Pular para o conteúdo
Publicidade

Tobit 14

TGVD

1 Tal foi o cântico de Tobit.

2 Tobit morreu em paz, na idade de cento e doze anos. Foi sepultado com muita honra em Nínive.

3 Tinha sessenta e dois anos quando ficou cego.

4 Todo o restante de sua vida se passou na alegria. E a paz de que gozou foi em proporção aos seus progressos no temor a Deus.

5 Quando veio a hora de sua morte, chamou à sua presença o seu filho Tobias, com os sete filhos deste e disse-lhes:

6 "Está próxima a ruína de Nínive, porque a palavra de Deus não falha; os nossos irmãos, que foram dispersos para longe da pátria de Israel, voltarão para ela.

7 Todo o seu país deserto será repovoado e a casa de Deus, que ali foi queimada, será re­cons­truída. Todos os homens que temem a Deus voltarão para ela

8 e as nações pagãs abandonarão os seus ídolos e virão habitar em Jerusalém.

9 Todos os reis da terra se alegrarão de apresentar suas homenagens ao rei de Israel.

10 Ouvi, pois, o vosso pai, meus filhos. Servi fielmente o Senhor e procurai fazer o que lhe é agradável.

11 Recomendai aos vossos filhos que pratiquem a justiça, sejam caridosos e esmoleres, que se lembrem de Deus e o bendigam em todo o tempo, fielmente e com todas as suas forças.

12 E agora, meus filhos, ouvi-me: não fiqueis aqui; mas, no dia em que tiverdes enterrado vossa mãe junto de mim no mesmo túmulo, ponde-vos logo a caminho para deixar estes lugares;

13 porque eu vejo que a iniquidade desta cidade será a causa de sua queda."

14 Depois da morte de sua mãe, Tobias partiu de Nínive com sua mulher, seus filhos e seus netos e voltou para a casa de seus sogros.

15 Encontrou-os em perfeita saúde, numa ditosa velhice. Teve para com eles todas as atenções e fechou-lhes os olhos. Tomou posse de toda a herança da casa de Raguel e viu os filhos de seus filhos até a quinta geração.

16 Morreu com alegria, tendo vivido noventa e nove anos no temor ao Senhor e seus filhos o sepultaram.

17 Toda a sua parentela e toda a sua descendência perseveraram numa vida íntegra e santo procedimento, de modo que foram amados tanto por Deus como pelos homens e por todos os seus compatriotas.

1 Έτσι τέλειωσε η ευχαριστία του Τωβίτ προς το Θεό. 2 Ήταν πενήντα οκτώ ετών όταν έχασε το φως του, και μετά από οκτώ χρόνια το ξαναβρήκε. Συνέχισε να κάνει ελεημοσύνες και να σέβεται το Θεό και να τον ευχαριστεί για όλα. 3 Όταν γέρασε πάρα πολύ, κάλεσε τον Τωβία μαζί με τους γιους του και του είπε:

«Παιδί μου, εγώ γέρασα και φεύγω γρήγορα από τη ζωή. Πάρε, λοιπόν, τους γιους σου 4 και πήγαινε στη Μηδία, γιατί έχω την πεποίθηση, με όσα είπε ο προφήτης Ιωνάς για τη Νινευή, ότι η πόλη αυτή θα καταστραφεί. Στη Μηδία όμως θα υπάρχει ειρήνη για έναν ορισμένο χρόνο. Οι ομοεθνείς μας θα διασκορπιστούν απτην ευλογημένη χώρα σόλη τη γη, και η Ιερουσαλήμ θα ερημωθεί· ο ναός του Θεού, που είναι εκεί, θα καεί και θα μείνει έρημος για ορισμένο χρόνο.

5 »Ο Θεός όμως πάλι θα τους λυπηθεί και θα τους ξαναφέρει στη χώρα τους. Θα χτίσουν το ναό, όχι όμως όπως ήταν ο προηγούμενος, και πάντως όχι πριν συμπληρωθεί ο ορισμένος χρόνος. Μετά απαυτά οι Ισραηλίτες θα επιστρέψουν από την αιχμαλωσία και θα χτίσουν την Ιερουσαλήμ κατά πώς της αξίζει. Ο ναός του Θεού θα χτιστεί σαυτήν μεγαλόπρεπος για ατέλειωτες γενιές στο μέλλον, όπως άλλωστε έχουν πει γιαυτήν οι προφήτες. 6 Όλα τα έθνη θα επιστρέψουν εκεί για να προσφέρουν λατρεία στον Κύριο, τον αληθινό Θεό, και τα είδωλά τους θα τα θάψουν στη γη. Όλα τα έθνη θα δοξάζουν τον Κύριο. 7 Ο λαός του Κυρίου θα ευχαριστήσει το Θεό κι εκείνος θα δοξάσει το λαό του. Θα χαρούν κι όλοι όσοι αγαπούν πραγματικά τον Κύριο το Θεό πράττοντας το σωστό, και δείχνουν αγάπη στους ομοεθνείς μας.

8 »Τώρα, λοιπόν, παιδί μου φύγε από τη Νινευή, γιατί εξάπαντος θα γίνουν όσα είπε ο προφήτης Ιωνάς. 9 Εσύ όμως φύλαξε το νόμο και τις εντολές, και να σαι σπλαχνικός και δίκαιος για να ευτυχήσεις. Θάψε με όπως πρέπει, και τη μητέρα σου μαζί μου· και μη μείνετε πια στη Νινευή. 10 Παιδί μου, δες τι έκανε ο Αμάν στον Αχιάχαρο, ο οποίος τον είχε υιοθετήσει. Πώς τον φυλάκισε σένα κελί που έμοιαζε με τάφο και με πόση κακία του συμπεριφέρθηκε. Κι ο μεν Αχιάχαρος σώθηκε, εκείνος όμως τιμωρήθηκε και κατέβηκε στο αιώνιο σκοτάδι. Ο Μανασσής έκανε ελεημοσύνη και σώθηκε από την παγίδα του θανάτου, που του είχε στηθεί· ο Αμάν όμως έπεσε στην παγίδα και χάθηκε. 11 Βλέπετε λοιπόν, παιδιά μου, τι κατορθώνει η ελεημοσύνη και από τι μας γλιτώνουν οι δίκαιες πράξεις;»

Ενώ έλεγε αυτά, ξεψύχησε στο κρεβάτι του, σε ηλικία εκατόν πενήντα οκτώ ετών. Και τον έθαψαν με πολλές τιμές.

Ο Τωβίας ακολουθεί τη συμβουλή του πατέρα του

12 Όταν πέθανε η μάνα του η Άννα, ο Τωβίας την έθαψε μαζί με τον πατέρα του. Μετά αναχώρησε με τη γυναίκα του και τους γιους του και πήγε στα Εκβάτανα, στον πεθερό του το Ραγουήλ. 13 Εκεί γέρασε τιμημένος· έθαψε και τα πεθερικά του με τιμές και κληρονόμησε την περιουσία τους μαζί με την περιουσία του πατέρα του, του Τωβίτ.

14 Ο Τωβίας πέθανε σε ηλικία εκατόν είκοσι εφτά ετών στα Εκβάτανα της Μηδίας. 15 Πριν πεθάνει, έμαθε για την καταστροφή της Νινευή, όταν την κατέλαβε ο Ναβουχοδονόσορ και οι Ασσύριοι. Έτσι πέθανε ευτυχισμένος, που πρόφτασε να δει την τιμωρία της Νινευή.

Veja também