1 Mantive-me à disposição das pessoas que não me consultavam, ofereci-me àqueles que não me procuravam. "Eis-me aqui, eis-me aqui" – dizia eu a um povo que não invocava meu nome.
2 Estendia constantemente as mãos a uma nação indócil e rebelde, que seguia o mau caminho de acordo com suas inclinações;
3 há pessoas que não cessam de provocar-me diretamente, que sacrificam nos jardins, e queimam perfumes em cima de tijolos,
4 que se instalam nos túmulos, e passam a noite em antros, que comem carne de porco, e guarnecem seus pratos de alimentos imundos.
5 "Mantém-te à distância" – dizem eles –, "não me toques, porque eu te santificaria." Tudo isso me enche as narinas da fumaça, de um fogo que queima sempre.
6 Pois bem, eis a decisão que tomei: não me calarei enquanto não os fizer expiar
7 suas iniquidades e as de seus pais, que queimavam o incenso nas montanhas, e me ultrajavam nas colinas. Vou calcular o salário deles, e lançá-lo em seu próprio seio.
8 Eis o que diz o Senhor: "Quando se encontra sumo num cacho de uvas, diz-se: ‘Não o destruam, há aí uma bênção’. Assim, por amor a meus servos, em lugar de destruir tudo,
9 tirarei de Jacó uma raça, e de Judá um herdeiro de minhas montanhas; meus eleitos as possuirão, e meus servos aí viverão.
10 Saron servirá de pastagem ao rebanho miúdo, e no vale de Acor os bois se espojarão (para o povo que me tiver procurado).
11 Quanto a vós, desertores do Senhor, que haveis esquecido meu monte santo, que preparais a mesa para Gad, e encheis a taça de vinho aromatizado para Meni,
12 à espada eu vos destino; todos vós vos curvareis para serdes degolados, porque quando eu chamava, não respondíeis; quando falava, vos fazíeis de surdos; praticáveis o que eu acho ruim, e escolhíeis o que me desagrada."
13 Portanto, eis o que diz o Senhor Deus: "Meus servos comerão e vós tereis fome, meus servos beberão e vós tereis sede, meus servos se rejubilarão e vós ficareis envergonhados,
14 meus servos cantarão na alegria de seu coração, e vós vos lamentareis com o coração angustiado, rugireis com a alma em desespero.
15 Vosso nome ficará como um termo de maldição entre meus eleitos: ("Que o Senhor Deus te faça morrer!"), enquanto meus servos receberão um novo nome.
16 Aquele que desejar ser abençoado na terra, desejará sê-lo pelo Deus fiel, e aquele que jurar na terra, jurará pelo Deus fiel, porque as desgraças de outrora serão esquecidas, já não lhes volverão ao espírito.
17 Pois eu vou criar novos céus, e uma nova terra; o passado já não será lembrado, já não volverá ao espírito,
18 mas será experimentada a alegria e a felicidade eterna daquilo que vou criar. Pois vou criar uma Jerusalém destinada à alegria, e seu povo ao júbilo;
19 Jerusalém me alegrará, e meu povo me rejubilará; doravante já não se ouvirá aí o ruído de soluços nem de gritos.
20 Já não morrerá aí nenhum menino, nem ancião que não haja completado seus dias; será ainda jovem o que morrer aos cem anos: não atingir cem anos será uma maldição.
21 Serão construídas casas onde habitarão, serão plantadas vinhas cujos frutos comerão.
22 Não mais se construirá para que outro se instale; não mais se plantará para que outro se alimente. Os filhos de meu povo durarão tanto quanto as árvores, e meus eleitos gozarão do trabalho de suas mãos.
23 Não trabalharão mais em vão, não darão mais à luz filhos votados a uma morte repentina, porque serão a raça abençoada pelo Senhor, eles e seus descendentes.
24 Antes mesmo que me chamem, eu lhes responderei; estarão ainda falando e já serão atendidos.
25 O lobo e o cordeiro pastarão juntos, o leão, como um boi, se alimentará de palha, e a serpente comerá terra. Nenhum mal nem desordem alguma será cometida, em todo o meu monte santo", diz o Senhor.
Ανταμοιβή των πιστών
1 Ο Κύριος λέει: «Έτοιμος ήμουν ν’ απαντήσω, αλλά κανείς δε με ρωτούσε· πάντα μπορούσαν να με βρουν, αλλά κανείς δεν έψαχνε για μένα. Έλεγα, "εδώ είμαι, σας ακούω!" Μα σ’ ένα έθνος το ’λεγα που δε μ’ επικαλέστηκε ποτέ του.σ’ ένα έθνος το ’λεγα που δε μ’ επικαλέστηκε ποτέ του, σύμφωνα με αρχαίες μεταφράσεις. Το εβρ. έχει «σε ένα έθνος που δεν ονομαζόταν με το όνομά μου».2 Τα χέρια μου όλη τη μέρα άπλωνα σ’ ένα λαό αποστάτη, που κακό δρόμο ακολουθεί και που τον σέρνουν οι επιθυμίες του· 3 σ’ ένα λαό που συνεχώς αδιάντροπα με προκαλεί, στους κήπους μέσα τις θυσίες του προσφέρει, σε κεραμίδια πάνω καίει το θυμίαμα· 4 σε ανθρώπους που στα μνήματα περνούν τη μέρα τους και διανυκτερεύουν στις σπηλιές, τρώνε το κρέας το χοιρινό και είναι μολυσμένα από τα φαγητά των θυσιών τα σκεύη τους· 5 σ’ αυτούς που λένε, "φύγε από κοντά μου, μη μ’ αγγίζεις, γιατί είμαι άγιος!"Οι στ. 3-5 αναφέρονται στην ειδωλολατρία, στις νεκρομαντείες και στην επίκληση των πνευμάτων.
»Αυτοί μου ανάβουν το θυμό και καίει όλη τη μέρα σαν φωτιά. 6 Νάτο, το ’χω γραμμένο εδώ μπροστά μου: "δε θα σωπάσω πριν να τιμωρήσω 7 τις ανομίες τις δικές τους και των πατέρων τους μαζί. Αυτούς που πάνω στα βουνά τα είδωλα θυμιάτιζαν και στις κορυφές των λόφων με βλαστημούσαν, όπως το αξίζουν θα τους τιμωρήσω, σύμφωνα με τα έργα τους". Εγώ, ο Κύριος, το λέω».
8 Και συνεχίζει ο Κύριος: «Όταν ένα σταφύλι έχει χυμό, λένε "μην το καταστρέφεις, γιατί έχει μέσα του ευλογία". Αυτό κι εγώ θα κάνω για χάρη των δούλων μου: δε θα καταστρέψω το λαό στο σύνολό του. 9 Θα κάνω να βγουν τέκνα από τον Ιακώβ, κι απ’ τον Ιούδα απόγονοι. Θα γίνουν τα βουνά μου κτήμα των εκλεκτών μου, των δούλων μου, κι εκεί θα κατοικήσουν. 10 Τότε η Σαρών θα γίνει η μάντρα των προβάτων τους, και η κοιλάδα Αχώρ,κοιλάδα Αχώρ. Βλ. Ιησ 7:24-26· 15:7· Ωσ 2:17. των γελαδιών βοσκή, για χάρη του λαού μου, που με ζήτησε.
11 »Εσάς όμως που με εγκαταλείψατε, που λησμονήσατε το άγιο μου βουνό, που για τον Γαδ προετοιμάζετε τραπέζι, και για να προσφέρετε σπονδές στον Μενί γεμίζετε τα κύπελα,Γαδ...Μενί. Ειδωλολατρικές θεότητες.12 εσάς θα σας παραδώσω στη σφαγή. Όλοι σας θα εξολοθρευθείτε, γιατί σας κάλεσα και δεν αποκριθήκατε. Μιλούσα, μα εσείς δεν ακούγατε. Κάνατε ό,τι θεωρώ εγώ κακό, και προτιμούσατε αυτό που με δυσαρεστεί.
13 »Γι’ αυτό, ακούστε τι λέω εγώ ο Κύριος, ο Θεός: Οι δούλοι μου θα ’χουν να φάνε, μα εσείς θα πεινάσετε· αυτοί θα ’χουν να πιουν, μα εσείς θα υποφέρετε απ’ τη δίψα. Αυτοί θα χαίρονται, μα εσείς θα ζείτε ντροπιασμένοι. 14 Οι δούλοι μου θα ψάλλουν απ’ τη μεγάλη τους χαρά, μα εσείς απ’ τη βαθιά σας θλίψη θα φωνάζετε, και θα ουρλιάζετε απ’ την απελπισία. 15 Θα αφήσετε στους εκλεκτούς μου το όνομά σας να το ’χουνε για τις κατάρες τους: "έτσι κι εσένα να σε θανατώσει ο Κύριος ο Θεός!" Αλλά στους δούλους μου εγώ θα δώσω ένα καινούριο όνομα. 16 Κι όποιος ποθεί ευλογημένος να ’ναι σ’ αυτή τη χώρα, θα ζητά να τον ευλογήσει ο αληθινός Θεός· κι όποιος σ’ αυτή τη χώρα ορκίζεται, όρκο θα παίρνει στον αληθινό Θεό».
Καινούριος ουρανός και καινούρια γη
Λέει ο Κύριος:
«Όλες οι θλίψεις οι αλλοτινές θα ξεχαστούν
και θα εξαφανιστούνε.
17 Καινούριο θα δημιουργήσω ουρανό, καινούρια γη·
τα περασμένα, τα παλιά, θα ξεχαστούνε,
και πια κανείς δε θα τα σκέφτεται.
18 »Αλλά θα ευχαριστιούνται όλοι και θα χαίρονται
για πάντα με τα όσα δημιουργώ,
γιατί θα κάνω την Ιερουσαλήμ πόλη χαράς
κι ευτυχισμένο το λαό της.
19 Κι εγώ θα χαίρομαι για την Ιερουσαλήμ,
θ’ αγάλλομαι για το λαό μου.
»Κλάματα δεν θ’ ακούγονται πια εκεί
ούτε και θρήνοι.
20 Βρέφος δεν θα υπάρχει εκεί που να ’χει λίγο μόνο ζήσει
ούτε και γέρος που να μη συμπληρώσει μακρόχρονη ζωή.
Γιατί αυτός που θα πεθαίνει στα εκατό θα θεωρείται νέος·
και όποιος δεν θα φτάνει στα εκατό
καταραμένος θα λογαριάζεται.
21,22 »Θα οικοδομούνε σπίτια ο λαός μου
κι οι ίδιοι θα τα κατοικούν·
αυτοί, κανένας άλλος.
Αμπέλια θα φυτεύουνε
κι οι ίδιοι θα τρώνε τον καρπό·
αυτοί, κανένας άλλος.
Μες στο λαό μου η ζωή θα διαρκεί σαν αιωνόβιο δέντρο·
θ’ απολαμβάνουν οι εκλεκτοί μου
τους καρπούς των κόπων τους.
23 Δε θα κοπιάζουν μάταια πια
ούτε και θα γεννούν παιδιά,
νεκρά για να τα δούνε,
γιατί εγώ ο Κύριος θα τους ευλογήσω,
εκείνους και τους απογόνους τους.
24 Ακόμα πριν προλάβουν να μου φωνάξουν,
εγώ θα τους έχω αποκριθεί·
ακόμα πριν τελειώσουν την προσευχή τους
εγώ θα κάνω να εκπληρώνεται.
25 Ο λύκος και το αρνί μαζί θα βόσκουνε
και το λιοντάρι άχυρο θα τρώει καθώς το βόδι·
το χώμα θα ’ναι του φιδιού η τροφή.
Κανένας δεν θα προξενεί ζημιά ούτε κακό
σ’ όλο μου το βουνό το άγιο.
Εγώ, ο Κύριος, το λέω».