Publicidade

Oséias 11

KJV
Η αγάπη του Θεού υπερνικά την οργή του

1 Ο Κύριος λέει: «Όταν ο Ισραήλ ήταν παιδί, τον αγάπησα και τον κάλεσα από την Αίγυπτο να είναι γιος μου. 2 Μετά, όμως, όσο τους καλούσα προς εμέ, τόσο αυτοί απομακρύνονταν. Στο Βάαλ πρόσφεραν θυσίες και μπρος στα είδωλά του καίγαν προσφορές. 3 Εγώ δίδαξα τον ΕφραΐμΕφραΐμ. Βλ. υποσ. εις κεφ. 4:17. να περπατάει, τον κράτησα στην αγκαλιά μου, αλλά αυτοί δεν αναγνώρισαν ότι εγώ τους φρόντιζα.

4 »Προσεκτικά τούς οδηγούσα, δεμένος μαζί τους με τα δεσμά της καλοσύνης και της αγάπης. Τους φρόντιζα σαν το γεωργό, που βγάζει το ζυγό απτη γελάδα του, για να μπορεί ελεύθερα να φάει, κι ακόμα ο ίδιος σκύβει για να την ταΐσει. 5 Γιαυτό δεν είναι ανάγκη να επιστρέψουν στη χώρα της Αιγύπτου· οι Ασσύριοι τώρα θα τους κυβερνούν. Αλλά επειδή αρνήθηκαν να γυρίσουν σεμένα, 6 το ξίφος θα θερίζει μες στις πόλεις τους και θα καταστραφούν όσοι εναντίον μου δολοπλοκούν.Η έννοια των στ. 4-6 στο εβρ. είναι αβέβαιη.7 Και μόλα αυτά ο λαός μου επιμένει ναποστατεί. Φωνάζει, για το ζυγό που τον καταπιέζει,Φωνάζει... καταπιέζει. Η φρ. αποδίδεται σύμφωνα με αρχαίες μετ. Το εβρ. έχει «αυτοί φωνάζουν προς τα πάνω». αλλά κανείς δεν βρίσκεται να τους τον πάρει.

8 »Πώς θα μπορούσα να σεγκαταλείψω, Εφραΐμ; Πώς θα μπορούσα να σε καταστρέψω, όπως την Αδαμά, ή να σε κάνω όπως έκανα τη Σεβωίμ; Ραγίζει η καρδιά μου όταν το σκέφτομαι· πονώ για σας. 9 Το φοβερό θυμό μου δεν θα τον αφήσω να ξεσπάσει· δεν θα ξανασκεφτώ να αφανίσω τον Εφραΐμ. Γιατί εγώ είμαι Θεός και όχι άνθρωπος, ο Άγιος Θεός που κατοικεί ανάμεσά σας και δε θα ενεργήσω υπό την επήρεια του θυμού μου. 10 Οι εξόριστοι θα με ακολουθήσουν, όταν σαν το λιοντάρι θα βρυχιέμαι. Τότε θα ρχονται τρέμοντας πέρα απτη θάλασσα, από τη δύση, 11 από την Αίγυπτο σαν τα σπουργίτια κι από την Ασσυρία σαν τα περιστέρια. Θα τους ξαναγυρίσω πίσω στα σπίτια τους. Εγώ ο Κύριος το λέω».Τα υπόλοιπα κεφ. του βιβλίου περιλαμβάνουν αριθμό στίχων αυξομειούμενον κατά 1, σύμφωνα με το κριτικό εβρ. κείμενο.

1 When Israel was a child, then I loved him, and called my son out of Egypt. 2 As they called them, so they went from them: they sacrificed unto Baalim, and burned incense to graven images. 3 I taught Ephraim also to go, taking them by their arms; but they knew not that I healed them. 4 I drew them with cords of a man, with bands of love: and I was to them as they that take off the yoke on their jaws, and I laid meat unto them.11.4 take off: Heb. lift up

5 He shall not return into the land of Egypt, but the Assyrian shall be his king, because they refused to return. 6 And the sword shall abide on his cities, and shall consume his branches, and devour them, because of their own counsels. 7 And my people are bent to backsliding from me: though they called them to the most High, none at all would exalt him.11.7 none…: Heb. together they exalted not

8 How shall I give thee up, Ephraim? how shall I deliver thee, Israel? how shall I make thee as Admah? how shall I set thee as Zeboim? mine heart is turned within me, my repentings are kindled together. 9 I will not execute the fierceness of mine anger, I will not return to destroy Ephraim: for I am God, and not man; the Holy One in the midst of thee: and I will not enter into the city. 10 They shall walk after the LORD: he shall roar like a lion: when he shall roar, then the children shall tremble from the west. 11 They shall tremble as a bird out of Egypt, and as a dove out of the land of Assyria: and I will place them in their houses, saith the LORD. 12 Ephraim compasseth me about with lies, and the house of Israel with deceit: but Judah yet ruleth with God, and is faithful with the saints.11.12 saints: or, most holy

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-