1 Chegaram, pois, à casa de Raguel, que os recebeu cordialmente.
2 Vendo Tobias, Raguel disse a Edna, sua mulher: "Como este jovem é parecido com meu primo".
3 Dito isso, perguntou: "De onde viestes, ó jovens?". Eles responderam: "Somos da tribo de Neftali, dos deportados de Nínive".
4 Raguel prosseguiu: "Conheceis, porventura, o meu primo Tobit?". "Certamente" – responderam.
5 E como Raguel começasse a elogiar Tobit, o anjo disse-lhe: "Esse Tobit de que falas é o pai deste jovem".
6 Raguel lançou-se então ao pescoço de Tobias, beijou-o com lágrimas e disse:
7 "Abençoado sejas, meu filho, porque és filho de um homem de bem!".
8 Edna, sua mulher e Sara, sua filha, tinham também os olhos cheios de lágrimas.
9 Depois que conversaram, Raguel mandou matar um carneiro para preparar um jantar. E quando lhes rogava que tomassem lugar à mesa,
10 Tobias disse-lhe: "Não comerei nem beberei aqui hoje, antes que me tenhas prometido conceder o que te vou pedir: dá-me Sara, tua filha, por mulher".
11 Essas palavras encheram Raguel de espanto, pensando no que tinha acontecido aos sete maridos que se tinham aproximado dela e começou a temer que tal desgraça se repetisse mais uma vez. E como ele hesitasse em dar uma resposta a Tobias,
12 o anjo disse-lhe: "Não temas dar-lhe tua filha, porque é deste piedoso servo de Deus que ela deve ser mulher. Por isso, nenhum outro pôde tê-la".
13 Então, Raguel disse: "Não tenho mais dúvidas de que Deus admitiu em sua presença minhas lágrimas.
14 Estou persuadido de que ele vos fez vir à minha casa unicamente para que minha filha desposasse um seu parente, segundo a Lei de Moisés. Não temas, eu hei de te dar Sara por esposa".
15 E, tomando a mão direita de sua filha, a pôs na de Tobias, dizendo: "Que o Deus de Abraão, o Deus de lsaac, o Deus de Jacó esteja convosco; que ele vos una e derrame sobre vós a sua bênção".
16 Tomou em seguida o papel e redigiram o ato do matrimônio.
17 E celebraram alegremente uma festa, agradecendo a Deus.
18 Raguel chamou Então, sua mulher e mandou-lhe que preparasse outro aposento.
19 Ela introduziu ali Sara, sua filha, e esta se pôs a chorar.
20 Mas ela disse-lhe: "O Senhor do céu te encha de alegria pelos males que tens sofrido".
1 Όταν ήρθαν στα Εκβάτανα και πλησίασαν στο σπίτι του Ραγουήλ, η Σάρρα τους προϋπάντησε και τους χαιρέτησε. Αυτοί την αντιχαιρέτησαν κι εκείνη τους πέρασε στο σπίτι.
2 Ο Ραγουήλ είπε στη γυναίκα του την Έδνα: «Κοίτα πόσο μοιάζει αυτός ο νέος με τον ανιψιό μου τον Τωβίτ!» 3 Μετά τους ρώτησε: «Από πού είστε, συμπατριώτες;» Αυτοί του απάντησαν: «Είμαστε από τους απογόνους του Νεφθαλίμ, που είναι αιχμάλωτοι στη Νινευή».
4 «Γνωρίζετε τον Τωβίτ, το συγγενή μας;» τους ρώτησε. Εκείνοι απάντησαν: «Τον γνωρίζουμε».
5 «Είναι καλά;» τους είπε.
«Ζει και είναι καλά», απάντησαν. Και ο Τωβίας είπε: «Ο Τωβίτ είναι πατέρας μου». 6 Ο Ραγουήλ τότε πετάχτηκε πάνω και τον φίλησε· έκλαψε και τον ευλόγησε μ’ αυτά τα λόγια: «Είσαι λοιπόν γιος του εξαίρετου εκείνου ανθρώπου!» Και όταν άκουσε ότι ο Τωβίτ είχε χάσει το φως του, λυπήθηκε και έκλαψε.
7 Η γυναίκα του η Έδνα και η κόρη του η Σάρρα έκλαψαν κι αυτές και τους πρόσφεραν πρόθυμη φιλοξενία. 8 Έσφαξαν ένα κριάρι από τα πρόβατά τους και τους ετοίμασαν πλούσιο τραπέζι.
Ο Τωβίας ζητάει σε γάμο τη Σάρρα
9 Τότε είπε ο Τωβίας στο Ραφαήλ: «Αδερφέ μου Αζαρία, μίλησε στους ανθρώπους για κείνα που μου έλεγες στο δρόμο κι ας γίνουν όπως τα είπες. 10 Ο Αζαρίας ανακοίνωσε το θέμα στο Ραγουήλ. Τότε ο Ραγουήλ είπε στον Τωβία: «Φάε, πιες κι ευχαριστήσου, γιατί εσύ έχεις το δικαίωμα να πάρεις την κόρη μου· αλλά θα σου φανερώσω όλη την αλήθεια: 11 Πάντρεψα την κόρη μου με εφτά άντρες κι όταν πλάγιαζαν μαζί της, πέθαιναν την ίδια νύχτα· για την ώρα όμως απόλαυσε το φαγητό σου».
12 Ο Τωβίας είπε: «Δε θα φάω τίποτα εδώ, μέχρις ότου κλείσετε τη συμφωνία μαζί μου». Ο Ραγουήλ είπε: «Σύμφωνοι! Πάρ’ την από τώρα γυναίκα σου, όπως αποφάσισες. Εσύ είσαι συγγενής της, σου ανήκει· κι ο σπλαχνικός Θεός θα σας βοηθήσει να προκόψετε με το παραπάνω».
13 Έπειτα κάλεσε την κόρη του τη Σάρρα, την πήρε από το χέρι και την παρέδωσε στον Τωβία για γυναίκα του λέγοντας: «Πάρε την, σύμφωνα με το νόμο του Μωυσή, και πήγαινέ την στον πατέρα σου». Και τους ευλόγησε. 14 Φώναξε και τη γυναίκα του την Έδνα, πήρε ένα χαρτί, έγραψε το συμβόλαιο και το σφράγισαν. Ύστερα άρχισαν να τρώνε.
15 Στη συνέχεια ο Ραγουήλ κάλεσε τη γυναίκα του και της είπε: «Ετοίμασε, καλή μου, το άλλο δωμάτιο και οδήγησε μέσα την κόρη μας». 16 Εκείνη έκανε όπως της είπε ο άντρας της κι έφερε την κόρη της στο δωμάτιο. Όταν η κοπέλα άρχισε να κλαίει, η Έδνα κατάλαβε γιατί έκλαιγε η κόρη της και της είπε: 17 «Θάρρος, παιδί μου· μακάρι ο Κύριος του ουρανού και της γης να σου δώσει χαρά σ’ αυτή σου τη λύπη· θάρρος, κόρη μου».