Publicidade

Gênesis 24

IRB20
Ο γάμος του Ισαάκ και της Ρεβέκκας

1 Ο Αβραάμ τώρα είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα και ο Κύριος τον είχε ευλογήσει σε όλα. 2 Μια μέρα, ο Αβραάμ είπε στον πιο ηλικιωμένο δούλο του σπιτιού του, που διαχειριζόταν την περιουσία του: «Βάλε το χέρι σου κάτω από το μηρό μου,Χειρονομία που συνόδευε επίσημο όρκο.3 και ορκίσου στον Κύριο, το Θεό του ουρανού και της γης, ότι δε θα πάρεις για το γιο μου τον Ισαάκ γυναίκα από τις θυγατέρες των Χαναναίων, που εδώ ανάμεσά τους κατοικώ, 4 αλλά θα πας στη χώρα μου και στους συγγενείς μου, να πάρεις γυναίκα για το γιο μου».

5 Ο δούλος τού είπε: «Ίσως η γυναίκα να μη θελήσει να με ακολουθήσει σαυτήν εδώ τη χώρα. Θα πρέπει τότε να πάω το γιο σου στη χώρα απόπου έφυγες;» 6 «Πρόσεξε», του είπε ο Αβραάμ, «να μην πας το γιο μου εκεί! 7 Ο Κύριος, ο Θεός του ουρανού, που με πήρε από το σπίτι του πατέρα μου, από την πατρίδα μου, που μου μίλησε και μου ορκίστηκε ότι θα δώσει στους απογόνους μου αυτή τη χώρα, αυτός θα στείλει τον άγγελό του μπροστά σου, ώστε να μπορέσεις να πάρεις από κει γυναίκα για το γιο μου. 8 Κι αν η γυναίκα δε θελήσει να σε ακολουθήσει, τότε είσαι ελεύθερος από τον όρκο σου. Αλλά το γιο μου σε καμιά περίπτωση δε θα τον πας εκεί».

9 Ο δούλος έβαλε το χέρι του κάτω απτο μηρό του Αβραάμ, του κυρίου του, και του ορκίστηκε γιαυτό το θέμα. 10 Μετά πήρε δέκα από τις καμήλες του κυρίου του και διάφορα δώρα από τα αγαθά του σπιτιού, κι έφυγε να πάει στη Μεσοποταμία, στην πόλη όπου κατοικούσε ο Ναχώρ. 11 Όταν έφτασε έξω από την πόλη, προς το βράδυ, άφησε τις καμήλες να ξεκουραστούν κοντά στο πηγάδι· ήταν η ώρα που έρχονταν οι γυναίκες για να πάρουν νερό. 12 Και προσευχήθηκε: «Κύριε, Θεέ του κυρίου μου του Αβραάμ», είπε, «βοήθησέ με σήμερα, και δείξε την εύνοιά σου στον κύριό μου. 13 Εγώ θα σταθώ κοντά στην πηγή του νερού, όπου οι θυγατέρες των κατοίκων της πόλης έρχονται να πάρουν νερό. 14 Θα πω σε μια κόρη: "κατέβασέ μου τη στάμνα σου να πιω". Αν εκείνη μου αποκριθεί: "πιες, και θα ποτίσω και τις καμήλες σου", τότε θα καταλάβω ότι αυτή θα είναι που προόρισες για το δούλο σου τον Ισαάκ. Έτσι θα ξέρω ότι έδειξες την εύνοιά σου στον κύριό μου».

15 Δεν είχε ακόμα τελειώσει την προσευχή του, και να η Ρεβέκκα, η κόρη του Βεθουήλ, γιου της Μελχά, γυναίκας του Ναχώρ, αδερφού του Αβραάμ, ερχόταν με μια στάμνα στον ώμο. 16 Η κόρη ήταν πολύ όμορφη στην εμφάνιση και παρθένα· κανένας άντρας δεν την είχε αγγίξει. Κατέβηκε στην πηγή, γέμισε τη στάμνα της και ξανανέβηκε. 17 Τότε έτρεξε ο δούλος να την συναντήσει και της είπε: «Άφησέ με να πιω λίγο νερό απτο σταμνί σου». 18 Εκείνη απάντησε: «Πιες, κύριέ μου». Και πρόθυμα κατέβασε το σταμνί που κρατούσε και του έδωσε να πιει. 19 Όταν πια είχε πιει αρκετά, του είπε: «Θα φέρω νερό και για τις καμήλες σου να πιουν, να ξεδιψάσουν». 20 Έτρεξε, άδειασε το σταμνί της στην ποτίστρα, και πήγε πίσω στην πηγή να πάρει νερό για όλες τις καμήλες. 21 Ο άνθρωπος την κοιτούσε σιωπηλός και με προσοχή, για να διακρίνει αν ο Κύριος είχε φέρει σε αίσιο τέλος το ταξίδι του ή όχι. 22 Όταν ποτίστηκαν οι καμήλες, ο δούλος πήρε ένα χρυσό κρίκο για τη μύτη, βάρους μισού σίκλου, και δυο βραχιόλια για τα χέρια της κοπέλας, βάρους δέκα σίκλων χρυσού. 23 Και τη ρώτησε: «Πες μου, ποιανού κόρη είσεσύ; Υπάρχει χώρος στο σπίτι του πατέρα σου για να διανυκτερεύσουμε απόψε;»

24 Εκείνη απάντησε: «Εγώ είμαι κόρη του Βεθουήλ, του γιου που η Μελχά γέννησε στο Ναχώρ. 25 Στο σπίτι μας υπάρχει και χορτάρι κι άφθονο άχυρο· υπάρχει ακόμα και χώρος για να περάσετε τη νύχτα».

26 Τότε ο άνθρωπος έπεσε στη γη και προσκύνησε τον Κύριο: 27 «Ας είνευλογημένος ο Κύριος, ο Θεός του κυρίου μου του Αβραάμ», είπε, «που δεν έπαψε να δείχνει την αγάπη του και την πιστότητά του στον κύριό μου. Κι εμένα ο Κύριος με οδήγησε κατευθείαν στο σπίτι του αδερφού του κυρίου μου».

28 Η κόρη έτρεξε στο σπίτι της μητέρας της και ανάγγειλε όλα αυτά τα συμβάντα.

Το συνοικέσιο για τη Ρεβέκκα

29,30 Η Ρεβέκκα είχε έναν αδερφό, που ονομαζόταν Λάβαν. Μόλις αυτός είδε τον κρίκο και τα βραχιόλια στα χέρια της αδερφής του και άκουσε τα λόγια που της είχε πει ο άνθρωπος, έτρεξε να τον συναντήσει έξω από την πόλη κοντά στην πηγή, όπου στεκόταν ακόμη μαζί με τις καμήλες και περίμενε. 31 «Έλα στο σπίτι μας, ευλογημένε του Κυρίου!» του είπε. «Τι στέκεσαι εδώ έξω; Έχω ετοιμάσει το σπίτι και υπάρχει τόπος και για τις καμήλες σου».

32 Ήρθε λοιπόν, ο άνθρωπος στο σπίτι, έβγαλε τα χαλινάρια από τις καμήλες, τούς έδωσαν χορτάρι και άχυρο, και έφεραν νερό σαυτόν και στους άντρες που ήταν μαζί του για να πλύνουν τα πόδια τους. 33 Έπειτα του έφεραν να φάει· αυτός όμως είπε: «Δε θα φάω πριν σας πω αυτό που έχω να σας πω». Τότε του είπαν: «Μίλα». 34 Κι εκείνος είπε:

«Εγώ είμαι δούλος του Αβραάμ. 35 Ο Κύριος ευλόγησε πολύ τον κύριό μου κι έχει γίνει πάρα πολύ πλούσιος. Ο Θεός τού έδωσε πρόβατα και βόδια, ασήμι και χρυσάφι, δούλους και δούλες, καμήλες και γαϊδούρια. 36 Η Σάρρα, η γυναίκα του κυρίου μου, του γέννησε γιο στα γεράματά της κι ο κύριός μου μεταβίβασε σαυτόν όλα όσα του ανήκαν. 37 Και με όρκισε ο κύριός μου: "Δε θα πάρεις γυναίκα για το γιο μου από τις θυγατέρες των Χαναναίων, που στη χώρα τους κατοικώ, 38 αλλά θα πας στο σπίτι του πατέρα μου, στους συγγενείς μου, να πάρεις γυναίκα για το γιο μου". 39 Είπα τότε στον κύριό μου: "Μπορεί η γυναίκα να μη θελήσει να με ακολουθήσει". 40 Κι εκείνος μου απάντησε: "Ο Κύριος, που σύμφωνα με το θέλημά του εγώ έζησα, θα στείλει τον άγγελό του μαζί σου και θα σε βοηθήσει να πετύχεις στο ταξίδι σου. Θα πάρεις για το γιο μου γυναίκα από τους συγγενείς μου, από το σπίτι του πατέρα μου. 41 Αν όμως πας στους συγγενείς μου κι εκείνοι δε θελήσουν να σου δώσουν γυναίκα, τότε θα είσαι ελεύθερος από τον όρκο σου". 42 Όταν σήμερα έφτασα στην πηγή, είπα: "Κύριε, Θεέ, του κυρίου μου, του Αβραάμ, βοήθησε να πετύχει το ταξίδι που ανέλαβα! 43 Εγώ θα σταθώ κοντά στη νεροπηγή. Από το κορίτσι που θα ρθεί να πάρει νερό, θα ζητήσω να πιω λίγο απτο σταμνί της. 44 Αν μου απαντήσει: πιες εσύ κι εγώ θα φέρω νερό να πιουν και οι καμήλες σου, θα καταλάβω ότι αυτή είναι η γυναίκα που έχει προορίσει ο Κύριος για το γιο του κυρίου μου". 45 Πριν ακόμα τελειώσω την προσευχή μου, η Ρεβέκκα ερχόταν με το σταμνί στον ώμο, και κατέβηκε στην πηγή να πάρει νερό. Τότε της είπα: "δώσμου να πιω". 46 Εκείνη κατέβασε πρόθυμα το σταμνί της από τον ώμο και μου είπε: "πιες, και θα δώσω και στις καμήλες σου να πιουν". Τότε εγώ ήπια, κι εκείνη πότισε τις καμήλες μου. 47 Έπειτα τη ρώτησα: "ποιανού κόρη είσεσύ;" Και μου απάντησε ότι είναι κόρη του Βεθουήλ, του γιου που η Μελχά γέννησε στο Ναχώρ. Τότε έβαλα τον κρίκο στη μύτη της και τα βραχιόλια στα χέρια της. 48 Ύστερα έπεσα και προσκύνησα τον Κύριο, το Θεό του κυρίου μου του Αβραάμ. Τον ευχαρίστησα που με είχε οδηγήσει στο σωστό δρόμο, ώστε να πάρω την κόρη του αδερφού τού κυρίου μου σύζυγο για το γιο του. 49 Τώρα, λοιπόν, αν θέλετε να δείξετε αγάπη κι εμπιστοσύνη στον κύριό μου, δηλώστε το μου. Αν όχι, πέστε μου, για να στραφώ αλλού».

50 Ο Λάβαν και ο Βεθουήλ αποκρίθηκαν: «Από τον Κύριο προέρχεται αυτό το πράγμα! Εμείς δεν μπορούμε να σου πούμε ούτε ναι ούτε όχι. 51 Να η Ρεβέκκα, είναι στη διάθεσή σου. Πάρτην και πήγαινε, κι ας γίνει σύζυγος του γιου του κυρίου σου, όπως το είπε ο Κύριος». 52 Όταν ο δούλος τού Αβραάμ άκουσε αυτά τα λόγια, έπεσε στη γη και προσκύνησε τον Κύριο. 53 Έπειτα έβγαλε κοσμήματα ασημένια και χρυσά και φορέματα και τα έδωσε στη Ρεβέκκα. Κι ακόμη έκανε πλούσια δώρα στον αδερφό της και στη μητέρα της. 54 Μετά, αυτός και οι άντρες, που ήταν μαζί του, έφαγαν και ήπιαν και πέρασαν τη νύχτα εκεί. Το πρωί, όταν σηκώθηκαν, ο δούλος είπε: «Επιτρέψτε μου τώρα να γυρίσω πίσω στον κύριο μου». 55 Τότε ο αδερφός της και η μητέρα της είπαν: «Ας μείνει η κόρη μαζί μας λίγον καιρό ακόμα, καμιά δεκαριά μέρες, κι ύστερα φεύγεις». 56 «Μη με καθυστερείτε», τους απάντησε εκείνος. «Αφού ο Θεός έκανε να πετύχει ο σκοπός του ταξιδιού μου, αφήστε με να φύγω και να πάω στον κύριό μου». 57 Εκείνοι είπαν: «Ας καλέσουμε και το κορίτσι να το ρωτήσουμε». 58 Φώναξαν, λοιπόν, τη Ρεβέκκα και τη ρώτησαν: «Θέλεις να πας μαζί μαυτόν τον άνθρωπο;» «Θέλω», απάντησε εκείνη. 59 Τότε άφησαν να φύγει η αδερφή τους και η παραμάνα της μαζί με το δούλο τού Αβραάμ και τους ανθρώπους του. 60 Επίσης ευλόγησαν τη Ρεβέκκα μαυτά τα λόγια: «Εσύ αδερφή μας, χιλιάδες μυριάδων ας γίνουν τα παιδιά σου, κι οι απόγονοί σου ας κατακτήσουν τις πόλεις των εχθρών τους!» 61 Σηκώθηκε τότε η Ρεβέκκα και οι δούλες της, ανέβηκαν στις καμήλες τους για νακολουθήσουν τον άνθρωπο, και ξεκίνησαν όλοι μαζί.

62 Στο μεταξύ ο Ισαάκ είχε έρθει στην περιοχή του πηγαδιού Λαχαΐ-ΡοΐΒλ. Γεν 16:13-14. και κατοικούσε στα νότια της Χαναάν. 63 Ένα βράδυ που είχε βγει στους αγρούς για να περπατήσει, κοίταξε πέρα και είδε κάτι καμήλες που πλησίαζαν. 64 Όταν η Ρεβέκκα είδε τον Ισαάκ, κατέβηκε αμέσως από την καμήλα, 65 και ρώτησε το δούλο: «Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που έρχεται από τους αγρούς να μας συναντήσει;» Ο δούλος απάντησε: «Είναι ο κύριος μου». Τότε εκείνη πήρε το πέπλο και σκεπάστηκε. 66 Ο δούλος διηγήθηκε στον Ισαάκ όλα όσα είχε πράξει. 67 Τότε ο Ισαάκ οδήγησε τη Ρεβέκκα στη σκηνή της μητέρας του της Σάρρας, και την πήρε για γυναίκα του. Την αγάπησε, και έτσι παρηγορήθηκε για το θάνατο της μητέρας του.

Abraamo invia Eliezer in Mesopotamia a cercare una moglie per Isacco

1 Ora Abraamo era vecchio e di età avanzata; e l’Eterno aveva benedetto Abraamo in ogni cosa. 2 E Abraamo disse al più anziano servo di casa sua, che aveva il governo di tutti i suoi beni: "Metti la tua mano sotto la mia coscia; 3 e io ti farò giurare per l’Eterno, l’Iddio dei cieli e l’Iddio della terra, che tu non prenderai come moglie per mio figlio nessuna delle figlie dei Cananei, fra i quali abito; 4 ma andrai al mio paese e dai miei parenti, e prenderai una moglie per mio figlio, per Isacco". 5 Il servo gli rispose: "Forse quella donna non vorrà seguirmi in questo paese; dovrò io allora riportare tuo figlio nel paese da dove tu sei uscito?". 6 Abraamo gli disse: "Guardati dal riportare mio figlio! 7 L’Eterno, l’Iddio dei cieli, che mi trasse dalla casa di mio padre e dal mio paese natìo e mi parlò e mi giurò dicendo: - Io darò alla tua progenie questo paese, - egli stesso manderà il suo angelo davanti a te, e tu prenderai una moglie per mio figlio. 8 E se la donna non vorrà seguirti, allora sarai sciolto da questo giuramento che ti faccio fare; soltanto, non ricondurre mio figlio". 9 E il servo pose la mano sotto la coscia di Abraamo suo signore, e gli giurò di fare come lui chiedeva.

Incontro del servo con Rebecca

10 Poi il servo prese dieci cammelli, fra i cammelli del suo signore, e partì, avendo a sua disposizione tutti i beni del suo signore, si mise in viaggio e arrivò in Mesopotamia, alla città di Naor. 11 Dopo aver fatto riposare sulle ginocchia i cammelli, fuori della città, presso un pozzo d’acqua, verso sera, nell’ora in cui le donne escono ad attingere acqua, disse: 12 "O Eterno, Dio del mio signore Abraamo, fammi fare quest’oggi un felice incontro, e usa benignità verso Abraamo mio signore! 13 Ecco, io sto qui presso questa sorgente e le figlie degli abitanti della città usciranno ad attingere acqua. 14 Fache la fanciulla alla quale dirò: - Su, abbassa la tua brocca affinché io beva - e che mi risponderà - Bevi, e darò da bere anche ai tuoi cammelli, - sia quella che tu hai destinata al tuo servo Isacco. E da questo comprenderò che tu hai usato benignità verso il mio signore". 15 Non aveva ancora finito di parlare, quando ecco uscire con la sua brocca sulla spalla, Rebecca, figlia di Betuel figlio di Milca, moglie di Naor fratello di Abraamo. 16 La fanciulla era molto bella d’aspetto, vergine, e nessun uomo l’aveva conosciuta. Lei scese alla sorgente, riempì la brocca, e risalì. 17 Allora il servo le corse incontro e le disse: "Dammi da bere un pod’acqua della tua brocca". 18 E lei rispose: "Bevi, signor mio"; e si affrettò a calare la brocca sulla mano, e gli diede da bere. 19 E quando ebbe finito di dargli da bere disse: "Io ne attingerò anche per i tuoi cammelli, finché abbiano bevuto a sufficienza". 20 E presto vuotò la sua brocca nell’abbeveratoio, corse di nuovo al pozzo ad attingere acqua, e ne attinse per tutti i suoi cammelli. 21 E quell’uomo la contemplava in silenzio per sapere se l’Eterno avesse o no fatto prosperare il suo viaggio. 22 E quando i cammelli ebbero finito di bere, l’uomo prese un anello d’oro del peso di mezzo siclo, e due braccialetti del peso di dieci sicli d’oro, per i polsi di lei, e disse: 23 "Di chi sei figlia? dimmelo. C’è posto in casa di tuo padre per alloggiarvi?". 24 Lei rispose: "Sono figlia di Betuel figlio di Milca, che lei partorì a Naor". 25 E aggiunse: "C’è da noi molto fieno e foraggio, e anche posto per alloggiarvi". 26 E l’uomo si inchinò, adorò l’Eterno, e disse: 27 "Benedetto l’Eterno, l’Iddio di Abraamo mio signore, che non ha smesso di essere benigno e fedele verso il mio signore! Quanto a me, l’Eterno mi ha messo sulla via della casa dei fratelli del mio signore". 28 E la fanciulla corse a raccontare queste cose a casa di sua madre.

Il servo ricevuto da Labano e da Betuel

29 Rebecca aveva un fratello chiamato Labano. E Labano corse fuori verso quell’uomo alla sorgente. 30 Appena vide l’anello e i braccialetti ai polsi di sua sorella e ascoltò le parole di Rebecca sua sorella che diceva: "Quell’uomo mi ha parlato così", andò da quell’uomo che se ne stava presso i cammelli, vicino alla sorgente. 31 E disse: "Entra, benedetto dall’Eterno! perché stai fuori? Io ho preparato la casa e un luogo per i cammelli". 32 L’uomo entrò in casa, e Labano scaricò i cammelli, diede fieno e foraggio ai cammelli, e portò acqua per lavare i piedi a lui e a quelli che erano con lui. 33 Poi gli fu posto davanti da mangiare; ma egli disse: "Non mangerò finché non abbia fatto la mia ambasciata". E l’altro disse: "Parla". 34 Ed egli: "Io sono servo di Abraamo. 35 L’Eterno ha benedetto abbondantemente il mio signore, che è diventato grande; gli ha dato pecore e buoi, argento e oro, servi e serve, cammelli e asini. 36 Ora Sara, moglie del mio signore, ha partorito nella sua vecchiaia un figlio al mio padrone, che gli ha dato tutto quello che possiede. 37 E il mio signore mi ha fatto giurare, dicendo: Non prenderai come moglie per mio figlio nessuna delle figlie dei Cananei, nel paese dei quali abito; 38 ma andrai alla casa di mio padre e dai miei parenti e vi prenderai una moglie per mio figlio. 39 E io dissi al mio padrone: Forse quella donna non mi vorrà seguire. 40 Ed egli rispose: L’Eterno, davanti al quale ho camminato, manderà il suo angelo con te e farà prosperare il tuo viaggio, e tu prenderai a mio figlio una moglie tra i miei parenti e della casa di mio padre. 41 Sarai sciolto dal giuramento che ti faccio fare, quando sarai andato dai miei parenti, e se non vorranno dartela, allora sarai sciolto dal giuramento che mi fai. 42 Oggi sono arrivato alla sorgente, e ho detto: O Eterno, Dio del mio signore Abraamo, se hai piacere nel far prosperare il viaggio che ho intrapreso, 43 ecco, io mi fermo presso questa sorgente; fache la fanciulla che uscirà ad attingere acqua, alla quale dirò: - dammi da bere un podi acqua della tua brocca, - 44 e che mi dirà: - Bevi pure, e ne attingerò anche per i tuoi cammelli, - sia la moglie che l’Eterno ha destinata al figlio del mio signore. 45 E prima che avessi finito di parlare in cuor mio, ecco uscire Rebecca con la sua brocca sulla spalla, scendere alla sorgente e attingere l’acqua. Allora io le ho detto: 46 Dammi da bere!. E lei si è affrettata a calare la brocca dalla spalla, e mi ha risposto: Bevi! e darò da bere anche ai tuoi cammelli. Così ho bevuto io e lei ha abbeverato anche i cammelli. 47 Poi l’ho interrogata, e le ho detto: Di chi sei figlia?. E lei ha risposto: Sono figlia di Betuel figlio di Naor, che Milca gli partorì. Allora io le ho messo l’anello al naso e i braccialetti ai polsi. 48 E mi sono inchinato, ho adorato l’Eterno e ho benedetto l’Eterno, l’Iddio di Abraamo mio signore, che mi ha condotto per la giusta via a prendere per il figlio di Abraamo la figlia del fratello del mio signore. 49 Ora, se volete usare benignità e fedeltà verso il mio signore, ditemelo; e se no, ditemelo lo stesso, e io mi volgerò a destra o a sinistra". 50 Allora Labano e Betuel risposero e dissero: "La cosa procede dall’Eterno; noi non possiamo dirti male bene. 51 Ecco, Rebecca ti sta davanti, prendila, va, e lei sia moglie del figlio del tuo signore, come l’Eterno ha detto". 52 Quando il servo di Abraamo udì le loro parole, si prostrò a terra davanti all’Eterno. 53 Il servo tirò fuori poi oggetti d’argento e oggetti d’oro, e vesti, e li diede a Rebecca; e donò anche delle cose preziose a suo fratello e a sua madre. 54 Poi mangiarono e bevvero, lui e gli uomini che erano con lui, e passarono la notte. La mattina, quando si furono alzati, il servo disse: "Lasciatemi tornare al mio signore". 55 Ma il fratello e la madre di Rebecca dissero: "Rimanga la fanciulla ancora alcuni giorni con noi, almeno una decina; poi se ne andrà". Ma egli rispose loro: 56 "Non mi trattenete, siccome l’Eterno ha fatto prosperare il mio viaggio; lasciatemi partire, affinché io me ne torni al mio signore". 57 Allora dissero: "Chiamiamo la fanciulla e sentiamo lei stessa". 58 Chiamarono Rebecca, e le dissero: "Vuoi andare con quest’uomo?", e lei rispose: ", andrò". 59 Così lasciarono andare Rebecca loro sorella e la sua balia con il servo di Abraamo e la sua gente. 60 Benedissero Rebecca e le dissero: "Sorella nostra, possa tu essere madre di migliaia di miriadi, e possa la tua progenie possedere la porta dei suoi nemici!". 61 Rebecca si alzò con le sue serve e montarono sui cammelli e seguirono quell’uomo. E il servo prese Rebecca e se ne andò.

Rebecca diventa moglie di Isacco

62 Ora Isacco era tornato dal pozzo di Lacai-Roi, e abitava nel paese del meridione. 63 Isacco era uscito, sul far della sera, per meditare nella campagna; e, alzati gli occhi, guardò, ed ecco venire dei cammelli. 64 Rebecca, alzati anche lei gli occhi, vide Isacco, saltò giù dal cammello, e disse al servo: 65 "Chi è quell’uomo che viene nel campo incontro a noi?". Il servo rispose: "È il mio signore". E lei, preso il suo velo, si coprì. 66 E il servo raccontò a Isacco tutto quello che aveva fatto. 67 E Isacco portò Rebecca nella tenda di Sara sua madre, se la prese, e lei diventò sua moglie, ed egli l’amò. Così Isacco fu consolato dopo la morte di sua madre.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-