1 (039-34) Đức Giê-hô-va còn đáp lại cho Gióp, mà rằng: 2 (039-35) Kẻ bắt bẻ Đấng Toàn năng há sẽ tranh luận cùng Ngài sao? Kẻ cãi luận cùng Đức Chúa Trời, hãy đáp điều đó đi! 3 (039-36) Gióp bèn thưa cùng Đức Giê-hô-va rằng: 4 (039-37) Tôi vốn là vật không ra gì, sẽ đáp chi với Chúa? Tôi đặt tay lên che miệng tôi. 5 (039-38) Tôi đã nói một lần, song sẽ chẳng còn đáp lại; Phải, tôi đã nói hai lần, nhưng không nói thêm gì nữa. 6 (040-1) Từ giữa trận gió trốt, Đức Giê-hô-va đáp cùng Gióp, mà rằng: 7 (040-2) Hãy thắt lưng ngươi như kẻ dõng sĩ; Ta sẽ hỏi ngươi, ngươi sẽ chỉ dạy cho ta! 8 (040-3) Ngươi há có ý phế lý đoán ta sao? Có muốn định tội cho ta đặng xưng mình là công bình ư? 9 (040-4) Ngươi có một cánh tay như của Đức Chúa Trời chăng? Có thể phát tiếng sấm rền như Ngài sao? 10 (040-5) Vậy bây giờ, ngươi hãy trang điểm mình bằng sự cao sang và oai nghi, Mặc lấy sự tôn trọng và vinh hiển. 11 (040-6) Khá tuôn ra sự giận hoảng hốt của ngươi; Hãy liếc mắt xem kẻ kiêu ngạo và đánh hạ nó đi. 12 (040-7) Hãy liếc mắt coi kẻ kiêu ngạo và đánh hạ nó đi; Khá chà nát kẻ hung bạo tại chỗ nó. 13 (040-8) Hãy giấu chúng nó chung nhau trong bụi đất, Và lấp mặt họ trong chốn kín đáo. 14 (040-9) Bấy giờ, ta cũng sẽ khen ngợi ngươi, Vì tay hữu ngươi chửng cứu ngươi được! 15 (040-10) Nầy, con trâu nước mà ta đã dựng nên luôn với ngươi; Nó ăn cỏ như con bò. 16 (040-11) Hãy xem: sức nó ở nơi lưng, Mãnh lực nó ở trong gân hông nó. 17 (040-12) Nó cong đuôi nó như cây bá hương; Gân đùi nó tréo xỏ-rế. 18 (040-13) Các xương nó như ống đồng, Tứ chi nó như cây sắt. 19 (040-14) Nó là công việc khéo nhất của Đức Chúa Trời; Đấng dựng nên nó giao cho nó cây gươm của nó. 20 (040-15) Các núi non sanh đồng cỏ cho nó ăn, Là nơi các thú đồng chơi giỡn. 21 (040-16) Nó nằm ngủ dưới bông sen, Trong bụi sậy và nơi bưng. 22 (040-17) Bông sen che bóng cho nó, Và cây liễu của rạch vây quanh nó. 23 (040-18) Kìa, sông tràn lên dữ tợn, nhưng nó không sợ hãi gì; Dầu sông Giô-đanh bủa lên miệng nó, nó cũng ở vững vàng. 24 (040-19) Ai bắt được nó trước mặt? Ai hãm nó trong lưới, rồi xoi mũi nó?
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.
1 Ο Κύριος ρώτησε τον Ιώβ:
2 «Θέλεις μ’ εμένα να φιλονικείς, τον Παντοδύναμο;
Θέλεις να συνεχίσεις να μ’ επικρίνεις
ή θα παραιτηθείς;»
Ο Ιώβ αναγνωρίζει την πανσοφία του Θεού
3 Τότε αποκρίθηκε ο Ιώβ στον Κύριο:
4 «Εγώ είμ’ ασήμαντος!
Τι θα μπορούσα να σου αποκριθώ;
Δεν θα τ’ ανοίξω άλλο πια το στόμα μου.
5 Μίλησα πιο πολύ απ’ ό,τι έπρεπε·
δε θα ξαναμιλήσω πια».
Ενδείξεις της δύναμης και της σοφίας του Θεού
6 Τότε απάντησε ο Θεός στον Ιώβ μέσα από τον ανεμοστρόβιλο:
7 Σαν άντρας τώρα σήκω απάνω·
θα σε ρωτάω
και εσύ θα μου αποκρίνεσαι.
8 Θέλεις στ’ αλήθεια ν’ αποδείξεις
πως είμαι άδικος,
πως εγώ κάνω λάθος κι εσύ λες το σωστό;
9 Είσαι το ίδιο σαν εμένα δυνατός;
μπορεί η φωνή σου να βροντά
σαν τη δική μου;
10 Τότε στολίσου με λαμπρότητα κι υπεροχή,
ντύσου με δόξα
και μεγαλοπρέπεια.
11 Άσε το φοβερό θυμό σου να ξεσπάσει·
όλους τους αλαζόνες
μ’ ένα σου βλέμμα ταπείνωσε.
12 Με τη ματιά σου κάν’ τους να υποκύψουν,
αν μπορείς,
και σύντριψε τους ασεβείς εκεί που βρίσκονται.
13 Όλους μέσα στο χώμα καταχώνιασέ τους
κι αφάνισέ τους μες στη γη.
14 Τότε πρώτος εγώ θα σε παινέψω
γιατί θα ’χεις νικήσει
με τη δική σου δύναμη.
15 Κοίτα τον ιπποπόταμο.ιπποπόταμο. Κατά λ. «βεεμόθ», που στα εβρ. σημαίνει το κατ’ εξοχήν ζώο.
Είναι κι αυτός καθώς εσύ, το δημιούργημά μου·
κι αυτός όπως το βόδι
με το χορτάρι τρέφεται.
16 Αλλά δες πόση δύναμη έχει η μέση του,
πόσο γεροί είναι οι μυώνες της κοιλιάς του!
17 Ορθώνεται η ουρά του καθώς του κέδρου ο κορμός,
είναι γεροί σαν παλαμάρια
των μηρών του οι τένοντες.
18 Είναι τα κόκαλά του δυνατά καθώς σωλήνες ορειχάλκινοι,
σαν βέργες σιδερένιες τα πλευρά του.
19 Είν’ ένα αριστούργημα μες στη δημιουργία μου·
μονάχα ο πλάστης του μπορεί να τον δαμάσει.
20 Στα όρη πάνω βρίσκει τη βοσκή του
εκεί που παίζουν όλα τα ζώα τ’ άγρια.
21 Κάτω από τους λωτούς πλαγιάζει,
κρύβεται ανάμεσα στων βάλτων τις καλαμιές.
22 Με τη σκιά τους τον σκεπάζουν οι λωτοί
και βρίσκει καταφύγιο
στις λεύκες του χειμάρρου.
23 Ακόμα κι όταν ανεβαίνουν τα νερά
αυτός την ηρεμία του δεν την χάνει.
Κι αν το ποτάμιτο ποτάμι. Κατά λ. «ο Ιορδάνης», που την εποχή των βροχών γίνεται πολύ ορμητικός. με ορμή μπαίνει στο στόμα του,
ο ιπποπόταμος δεν τρέχει να σωθεί.
24 Ωστόσο μπορεί κάποιος να του αντιταχθεί
και να τον πιάσει;
να του τρυπήσει τα ρουθούνια
και να τον δέσει με σκοινιά;
25 Μπορείς να πιάσεις τον κροκόδειλοκροκόδειλο. Το εβρ. έχει κατά λ. «λεβιάθαν», δηλ. οφιοειδής. με αγκίστρι,
έτσι που με την καθετή
τη γλώσσα του να την τραβήξεις κάτω;
26 Μπορείς σκοινί από βούρλα
να περάσεις στο ρύγχος του
και να τρυπήσεις τα σαγόνια του με γάντζο;
27 Τάχα θα σε θερμοπαρακαλέσει;
θα σου μιλήσει μήπως τρυφερά;
28 Θα κλείσει τάχα συμφωνία μαζί σου
ώστε να μπει στη δούλεψή σου για παντοτινά;
29 Θα ’παιζες τάχατε μαζί με τον κροκόδειλο
όπως μ’ ένα μικρό πουλί;
ή, θα τον έδενες ποτέ με αλυσίδα
να ’χουν οι κόρες σου διασκέδαση;
30 Θαρρείς πως οι ψαράδες θα τον παζαρέψουν
και σε κομμάτια θα τον μοιραστούν οι έμποροι;
31 Μπορείς να κάνεις διάτρητο το δέρμα του με βέλη
και με καμάκια να διαπεράσεις το κεφάλι του;
32 Δοκίμασε να βάλεις πάνω του το χέρι σου·
τη μάχη που θα γίνει
δε θα την ξεχάσεις
και δε θα το τολμήσεις πια.