1 Στον πρωτοψάλτη, για μουθ-λαββέν.μουθ-λαββέν. Η ακριβής έννοια είναι άγνωστη. Εκ παραδόσεως έχει ερμηνευτεί ότι σημαίνει «ο θάνατος του παιδιού». Πιθανόν όμως να σημαίνει «για ψηλές φωνές αγοριών». Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Μ’ όλη μου, Κύριε, την καρδιά θα σε δοξολογήσω·
τα έργα σου τα θαυμαστά
όλα θα τα ιστορήσω.
3 Θα ευφρανθώ και θα χαρώ μ’ εσένα, Ύψιστε·
την ύπαρξή σου θ’ ανυμνήσω,
4 Οι εχθροί μου όλοι θα υποχωρήσουνε,
θα σκύψουν, θα εξαφανιστούν από μπροστά σου.
5 Το δίκιο μου και την υπόθεσή μου υποστήριξες,
όταν σε θρόνο κάθισες δίκαιου κριτή.
(Διάψαλμα)
6 Τους άλλους τους λαούς τους εξουθένωσες,
ξολόθρεψες τον ασεβή·
την ύπαρξή του για πάντα εξαφάνισες.
7 Η εξόντωση του εχθρού ολοκληρώθηκε,
τις πόλεις του ισοπέδωσες·
κανένας πια δεν τις θυμάται.
8 Ο Κύριος όμως μένει αιώνια·
το θρόνο του για κρίση ετοιμάζει.
9 Κι αυτός την οικουμένη θα την κρίνει δίκαια·
αμερόληπτα θα κρίνει τους λαούς.
10 Ο Κύριος είναι η προστασία του φτωχού,
στους δύσκολους καιρούς το καταφύγιο.
11 Κι όσοι την ύπαρξή σου ξέρουν,
σ’ εσένα ελπίζουν, Κύριε,
γιατί δεν εγκατέλειψες
αυτούς που σε ζητάνε.
12 Ψάλτε στον Κύριο, που μένει στη Σιών·
κηρύξτε στους λαούς τα θαυμαστά του έργα.
13 Επειδή τους θυμήθηκε,
όταν την αιματοχυσία τιμώρησε·
δεν ξέχασε των καταπιεσμένων την κραυγή.
14 Ελέησέ με, Κύριε·
δες την κατάντια όπου μ’ έφεραν οι εχθροί μου,
εσύ που με αποτραβάς
από τις πύλες του άδη,
15 για να ιστορήσω στης Ιερουσαλήμ τις πύλες
όλα τα έργα σου τα θαυμαστά.
Θ’ αναγαλλιάσω για τη σωτηρία
που εσύ μου δίνεις.
16 Τα έθνη πέσαν μες στο λάκκο που έσκαψαν·
μες στην κρυμμένη τους παγίδα
πιάστηκε το πόδι τους.
17 Ο Κύριος γνωρίζεται
από τη δίκαιη που κάνει κρίση·
και παγιδεύεται ο ασεβής
απ’ των χεριών του το έργο.
(Διάψαλμα)
18 Στον άδη θα επιστρέψουν οι ασεβείς·
τα έθνη αυτά που το Θεό ξεχνάνε.
19 Γιατί δε θα λησμονηθεί ποτέ ο φτωχός·
ποτέ δε χάνεται των δύστυχων η ελπίδα.
20 Σήκω, Κύριε!
Ας μην υπερισχύσει ο άνθρωπος·
και από σένα οι εθνικοί ας κριθούνε.
21 Δώσε τους φόβο, Κύριε!
Οι ειδωλολάτρες
ας νιώσουνε πως είναι άνθρωποι.
(Διάψαλμα)
1 Per il Maestro del coro. Su "Muori per il figlio". Salmo di Davide.
Io celebrerò l’Eterno con tutto il mio cuore,
narrerò tutte le tue meraviglie.
2 Io mi rallegrerò e festeggerò in te,
salmeggerò al tuo nome, o Altissimo,
3 poiché i miei nemici voltano le spalle,
cadono e periscono davanti al tuo cospetto.
4 Poiché tu hai sostenuto il mio diritto e la mia causa;
ti sei assiso sul trono come giusto giudice.
5 Tu hai rimproverato le nazioni,
hai fatto perire l’empio,
hai cancellato il loro nome per sempre.
6 È finita per il nemico! Sono rovine perenni!
Delle città che hai distrutte si è perso perfino il ricordo.
7 Ma l’Eterno siede come re in eterno;
egli ha preparato il suo trono per il giudizio.
8 Ed egli giudicherà il mondo con giustizia,
giudicherà i popoli con rettitudine.
9 L’Eterno sarà un rifugio sicuro per l’oppresso,
un rifugio sicuro in tempo d’angoscia;
10 e quelli che conoscono il tuo nome confideranno in te,
perché, o Eterno, tu non abbandoni quelli che ti cercano.
11 Salmeggiate all’Eterno che abita in Sion,
raccontate tra i popoli le sue gesta.
12 Perché colui che domanda ragione del sangue,
si ricorda dei miseri
e non ne dimentica il grido.
13 Abbi pietà di me, o Eterno!
Vedi l’afflizione che soffro da quelli che mi odiano,
o tu che mi fai risalire dalle porte della morte,
14 affinché io racconti tutte le tue lodi.
Nelle porte della figlia di Sion,
io festeggerò per la tua salvezza.
15 Le nazioni sono sprofondate nella fossa che avevano fatta;
il loro piede è stato preso nella rete che avevano nascosta.
16 L’Eterno si è fatto conoscere, ha fatto giustizia;
l’empio è stato preso al laccio,
opera delle sue mani. [Interludio. Pausa]
17 Gli empi se ne andranno al soggiorno dei morti,
sì, tutte le nazioni che dimenticano Dio.
18 Poiché il povero non sarà dimenticato per sempre,
né la speranza dei miseri sarà delusa in eterno.
19 Ergiti, o Eterno! Non lasciare che prevalga il mortale;
siano giudicate le nazioni in tua presenza.
20 O Eterno, infondi spavento in loro;
le nazioni sappiano che non sono altro che mortali. [Pausa]