Publicidade

Gênesis 22

IRB20
Η θυσία του Ισαάκ

1 Ύστερα από τα γεγονότα αυτά, ο Θεός δοκίμασε τον Αβραάμ και του είπε: «Αβραάμ!» Εκείνος απάντησε: «Ορίστε». 2 «Πάρε το γιο σου», του λέει ο Θεός, «το μονογενή, που τον αγαπάς, τον Ισαάκ, και πήγαινε να τον θυσιάσεις στη χώρα Μοριά,Μοριά. Στα εβρ. σημαίνει «ψηλή». σένα από τα βουνά που εγώ θα σου δείξω».

3 Ο Αβραάμ σηκώθηκε νωρίς το πρωί, σαμάρωσε το γαϊδουράκι του και πήρε μαζί του δύο από τους δούλους του και το γιο του τον Ισαάκ. Έσχισε τα ξύλα για τη θυσία και ξεκίνησε για τον τόπο που του είπε ο Θεός. 4 Την τρίτη μέρα κοίταξε πέρα και είδε τον τόπο από μακριά. 5 Τότε είπε στους δούλους του: «Καθίστε εσείς εδώ με το γαϊδουράκι, κι εγώ με το παιδί θα πάμε ως εκεί να προσκυνήσουμε κι έπειτα θα γυρίσουμε».

6 Πήρε ο Αβραάμ τα ξύλα της θυσίας και τα φόρτωσε πάνω στον Ισαάκ το γιο του, πήρε στο χέρι του τη φωτιά και το μαχαίρι, και βάδιζαν οι δυο μαζί. 7 Κάποια στιγμή ο Ισαάκ είπε στον πατέρα του: «Πατέρα μου». Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Ορίστε, παιδί μου». «Έχουμε τη φωτιά και τα ξύλα», είπε το παιδί, «αλλά πού είναι το αρνί για τη θυσία;» 8 Ο Αβραάμ αποκρίθηκε: «Ο Θεός θα φροντίσει για το αρνί της θυσίας, παιδί μου». Και συνέχισαν το δρόμο τους.

9 Όταν έφτασαν στον τόπο που τους είχε πει ο Θεός, ο Αβραάμ έχτισε εκεί το θυσιαστήριο, ετοίμασε τα ξύλα, έδεσε το γιο του τον Ισαάκ και τον έβαλε στο θυσιαστήριο πάνω από τα ξύλα. 10 Ύστερα άπλωσε το χέρι του και πήρε το μαχαίρι για να σφάξει το παιδί του. 11 Αλλά ο άγγελος του Κυρίου τού φώναξε από τον ουρανό και του είπε: «Αβραάμ, Αβραάμ!» Κι εκείνος απάντησε: «Ορίστε». 12 Και του είπε: «Μην απλώσεις χέρι στο παιδί και μην του κάνεις τίποτε, γιατί τώρα ξέρω ότι φοβάσαι το Θεό και δε μου αρνήθηκες το μοναχογιό σου».

13 Ο Αβραάμ κοίταξε τριγύρω και είδε ένα κριάρι πιασμένο από τα κέρατα σένα θάμνο. Έτρεξε, το πήρε και το θυσίασε αντί για το γιο του. 14 Τον τόπο εκείνο ο Αβραάμ τον ονόμασε Γιαχβέ-Ιερέ,Γιαχβέ-Ιερέ. Στα εβρ. σημαίνει «ο Κύριος προβλέπει» ή «βλέπει». γιαυτό μέχρι σήμερα λέγεται: «Σαυτό το βουνό παρουσιάστηκε ο Κύριος».

15 Ο άγγελος του Κυρίου φώναξε για δεύτερη φορά στον Αβραάμ από τον ουρανό 16 και του είπε: «Εγώ ο Κύριος ορκίζομαι στον εαυτό μου, ότι επειδή έκανες την πράξη αυτή και δε μου αρνήθηκες το μοναχογιό σου, 17 θα σε ευλογήσω με το παραπάνω και θα σου δώσω αναρίθμητους απογόνους σαν ταστέρια του ουρανού και σαν την άμμο που είναι στις ακτές της θάλασσας. Ο απόγονός σου θα κατακτήσει τις πόλεις των εχθρών του. 18 Με τον απόγονό σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης, επειδή υπάκουσες στην εντολή μου».

19 Μετά ο Αβραάμ γύρισε στους δούλους του και ξεκίνησαν όλοι μαζί για τη Βέερ-Σεβά, κι ο Αβραάμ εγκαταστάθηκε εκεί.

Οι απόγονοι του Ναχώρ

20 Ύστερα από τα γεγονότα αυτά, αναγγέλθηκε στον Αβραάμ ότι και η Μελχά γέννησε γιους στο Ναχώρ τον αδερφό του: 21 Τον Ουτς, που ήταν πρωτότοκος, τον αδερφό του το Βουζ και τον Κεμουήλ, γενάρχη των Αραμαίων, 22 τον Κέσεδ, τον Αζό, τον Πιλδάς, τον Ιδλάφ και το Βεθουήλ. 23 Ο Βεθουήλ απέκτησε τη Ρεβέκκα. Αυτούς τους οκτώ γιους γέννησε η Μελχά στο Ναχώρ, τον αδερφό τού Αβραάμ. 24 Αλλά και μια παλλακίδα του, η Ρεουμά, γέννησε κι αυτή τον Τεβάχ, το Γαχάμ, τον Ταχάς και το Μααχά.

La fede di Abraamo messa alla prova con l’ordine di sacrificare Isacco

1 Dopo queste cose, Dio mise alla prova Abraamo, e gli disse: "Abraamo!". Ed egli rispose: "Eccomi". 2 E Dio disse: "Prendi ora tuo figlio, il tuo unico, colui che ami, Isacco, e vanel paese di Moria, e offrilo in olocausto sopra uno dei monti che ti dirò". 3 Abraamo si alzò la mattina di buon’ora, mise la sella al suo asino, prese con due dei suoi servitori e Isacco suo figlio, spaccò della legna per l’olocausto, poi partì per andare al luogo che Dio gli aveva detto. 4 Il terzo giorno, Abraamo alzò gli occhi e vide da lontano il luogo. 5 Abraamo disse ai suoi servitori: "Rimanete qui con l’asino; io e il ragazzo andremo fin e adoreremo; poi torneremo da voi". 6 E Abraamo prese la legna per l’olocausto e la mise addosso a Isacco suo figlio; poi prese in mano il fuoco e il coltello, ed entrambi s’incamminarono assieme. 7 Isacco parlò ad Abraamo suo padre e disse: "Padre mio!". Abraamo rispose: "Eccomi qui, figlio mio". E Isacco: "Ecco il fuoco e la legna, ma dov’è l’agnello per l’olocausto?". 8 Abraamo rispose: "Figlio mio, Dio se lo provvederà l’agnello per l’olocausto". E camminarono entrambi assieme. 9 Giunsero al luogo che Dio gli aveva detto e Abraamo costruì l’altare, sistemò la legna, legò Isacco suo figlio e lo mise sull’altare, sopra la legna. 10 Poi Abraamo stese la mano e prese il coltello per sgozzare suo figlio. 11 Ma l’angelo dell’Eterno gridò dal cielo e disse: "Abraamo, Abraamo". 12 Ed egli rispose: "Eccomi". E l’angelo: "Non mettere la mano addosso al ragazzo e non fargli alcun male; poiché ora so che tu temi Dio, perché non mi hai rifiutato tuo figlio, l’unico tuo". 13 Allora Abraamo alzò gli occhi, guardò, ed ecco dietro di un montone, impigliato per le corna in un cespuglio. Abraamo andò, prese il montone, e l’offrì in olocausto al posto di suo figlio. 14 E Abraamo chiamò quel luogo "Iavè-Irè". Per questo si dice oggi: "Al monte dell’Eterno sarà provveduto". 15 L’angelo dell’Eterno chiamò dal cielo Abraamo una seconda volta, e disse: 16 "Io giuro per me stesso, dice l’Eterno, che, siccome tu hai fatto questo e non mi hai rifiutato tuo figlio, l’unico tuo, 17 io certo ti benedirò e moltiplicherò la tua progenie come le stelle del cielo e come la sabbia che è sul lido del mare; e la tua progenie dominerà la porta dei suoi nemici. 18 E tutte le nazioni della terra saranno benedette nella tua progenie, perché tu hai ubbidito alla mia voce". 19 Poi Abraamo se ne tornò ai suoi servitori; e si alzarono e se ne andarono insieme a Beer-Sceba. E Abraamo abitò a Beer-Sceba.

Discendenza di Naor e nascita di Rebecca

20 Dopo queste cose avvenne che fu riferito ad Abraamo questo: "Ecco, Milca ha partorito anche lei dei figli a Naor, tuo fratello: 21 Uz, suo primogenito, Buz suo fratello, Chemuel padre di Aram, 22 Chesed, Azo, Pildas, Idlaf e Betuel". 23 E Betuel generò Rebecca. Milca partorì questi otto a Naor, fratello di Abraamo. 24 E la sua concubina, che si chiamava Reuma, partorì anche lei Teba, Gaam, Taas e Maaca.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-