1 Então, Tobit chamou seu filho e disse-lhe: "Que havemos nós de dar a esse santo homem que te acompanhou?".
2 "Meu pai –, respondeu ele – que gratificação lhe havemos de dar? Que presente poderá igualar os seus benefícios?
3 Ele levou-me e trouxe-me em boa saúde; foi receber o dinheiro de Gabael; fez-me ter uma mulher e afugentou dela o demônio; encheu de alegria os seus pais; livrou-me de ser devorado pelo peixe e fez-te rever a luz do céu; enfim, ele cumulou-nos de toda a sorte de benefícios. Que presente poderia igualar a tudo isso?
4 Rogo-te, meu pai, que lhe peças se digne aceitar a metade de tudo o que trouxemos."
5 Chamaram-no, pois, o pai e o filho e, tomando-o à parte, rogaram-lhe que aceitasse a metade de tudo o que tinham trazido.
6 Então, ele falou-lhes discretamente: "Bendizei o Deus do céu e dai-lhe glória diante de todo o ser vivente, porque ele usou de misericórdia para convosco.
7 Se é bom conservar escondido o segredo do rei, é coisa louvável revelar e publicar as obras de Deus.
8 Boa coisa é a oração acompanhada de jejum e a esmola é preferível aos tesouros de ouro escondidos,
9 porque a esmola livra da morte: ela apaga os pecados e faz encontrar a misericórdia e a vida eterna;
10 aqueles, porém, que praticam a injustiça e o pecado são os seus próprios inimigos.
11 Vou descobrir-vos a verdade, sem nada vos ocultar.
12 Quando tu oravas com lágrimas e enterravas os mortos, quando deixavas a tua refeição e ias ocultar os mortos em tua casa durante o dia, para sepultá-los quando viesse a noite, eu apresentava as tuas orações ao Senhor.
13 Mas porque eras agradável ao Senhor, foi preciso que a tentação te provasse.
14 Agora o Senhor enviou-me para curar-te e livrar do demônio Sara, mulher de teu filho.
15 Eu sou o anjo Rafael, um dos sete que assistimos na presença do Senhor".
16 Ao ouvir essas palavras, eles ficaram fora de si e, tremendo, prostraram-se com o rosto por terra.
17 Mas o anjo disse-lhes: "A paz seja convosco: não temais.
18 Quando eu estava convosco, eu o estava por vontade de Deus: rendei-lhe graças, pois, com cânticos de louvor.
19 Parecia-vos que eu comia e bebia convosco, mas o meu alimento é um manjar invisível e minha bebida não pode ser vista pelos homens.
20 É chegado o tempo de voltar para aquele que me enviou: vós, porém, bendizei a Deus e publicai todas as suas maravilhas".
21 Acabando de dizer essas palavras, desapareceu diante deles e eles não viram mais nada.
22 Durante três horas permaneceram prostrados por terra, bendizendo a Deus. Depois levantaram-se e publicaram todas essas maravilhas.
1 Έπειτα ο Τωβίτ κάλεσε το γιο του τον Τωβία και του είπε: «Φρόντισε, παιδί μου, να δώσεις το μισθό του κι ακόμα παραπάνω στον άνθρωπο που σε συνόδεψε».
2 Εκείνος του απάντησε: «Πατέρα, δε χάνω κι αν ακόμα του δώσω τα μισά από κείνα που έφερα, 3 γιατί με οδήγησε σ’ εσένα σώο και αβλαβή, γιάτρεψε τη γυναίκα μου, μου βρήκε τα χρήματά μου και θεράπευσε κι εσένα».
4 Ο γέροντας είπε: «Του ανήκουν». 5 Τότε ο Τωβίας κάλεσε τον άγγελο και του είπε: «Πάρε τα μισά απ’ όλα τα χρήματα που έφερες». 6 Ο άγγελος όμως τους κάλεσε και τους δυο ιδιαιτέρως και τους είπε:
«Να δοξάσετε το Θεό κι αυτόν να ευχαριστήσετε· τιμήστε τον και διηγηθείτε την καλοσύνη του μπροστά σ’ όλους τους ανθρώπους, για όλα όσα σας έκανε. Αξίζει να δοξάζετε το Θεό και να διακηρύττετε το όνομά του, να φανερώνετε τα έργα του και ποτέ να μην παύετε να τον ευχαριστείτε. 7 Τα μυστικά του βασιλιά είναι καλό να κρατούνται μυστικά, αλλά τα έργα του Θεού πρέπει να φανερώνονται με κάθε επισημότητα.
»Να κάνετε το καλό, και κακό δε θα σας βρει. 8 Καλύτερα να συνοδεύεται η προσευχή με νηστεία, ελεημοσύνες και δικαιοσύνη· καλύτερα να αποκτάς λίγα με τιμιότητα, παρά πολλά με αδικίες· είναι προτιμότερο να κάνεις ελεημοσύνη, παρά να συγκεντρώνεις θησαυρούς. 9 Η ελεημοσύνη σώζει από τον πρόωρο θάνατο και καθαρίζει από κάθε αμαρτία. Αυτοί που κάνουν ελεημοσύνες και δίκαιες πράξεις θα ζήσουν πολλά και ευχάριστα χρόνια· 10 εκείνοι όμως που αμαρτάνουν, λιγοστεύουν τη ζωή τους.
11 »Δε θα σας κρύψω τίποτα. Είπα λοιπόν ότι είναι καλό τα μυστικά του βασιλιά να κρατούνται κρυφά και τα έργα του Θεού να φανερώνονται με κάθε επισημότητα. 12 Και τώρα, όταν προσευχόσουν εσύ Τωβίτ και η νύφη σου η Σάρρα, εγώ έφερνα την προσευχή σας στον άγιο Θεό να τη θυμηθεί· κι όταν εσύ Τωβίτ έθαβες τους νεκρούς, πάλι εγώ σου παραστεκόμουν. 13 Όταν άφηνες το φαγητό σου και σηκωνόσουν να πας να φροντίσεις την ταφή εκείνου του νεκρού κι έκανες το καλό, δεν ξέφευγες από την προσοχή μου· ήμουν εκεί μαζί σου. 14 Και τότε μ’ έστειλε ο Θεός να θεραπεύσω εσένα και τη νύφη σου τη Σάρρα. 15 Εγώ είμαι ο Ραφαήλ,Ραφαήλ. Βλ. υποσ. εις κεφ. 3:17. ένας από τους εφτά αγίους αγγέλους που παρουσιάζονται μπροστά στη δόξα του αγίου Θεού, φέρνοντας σ’ αυτόν τις προσευχές των αγίων».
Αποχαιρετισμός του αγγέλου
16 Τότε ταράχτηκαν κι οι δυο τους και έπεσαν με το πρόσωπο στη γη, γιατί φοβήθηκαν. 17 Ο άγγελος τους είπε: «Μη φοβάστε· να πάτε στο καλό, και πάντα να δοξάζετε το Θεό. 18 Εγώ δεν ήρθα με δική μου θέληση, αλλά επειδή το ήθελε ο Θεός μας· γι’ αυτό πάντα εκείνον να δοξάζετε. 19 Όλο τον καιρό που σας παρουσιαζόμουν δεν έτρωγα τίποτα ούτε έπινα, αλλά εσείς με βλέπατε σαν σε όραμα. 20 Τώρα λοιπόν ευχαριστήστε το Θεό, γιατί εγώ ανεβαίνω σ’ εκείνον που μ’ έστειλε· και όλα όσα έγιναν γράψτε τα σε βιβλίο».
21 Όταν σηκώθηκαν από το έδαφος, δεν είδαν πια το Ραφαήλ. 22 Και διηγούνταν τα μεγάλα και θαυμαστά έργα του Θεού και πώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς ο άγγελος του Κυρίου.