Pular para o conteúdo
Publicidade

Tobit 2

TGVD

1 Algum tempo depois, em um dia de festa religiosa, foi preparado um grande banquete na casa de Tobit.

2 Ele disse então ao seu filho: "Vai buscar alguns homens piedosos de nossa tribo para comerem conosco".

3 Ele saiu, mas logo voltou, anunciando ao pai que um dos filhos de Israel jazia degolado na praça. Tobit levantou-se imediatamente da mesa, sem nada haver comido e foi aonde estava o cadáver.

4 Tomou-o e levou-o clandestinamente para a sua casa, a fim de sepultá-lo com cuidado depois do sol posto.

5 Tendo escondido o cadáver, começou a comer com pranto e tremor,

6 lembrando-se do oráculo que o Senhor tinha pronunciado pela boca do profeta Amós: "Converterei vossas festas em luto, e vossos cânticos em elegias fúnebres" (Am 8,10a).

7 Quando o sol se pôs, ele foi e o sepultou.

8 Seus vizinhos criticavam-no unanimemente, dizendo: "uma vez ordenaram que te matassem, precisamente por isso e mal escapaste dessa sentença de morte, recomeças a enterrar os cadáveres!".

9 Mas Tobit temia mais a Deus que ao rei e continuava a levar para a sua casa os corpos daqueles que eram assassinados, onde os escondia e os inumava durante a noite.

10 Ora, aconteceu que um dia, cansado desse trabalho, foi para a sua casa e deitou-se junto à parede onde adormeceu.

11 Enquanto dormia, caiu-lhe, de um ninho de andorinhas, esterco quente nos olhos e ele tornou-se cego.

12 Deus permitiu que lhe acontecesse essa prova, para que a sua paciência, como a do santo homem , servisse de exemplo à posteridade.

13 Como havia sempre temido a Deus, desde a sua infância e guardado seus mandamentos, ele não se afligiu (nem murmurou) contra Deus por ter sido atingido pela cegueira.

14 Mas perseverou firme no temor de Deus e continuou a dar-lhe graças em todos os dias de sua vida.

15 Assim como o bem-aventurado foi insultado por outros chefes, assim seus parentes e amigos escarneciam de seu comportamento:

16 "Onde está diziam eles essa esperança por cujo amor deste esmolas e sepultaste os mortos?".

17 Porém, Tobit repreendia-os, dizendo: "Não faleis assim;

18 somos filhos dos santos (patriarcas) e esperamos aquela vida que Deus de dar aos que não perdem jamais a sua confiança nele".

19 Ora, Ana, sua mulher, ia todos os dias tecer e trazia o que ela ganhava com o trabalho de suas mãos.

20 Foi assim que, tendo trazido para casa um cabrito que recebera (como gratificação),

21 seu marido ouviu-o balir e disse: "que ele não tenha sido roubado; restitui-o ao seu proprietário, porque não nos é permitido comer e nem mesmo tocar, o que foi roubado".

22 Ao que lhe respondeu sua mulher com indignação: "Tua esperança é manifestamente ; agora tuas esmolas mostram bem o que valem!". Com essas e outras palavras semelhantes ela censurava-o duramente.

1 Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, μου δόθηκε πίσω η γυναίκα μου η Άννα και ο γιος μου ο Τωβίας. Τη γιορτή της Πεντηκοστής, που είναι άγια μέρα, εφτά εβδομάδες μετά το Πάσχα, μου παρέθεσαν πλούσιο γεύμα και κάθισα στο τραπέζι. 2 Εκεί είδα πολλά φαγητά και είπα στο γιο μου: «Πήγαινε και όποιον βρεις από τους συμπατριώτες μας φτωχό, που να είναι ακόμα πιστός στον Κύριο, φέρε τον εδώ, κι εγώ θα σε περιμένω».

3 Όταν γύρισε ο Τωβίας, μου είπε: «Πατέρα, ένας συμπατριώτης μας είναι στραγγαλισμένος και πεταμένος στην αγορά».

4 Τότε εγώ άφησα το φαγητό μου άθικτο κι έτρεξα, πήρα το πτώμα και το έκρυψα σε μια αποθήκη, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος.Η δύση του ήλιου για τους Ιουδαίους σήμαινε την έναρξη μιας καινούριας μέρας. Ο Τωβίτ ήξερε πως δεν έπρεπε να βεβηλώσει με μια τέτοια εργασία την ημέρα της Πεντηκοστής (Λευ 23:21).5 Όταν γύρισα, πλύθηκαπλύθηκα. Πρόκειται για τον απαραίτητο καθαρμό εξαιτίας της επαφής του με το πτώμα (βλ. Αρ 19:11-13). κι έφαγα το φαγητό μου στενοχωρημένος. 6 Τότε θυμήθηκα την προφητεία του Αμώς, που έλεγε: «Θα μετατρέψω τις γιορτές σας σε κηδείες, και όλα τα γιορταστικά τραγούδια σας σε γοερές κραυγές», και έκλαψα.

7 Όταν βασίλεψε ο ήλιος, πήγα κι άνοιξα έναν τάφο και έθαψα τον νεκρό. 8 Οι γείτονες με περιγελούσαν κι έλεγαν: «Αυτός τίποτα δε φοβάται πια. Πριν αρκετόν καιρό είχε αναγκαστεί να φύγει για να μην τον σκοτώσουν για την ίδια πράξη· και να τον πάλι, θάβει νεκρούς!»

Βαρύ πλήγμα για τον ευσεβή Τωβίτ

9 Μετά, αφού έθαψα τον νεκρό, γύρισα την ίδια νύχτα και κοιμήθηκα κοντά στον τοίχο της αυλής, γιατί ήμουν μολυσμένος, και άφησα ακάλυπτο το πρόσωπό μου. 10 Δεν ήξερα ότι υπήρχαν σπουργίτια στον τοίχο· κι όταν για μια στιγμή άνοιξα τα μάτια μου, έπεσαν μέσα τους ζεστές κοτσιλιές των σπουργιτιών και μου δημιούργησαν λευκά στίγματα. Πήγα στους γιατρούς αλλά δεν μπόρεσαν να με θεραπεύσουν. Ο Αχιάχαρος εξακολούθησε να με συντηρεί, μέχρις ότου πήγα στην Ελυμαΐδα.

11 Εκείνο τον καιρό η γυναίκα μου η Άννα έκανε τις γυναικείες δουλειές· 12 έστελνε ό,τι έφτιαχνε σεκείνους που της παράγγελναν κι εκείνοι της έδιναν την αμοιβή της, προσθέτοντας κι ένα κατσίκι. 13 Όταν γύρισε στο σπίτι και το κατσίκι άρχισε να βελάζει, της είπα: «Πού βρέθηκε το κατσίκι; Μήπως είναι κλεμμένο; Δώστο σεκείνους που τους ανήκει, γιατί δεν είναι σωστό να φάμε κάτι κλεμμένο».

14 Εκείνη απάντησε: «Μου το δωσαν δώρο πέρα από την αμοιβή μου». Εγώ δεν την πίστευα και κόκκινος απτο θυμό τής φώναζα να δώσει το κατσίκι σαυτούς που τους ανήκε. Αυτή τότε μου απάντησε: «Κι εσύ τι κέρδισες με τις ελεημοσύνες σου και τα καλά σου έργα; Τα είδαμε ταποτελέσματα!»Για την Άννα, η δυστυχία που βρήκε τον Τωβίτ αποδείκνυε πως ο Θεός τον είχε απορρίψει και όλα τα καλά του έργα ήταν ανώφελα (πρβλ. Ιωβ 2:9).

Ο Τωβίτ προσεύχεται να πεθάνει

Veja também