abraamo che Sara avrebbe allattato figli? siccome io gli ho partorito un figlio nella sua vecchiaia".

Agar e Ismaele scacciati e soccorsi da Dio

8 Il bambino crebbe e fu svezzato; e nel giorno che Isacco fu svezzato, Abraamo fece un gran convito. 9 Sara vide che il figlio partorito ad Abraamo da Agar, l’Egiziana, rideva; 10 allora lei disse ad Abraamo: "Caccia via questa serva e suo figlio; perché il figlio di questa serva non deve essere erede con mio figlio, con Isacco". 11 E la cosa dispiacque fortemente ad Abraamo, a causa di suo figlio. 12 Ma Dio disse ad Abraamo: "Non dispiacerti a causa del fanciullo e della tua serva; acconsenti a tutto quello che Sara ti dirà; poiché da Isacco uscirà la progenie che porterà il tuo nome. 13 Ma anche del figlio di questa serva io farò una nazione, perché è tua progenie". 14 Abraamo dunque si alzò la mattina presto, prese del pane e un otre di acqua e lo diede ad Agar, mettendoglielo sulle spalle; le diede anche il fanciullo, e la mandò via. Lei partì e andò vagando per il deserto di Beer-Sceba. 15 Quando l’acqua dell’otre venne a mancare, lei lasciò cadere il fanciullo sotto un arboscello. 16 E andò a sedersi di fronte, a distanza di un tiro d’arco; perché diceva: "Che io non veda morire il fanciullo!". Sedutasi così di fronte, alzò la voce e pianse. 17 Dio udì la voce del ragazzo; e l’angelo di Dio chiamò Agar dal cielo e le disse: "Che hai, Agar? non temere, poiché Dio ha udito la voce del fanciullo dov’è. 18 Alzati, prendi il ragazzo e tienilo per la mano, perché io farò di lui una grande nazione". 19 Dio le aprì gli occhi, e lei vide un pozzo d’acqua: andò, riempì d’acqua l’otre, e diede da bere al ragazzo. 20 E Dio fu con lui; egli crebbe, abitò nel deserto, e fu un tiratore d’arco; 21 dimorò nel deserto di Paran e sua madre gli prese per moglie una donna del paese d’Egitto.

Alleanza fra Abraamo e Abimelec a Beer-Sceba

22 In quel tempo Abimelec, accompagnato da Picol, capo del suo esercito, parlò ad Abraamo, dicendo: "Dio è con te in tutto quello che fai. 23 Ebbene giurami qui, nel nome di Dio, che tu non ingannerai me, i miei figli, i miei nipoti, ma che userai verso di me e verso il paese dove hai abitato come straniero, la stessa benevolenza che io ho usato verso di te". 24 E Abraamo rispose: "Lo giuro". 25 Ma Abraamo rimproverò Abimelec a causa di un pozzo di acqua, di cui i servi di Abimelec si erano impadroniti con la forza. 26 E Abimelec disse: "Io non so chi abbia fatto questo; tu stesso non me l’hai fatto sapere, e io non ne ho sentito parlare che oggi". 27 Allora Abraamo prese pecore e buoi e li diede ad Abimelec; e i due fecero alleanza. 28 Poi Abraamo mise da parte sette agnelle del gregge. 29 E Abimelec disse ad Abraamo: "Che vogliono dire queste sette agnelle che tu hai messe da parte?". 30 Abraamo rispose: "Tu accetterai dalla mia mano queste sette agnelle, perché questo mi serva di testimonianza che io ho scavato questo pozzo". 31 Perciò egli chiamò quel luogo Beer-Sceba, perché entrambi vi avevano fatto giuramento. 32 Così fecero alleanza a Beer-Sceba. Poi Abimelec, con Picol, capo del suo esercito, si alzò, e se ne tornarono nel paese dei Filistei. 33 E Abraamo piantò un tamarindo a Beer-Sceba, e invocò il nome dell’Eterno, l’Iddio dell’eternità. 34 E Abraamo abitò come straniero molto tempo nel paese dei Filistei.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-