1 Tobit, então, suspirando em meio de suas lágrimas, pôs-se a orar:
2 "Vós sois justo, Senhor! Vossos juízos são cheios de equidade e vossa conduta é toda misericórdia, verdade e justiça.
3 Lembrai-vos, pois, de mim, Senhor! Não me castigueis por meus pecados e não guardeis a memória de minhas ofensas, nem das de meus antepassados.
4 Se fomos entregues à pilhagem, ao cativeiro e à morte e se nos temos tornado objeto de mofa e de riso para os pagãos entre os quais nos dispersastes, é porque não obedecemos às vossas leis.
5 Agora os vossos castigos são grandes, porque não procedemos segundo os vossos preceitos e temos sido leais para convosco.
6 Tratai-me, pois, ó Senhor, como vos aprouver; mas recebei a minha alma em paz, porque me é melhor morrer que viver".
7 Aconteceu que, precisamente naquele dia, Sara, filha de Raguel, em Ecbátana, na Média, teve também de suportar os ultrajes de uma serva de seu pai.
8 Ela tinha sido dada sucessivamente a sete maridos. Mas logo que eles se aproximavam dela, um demônio chamado Asmodeu os matava.
9 Tendo Sara repreendido a jovem criada por alguma falta, esta respondeu-lhe: "Não vejamos jamais filho nem filha nascidos de ti sobre a terra! Foste tu que assassinaste os teus maridos.
10 Queres, porventura, matar-me, como mataste todos os sete?". Ouvindo isso, Sara subiu ao seu quarto e lá ficou três dias completos, sem comer nem beber.
11 E, orando com fervor, ela suplicava a Deus, chorando, que a livrasse dessa humilhação.
12 Ao terceiro dia, acabou sua oração, bendizendo o Senhor desta forma:
13 "Deus de nossos pais, que vosso nome seja bendito. Vós, que depois de vos irardes, usais de misericórdia e no meio da tribulação perdoais os pecados aos que vos invocam.
14 Volto-me para vós, ó Senhor, para vós levanto os meus olhos.
15 Rogo-vos, Senhor, que me livreis dos laços deste opróbrio, ou então que me tireis de sobre a terra!
16 Vós sabeis que eu nunca desejei homem algum e que guardei minha alma pura de todo o mau desejo.
17 Nunca frequentei lugares de prazer nem tive comércio com pessoas levianas.
18 E se consenti em casar-me, foi por vosso temor e não por paixão.
19 Foi, sem dúvida, porque eu não era digna deles; ou, talvez, não eram eles dignos de mim; ou, então, me destinastes a outro homem.
20 Não está nas mãos do homem penetrar os vossos desígnios.
21 Mas todo aquele que vos honra tem a certeza de que sua vida, se for provada, será coroada; que depois da tribulação haverá a libertação e que, se houver castigo, haverá também acesso à vossa misericórdia.
22 Porque vós não vos comprazeis em nossa perda: após a tempestade, mandais a bonança; depois das lágrimas e dos gemidos, derramais a alegria.
23 Ó Deus de Israel, que o vosso nome seja eternamente bendito!".
24 Essas duas orações foram ouvidas ao mesmo tempo, diante da glória do Deus Altíssimo;
25 e um santo anjo do Senhor, Rafael, foi enviado para curar Tobit e Sara, cujas preces tinham sido simultaneamente dirigidas ao Senhor.
1 Τότε εγώ λυπήθηκα, έκλαψα και προσευχήθηκα με πόνο: 2 «Δίκαιος είσαι Κύριε», είπα· «όλα τα έργα σου και οι νόμοι σου έλεος είναι και πιστότητα, κι εσύ με κρίση αληθινή και δίκαιη κρίνεις αιώνια. 3 Μη με ξεχάσεις και βοήθησέ με· για τ’ αμαρτήματά μου μη με τιμωρήσεις, ούτε για τα δικά μου και των προγόνων μου τα παραπτώματα, που πράξαμε απέναντί σου, 4 παρακούοντας τις εντολές σου. Γι’ αυτό και στη λεηλασία μάς παρέδωσες και στην αιχμαλωσία και στο θάνατο· εγίναμε ντροπής παράδειγμα σ’ όλα τα έθνη όπου σκορπιστήκαμε. 5 Είναι πολλές, λοιπόν, και δίκαιες οι κρίσεις σου εναντίον μου για τα δικά μου και των προγόνων μου τα αμαρτήματα, γιατί δεν εφαρμόσαμε τις εντολές σου και δε σε ακολουθήσαμε πιστά. 6 Και τώρα, ό,τι σ’ αρέσει κάνε μου· πρόσταξε από μέσα μου να φύγει η ζωογόνος δύναμη, για να πεθάνω και να γίνω χώμα. Καλύτερα είναι να πεθάνω παρά να ζω, γιατί με ψέματα, άδικα με κατηγόρησαν και έχω μεγάλη στενοχώρια· διάταξε λοιπόν ν’ απαλλαγώ πια απ’ τη θλίψη ετούτη στον τόπο τον αιώνιο· και μη με αποστραφείς».
Η μεγάλη στενοχώρια της Σάρρας
7 Την ίδια μέραΠροφανώς από το σημείο αυτό και κάτω συνεχίζει κάποιος ανώνυμος αφηγητής και όχι πια ο ίδιος ο Τωβίτ. στα Εκβάτανα της Μηδίας, συνέβη στην κόρη του Ραγουήλ, τη Σάρρα, να την περιπαίξουν κι αυτήν κάποιες δούλες του πατέρα της, 8 γιατί η Σάρρα είχε παντρευτεί εφτά άντρες, αλλά ο Ασμοδαίος,Ασμοδαίος. Ομόηχη εβραϊκής λ. που σημαίνει «Απολλύων». αυτό το πονηρό πνεύμα, σκότωνε κάθε φορά τον άντρα της πριν πλαγιάσει μαζί της, όπως πλαγιάζει κάθε σύζυγος με τη γυναίκα του. «Δεν καταλαβαίνεις», της έλεγαν, «ότι εσύ πνίγεις τους άντρες σου; Εφτά είχες και δεν πήρες το όνομα κανενός απ’ αυτούς. 9 Γιατί μας παιδεύεις; Αφού πέθαναν, άντε κι εσύ καλύτερα μαζί τους, να μη δούμε ποτέ γιο ή κόρη από σένα».
10 Εκείνη όταν άκουσε αυτά τα λόγια, τόσο πολύ στενοχωρήθηκε, που αποφάσισε να πάει να κρεμαστεί. Ξαφνικά όμως σκέφτηκε: «Είμαι μοναχοπαίδι του πατέρα μου· αν κάνω κάτι τέτοιο θα τον ντροπιάσω, και η μεγάλη θλίψη τώρα στα γεράματα θα τον στείλει στον άδη».
Η Σάρρα προσεύχεται να πεθάνει
11 Η Σάρρα γύρισε προς το παράθυροπρος το παράθυρο. Πιθανώς υπονοείται το παράθυρο που έβλεπε μακριά προς την Ιερουσαλήμ. και προσευχήθηκε μ’ αυτά τα λόγια: «Δοξασμένος να ’σαι Κύριε, Θεέ μου, κι ευλογημένο το άγιο και ένδοξο όνομά σου για πάντα· ας σε δοξολογούν όλα τα έργα σου αιώνια! 12 Τώρα, Κύριε, σ’ εσένα στράφηκα για βοήθεια. 13 Πρόσταξέ με να φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο για να μην ακούω πια τους χλευασμούς. 14 Εσύ το ξέρεις, Κύριε, πως είμαι αγνή παρθένα, 15 και δεν έχω ντροπιάσει το όνομά μου ούτε το όνομα του πατέρα μου στη χώρα αυτή που έχω εξορισθεί. Είμαι μοναχοκόρη του πατέρα μου· δεν έχει άλλο παιδί να τον κληρονομήσει, ούτε κανένα συγγενή ή αδερφό για να τον παντρευτώ. Δεν υπάρχει πια λόγος να ζω· έχασα και τους εφτά άντρες μου. Αν δεν σου φαίνεται καλό να με αφήσεις να πεθάνω, πρόσταξε τουλάχιστον να ενδιαφερθεί για μένα κάποιος και να με σπλαχνιστεί, για να μην ακούω πια τις κοροϊδίες του κόσμου».
Ο Θεός προετοιμάζει τη σωτηρία
16 Οι προσευχές του Τωβίτ και της Σάρρας εισακούστηκαν από τον ένδοξο και μεγάλο Θεό, 17 κι έστειλε τον αρχάγγελο Ραφαήλ να θεραπεύσει και τους δυο: Να αφαιρέσει τα λευκά στίγματα από τα μάτια του Τωβίτ, και να δώσει γυναίκα στον Τωβία, γιο του Τωβίτ, τη Σάρρα, κόρη του Ραγουήλ, δένοντας τον Ασμοδαίο, το κακό πνεύμα, γιατί στον Τωβία ταίριαζε να πάρει τη Σάρρα γυναίκα του.Το όνομα Ραφαήλ (βλ. και 5:4) σημαίνει «Ο Θεός πολεμάει». – Για το όνομα Ασμοδαίος βλ. υποσ. εις κεφ. 3:8.
Την ίδια ώρα που επέστρεψε ο Τωβίτ και μπήκε στο σπίτι του κατέβηκε και η Σάρρα, κόρη του Ραγουήλ, από το ανώγειο του σπιτιού της κάτω.