Publicidade

Gênesis 4

IRB20
Ο Κάιν και ο Άβελ

1 Ο Αδάμ συνευρέθηκε με την Εύα τη γυναίκα του, κι εκείνη έμεινε έγκυος και γέννησε τον ΚάινΚάιν. Στα εβρ. σημαίνει «απόκτημα». και είπε: «Απέκτησα άνθρωπο με τη βοήθεια του Κυρίου». 2 Έπειτα γέννησε τον αδερφό του τον Άβελ.Άβελ. Στα εβρ. σημαίνει «πνοή», «μηδαμινότητα». Ο Άβελ έγινε βοσκός προβάτων και ο Κάιν γεωργός.

3 Ύστερα από καιρό, ο Κάιν πρόσφερε στον Κύριο θυσία από τους καρπούς της γης. 4 Ο Άβελ πρόσφερε κι αυτός από τα πρωτότοκα πρόβατα του κοπαδιού του και μάλιστα τα παχύτερα μέρη τους. Ο Κύριος είδε με ευμένεια τον Άβελ και τη θυσία του. 5 Στον Κάιν όμως και στη δική του θυσία δεν έδειξε ευμένεια. Τότε εξοργίστηκε ο Κάιν και σκυθρώπιασε. 6 Κι ο Κύριος του είπε: «Γιατί οργίστηκες και σκυθρώπιασες; 7 Αν πράξεις το σωστό, θα ξαναβρείς το κέφι σου. Αν όχι, η αμαρτία δεν παύει να παραμονεύει σαν θηρίο στην πόρτα. Εσένα επιθυμεί· εσύ όμως πρέπει να κυριαρχήσεις πάνω της».Στο εβρ. ο στ. είναι ασαφής και διορθώνεται.

8 Τότε ο Κάιν είπε στον Άβελ, τον αδερφό του: «Πάμε στα χωράφια». Κι εκεί, στα χωράφια, όρμησε ο Κάιν εναντίον του Άβελ και τον σκότωσε.

9 Ο Κύριος ρώτησε τον Κάιν: «Πού είναι ο αδερφός σου ο Άβελ;» Εκείνος απάντησε: «Δεν ξέρω. Μήπως φύλακας του αδερφού μου είμαι εγώ;» 10 Είπε τότε ο Κύριος: «Τι πήγες κι έκανες; Άκου! Το αίμα του αδερφού σου μου φωνάζει γοερά από τη γη! 11 Από δω και πέρα θα σε καταριέται η ίδια η γη, που άνοιξε για να δεχτεί το αίμα του αδερφού σου, που εσύ τον σκότωσες. 12 Όταν θα την καλλιεργείς, δεν θα σου δίνει πια τους καρπούς της.τους καρπούς της. Κατά λέξη: «τη δύναμή της». Φυγάς θα είσαι και περιπλανώμενος για πάντα πάνω στη γη».

13 Τότε ο Κάιν είπε στον Κύριο: «Βαριά είναι η τιμωρία μου! Δεν μπορώ να την αντέξω! 14 Σήμερα με διώχνεις από τη χώρα, και πρέπει να χαθώ από μπροστά σου και να γίνω φυγάς, περιπλανώμενος στη γη. Όποιος με βρει θα με σκοτώσει». 15 Κι ο Κύριος του αποκρίθηκε: «Δε θα συμβεί αυτό, γιατί οποιοσδήποτε σκοτώσει τον Κάιν, θα αντιμετωπίσει επταπλάσια εκδίκηση». Κι έβαλε σημάδι στον Κάιν, ώστε όποιος θα τον συναντούσε να μην τον σκοτώσει. 16 Έτσι ο Κάιν έφυγε από τον τόπο όπου του είχε μιλήσει ο Κύριοςαπό τον τόπο... Κύριος. Το εβρ. έχει κατά λ. «από το πρόσωπο του Κυρίου». και πήγε να ζήσει στη χώρα Νωδ, ανατολικά της Εδέμ.

Οι απόγονοι του Κάιν

17 Ο Κάιν συνευρέθηκε με τη γυναίκα του κι εκείνη έμεινε έγκυος και γέννησε τον Ενώχ. Έπειτα έχτισε μια πόλη και την ονόμασε με το όνομα του γιου του, Ενώχ. 18 Από τον Ενώχ γεννήθηκε ο Ιράδ και ο Ιράδ απέκτησε το Μεχουϊαήλ· ο Μεχουϊαήλ απέκτησε το Μαθουσάλα κι ο Μαθουσάλα απέκτησε το Λάμεχ.

19 Ο Λάμεχ πήρε δύο γυναίκες. Το όνομα της μιας ήταν Αδά και της άλλης Σιλλά. 20 Η Αδά γέννησε τον Ιαβάλ. Αυτός έγινε ο γενάρχης των σκηνιτών και των κτηνοτρόφων. 21 Το όνομα του αδερφού του ήταν Ιουβάλ. Αυτός έγινε γενάρχης εκείνων που παίζουν κιθάρα και αυλό. 22 Η Σιλλά γέννησε κι αυτή τον Τουβάλ-Κάιν, το γενάρχη εκείνων που επεξεργάζονται το χαλκό και το σίδερο. Αδερφή του Τουβάλ-Κάιν ήταν η Νααμά. 23 Τότε είπε ο Λάμεχ στις γυναίκες του, την Αδά και τη Σιλλά:

«Ακούστε με, γυναίκες του Λάμεχ,

στα λόγια μου δώστε προσοχή:

Άνθρωπο σκότωσα γιατί με πλήγωσε,

έναν νέο γιατί με χτύπησε.

24 Αν στην περίπτωση του Κάιν

προβλεπόταν επταπλάσια εκδίκηση,

στην περίπτωση του Λάμεχ

προβλέπεται εβδομήντα εφτά φορές μεγαλύτερη».

Ο Σηθ και οι απόγονοί του

25 Ο Αδάμ συνευρέθηκε πάλι με τη γυναίκα του κι εκείνη γέννησε γιο. «Ο Θεός μού έδωσε άλλον απόγονο», είπε, «αντί για τον Άβελ, που τον σκότωσε ο Κάιν». Και τον ονόμασε Σηθ.Σηθ. Στα εβρ. ακούγεται όπως η λ. «δόθηκε».26 Ο Σηθ απέκτησε κι εκείνος γιο και τον ονόμασε Ενώς. Τότε ήταν που οι άνθρωποι άρχισαν να προσεύχονται στο Θεό ονομάζοντάς τον «Κύριο».Κύριο. Το εβρ. έχει «Γιαχβέ».

Caino e Abele. Discendenti di Caino

1 Adamo conobbe Eva sua moglie, la quale concepì e partorì Caino, e disse: "Ho acquistato un uomo con l’aiuto dell’Eterno". 2 Poi partorì ancora Abele, suo fratello. E Abele fu pastore di pecore; e Caino, lavoratore della terra. 3 E avvenne, di a qualche tempo, che Caino fece un’offerta di frutti della terra all’Eterno; 4 e anche Abele offrì dei primogeniti del suo gregge e del loro grasso. E l’Eterno guardò con favore Abele e la sua offerta, 5 ma non guardò con favore Caino e la sua offerta. E Caino ne fu molto irritato, e il suo viso fu abbattuto. 6 E l’Eterno disse a Caino: "Perché sei irritato? perché hai il volto abbattuto? 7 Se agisci bene non rialzerai il volto? ma, se agisci male, il peccato ti sta spiando alla porta, e i suoi desideri sono rivolti verso di te; ma tu lo devi dominare!". 8 E Caino disse ad Abele suo fratello: "Usciamo fuori ai campi!", e avvenne che, quando furono nei campi, Caino si scagliò contro suo fratello Abele, e lo uccise. 9 E l’Eterno disse a Caino: "Dov’è tuo fratello Abele?", ed egli rispose: "Non lo so; sono forse il guardiano di mio fratello?". 10 E l’Eterno disse: "Che hai fatto? la voce del sangue di tuo fratello grida a me dalla terra. 11 E ora tu sarai maledetto, condannato a vagare lontano dalla terra che ha aperto la sua bocca per ricevere il sangue di tuo fratello dalla tua mano. 12 Quando coltiverai il suolo, esso non ti darà più i suoi prodotti, e tu sarai vagabondo e fuggiasco sulla terra". 13 E Caino disse all’Eterno: "Il mio castigo è troppo grande perché io lo possa sopportare. 14 Ecco, tu mi scacci oggi da questo suolo, e io sarò nascosto lontano dalla tua presenza, e sarò vagabondo e fuggiasco per la terra; e avverrà che chiunque mi troverà mi ucciderà". 15 E l’Eterno gli disse: "Perciò, chiunque ucciderà Caino, sarà punito sette volte più di lui". E l’Eterno mise un segno su Caino, affinché nessuno, trovandolo, l’uccidesse. 16 E Caino si allontanò dalla presenza dell’Eterno e dimorò nel paese di Nod, a oriente di Eden. 17 E Caino conobbe sua moglie, la quale concepì e partorì Enoc. Poi, si mise a costruire una città, a cui diede il nome di Enoc, dal nome di suo figlio. 18 A Enoc nacque Irad; Irad generò Meuiaèl; Meuiaèl generò Metusaèl, e Metusaèl generò Lamec. 19 Lamec prese due mogli: il nome di una era Ada, e il nome dell’altra Zilla. 20 Ada partorì Iabal, che fu il padre di quelli che abitano sotto le tende presso le greggi. 21 Il nome di suo fratello era Iubal, che fu il padre di tutti quelli che suonano la cetra e il flauto. 22 E Zilla partorì anche ella Tubal-Cain, l’artefice di ogni sorta di strumenti di bronzo e di ferro; e la sorella di Tubal-Cain fu Naama. 23 Lamec disse alle sue mogli: "Ada e Zilla, ascoltate la mia voce; mogli di Lamec, porgete orecchio al mio dire! , io ho ucciso un uomo perché mi ha ferito, e un giovane perché mi ha contuso. 24 Se Caino sarà vendicato sette volte, Lamec lo sarà settantasette volte". 25 E Adamo conobbe ancora sua moglie, ed ella partorì un figlio, che chiamò Set, "perché", disse, "Dio mi ha dato un altro figlio al posto di Abele, che Caino ha ucciso". 26 E anche a Set nacque un figlio, che chiamò Enos. Allora si cominciò a invocare il nome dell’Eterno.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-