1 Το Πνεύμα με σήκωσε και με έφερε στην ανατολική πύλη του ναού του Κυρίου. Εκεί μπροστά στην πύλη ήταν είκοσι άντρες, ανάμεσα στους οποίους είδα δύο από τους άρχοντες του λαού: τον Ιααζονία, γιο του Αζζούρ και τον Πελατία, γιο του Βεναΐα. 2 Ο Κύριος μου είπε: «Άνθρωπε, αυτοί είναι οι άντρες που σχεδιάζουν τις αδικίες και δίνουν πονηρές συμβουλές σ’ αυτή την πόλη. 3 Λένε: "ποιος είπε ότι δεν είναι καιρός πια να χτίζουμε σπίτια; Αυτή η πόλη είναι το καζάνι και μέσα είμαστε εμείς το κρέας".ποιος... κρέας. Εκφράσεις που η ακριβής έννοιά τους είναι άγνωστη. Πιθανώς το όλο πνεύμα τους είναι ότι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ προτιμούν να μείνουν ασφαλείς μέσα στην πόλη, παρά να εκτοπισθούν.4 Γι’ αυτό προφήτεψε εναντίον τους, προφήτεψε, άνθρωπε!»
5 Τότε το Πνεύμα ήρθε πάνω μου κι ο Κύριος μου είπε: «Πες στους Ισραηλίτες τα εξής: "ακούστε τι λέει ο Κύριος: Γνωρίζω τι σκέφτεστε και τι σχεδιάζετε. 6 Τόσα είναι τα φονικά σας στην πόλη, που οι δρόμοι της είναι γεμάτοι πτώματα. 7,8 Γι’ αυτό εγώ, ο Κύριος ο Θεός, λέω: Η πόλη είναι το καζάνι, αλλά το κρέας μέσα σ’ αυτό είναι οι σκοτωμένοι, που τους έχετε ξαπλώσει στο μέσον της πόλης. Αφού φοβάστε τον πόλεμο, εγώ θα τον στρέψω εναντίον σας και θα σας διώξω μέσ’ από την πόλη. Εγώ ο Κύριος το λέω. 9,10 Θα σας διώξω από την πόλη και θα σας παραδώσω στην εξουσία των ξένων. Έτσι θα εκτελέσω την απόφασή μου εναντίον σας. Θα εκτελέσω την κρίση μου εναντίον σας και θα πέσετε νεκροί στον πόλεμο μέσα στα σύνορα του Ισραήλ. Έτσι θα μάθετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος. 11 Δε θα είστε προφυλαγμένοι στην πόλη, όπως το κρέας στο καζάνι, αλλά θα σας τιμωρήσω οπουδήποτε θα βρίσκεστε μέσα στα σύνορα του Ισραήλ. 12 Τότε θα μάθετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος που τους νόμους του δεν τους τηρήσατε και τις προσταγές του δεν τις εκτελέσατε· τηρήσατε τα έθιμα των εθνών που είναι γύρω σας"».
13 Ενώ εγώ προφήτευα, πέθανε ο Πελατίας, γιος του Βεναΐα. Τότε έπεσα με το πρόσωπο στη γη και φώναξα: «Αχ, Κύριε Θεέ, σκοπεύεις, δηλαδή, να εξοντώσεις όλους όσους απέμειναν από τους Ισραηλίτες;»
14 Τότε ο Κύριος μου απάντησε: 15 «Άνθρωπε, οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ λένε για όλους τους Ισραηλίτες που πήγαν στην αιχμαλωσία μαζί σου, τους συμπατριώτες σου, τους αδερφούς σου: "άστους να μείνουν μακριά από την παρουσία του Κυρίου· τώρα εμείς κατέχουμε αυτή τη χώρα". 16 Πες, λοιπόν, στους συναιχμαλώτους σου: "ο Κύριος ο Θεός λέει: Πράγματι, εγώ σας έστειλα μακριά ανάμεσα στα έθνη και σας σκόρπισα στις ξένες χώρες· και σ’ εκείνες τις χώρες που βρεθήκατε, εγώ ήμουν ανάμεσά σας σαν να βρισκόμουν μέσα σε αγιαστήριο. 17 Εγώ, όμως, ο Κύριος ο Θεός, θα τους συνάξω μέσα από τους λαούς, θα τους συγκεντρώσω μέσα από τις χώρες όπου είχαν διασκορπιστεί και θα τους ξαναδώσω τη χώρα του Ισραήλ. 18 Όταν θα ’ρθουν εκεί θ’ απομακρύνουν όλα τα είδωλά τους και όλες τις μισητές πράξεις τους. 19 Θα τους δώσω νέα καρδιά και θα βάλω μέσα τους νέο πνεύμα· θα αφαιρέσω από το σώμα τους την πέτρινη καρδιά και θα τους δώσω καρδιά ζωντανή, 20 για να ζουν σύμφωνα με τους νόμους μου και να τηρούν τις εντολές μου και να τις εφαρμόζουν. Αυτοί θα είναι λαός μου κι εγώ θα είμαι Θεός τους. 21 Αλλά σ’ εκείνους που η καρδιά τους είναι κολλημένη στα είδωλά τους και στις βδελυρές πράξεις τους, θα τους ανταποδώσω σύμφωνα με αυτές τις πράξεις τους. Εγώ ο Κύριος, ο Θεός, το λέω"».
22 Τότε τα χερουβίμ, που πάνω τους ήταν η δόξα του Θεού του Ισραήλ, άνοιξαν τα φτερά τους και οι τροχοί κινήθηκαν μαζί τους. 23 Έτσι η δόξα του Κυρίου έφυγε από την πόλη και στάθηκε στο βουνό που είναι στ’ ανατολικά της. 24 Το Πνεύμα του Θεού με σήκωσε και μ’ έφερε μέσα σε όραμα στη χώρα της Βαβυλώνας, στους αιχμαλώτους. Τότε το όραμα έφυγε από μένα. 25 Κι εγώ είπα στους αιχμαλώτους όλα εκείνα τα πράγματα που μου είχε δείξει ο Κύριος.
1 Poi lo Spirito mi portò in alto e mi condusse alla porta orientale della casa dell’Eterno che guarda verso oriente; ed ecco, all’ingresso della porta, venticinque uomini; in mezzo a essi vidi Iaazania, figlio di Azzur, e Pelatia, figlio di Benaia, capi del popolo. 2 L’Eterno mi disse: "Figlio d’uomo, questi sono gli uomini che tramano il male e danno cattivi consigli in questa città. 3 Essi dicono: ‘Il tempo non è così vicino! Costruiamo pure delle case! Questa città è la pentola e noi siamo la carne’. 4 Perciò profetizza contro di loro, profetizza, figlio d’uomo!". 5 Lo Spirito dell’Eterno cadde su di me e mi disse: "Di’: Così parla l’Eterno: ‘Voi parlate in quel modo, o casa d’Israele, e io conosco le cose che vi passano per la mente. 6 Voi avete moltiplicato i vostri omicidi in questa città e ne avete riempito di uccisi le strade’. 7 Perciò così parla il Signore, l’Eterno: ‘I vostri morti, che avete steso in mezzo a questa città, sono la carne e la città è la pentola; ma voi ne sarete portati fuori. 8 Voi avete paura della spada e io farò venire su di voi la spada’, dice il Signore, l’Eterno. 9 ‘Io vi farò uscire fuori dalla città e vi darò in mano di stranieri; eseguirò su di voi i miei giudizi. 10 Voi cadrete per la spada, io vi giudicherò sulle frontiere d’Israele e voi conoscerete che io sono l’Eterno. 11 Questa città non sarà per voi una pentola e voi non sarete in mezzo a lei la carne; io vi giudicherò sulle frontiere d’Israele; 12 voi conoscerete che io sono l’Eterno, del quale non avete seguito le prescrizioni, né messo in pratica le leggi, ma avete agito secondo le leggi delle nazioni che vi circondano’". 13 Mentre io profetizzavo, Pelatia, figlio di Benaia, morì; io mi gettai con la faccia a terra e gridai ad alta voce: "Ahimè, Signore, Eterno, farai tu una completa distruzione di quello che rimane d’Israele?". 14 La parola dell’Eterno mi fu rivolta in questi termini: 15 "Figlio d’uomo, i tuoi fratelli, gli uomini della tua famiglia e tutta quanta la casa d’Israele sono quelli ai quali gli abitanti di Gerusalemme hanno detto: ‘Statevene lontani dall’Eterno! a noi è dato il possesso del paese’. 16 Perciò di’: Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Sebbene io li abbia allontanati fra le nazioni e li abbia dispersi per i paesi, io sarò per loro, per qualche tempo, un santuario nei paesi dove sono andati’. 17 Perciò di’: Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Io vi raccoglierò fra i popoli, vi radunerò dai paesi dove siete stati dispersi e vi darò il suolo d’Israele. 18 Quelli vi giungeranno e ne toglieranno via tutte le cose esecrande e tutte le abominazioni. 19 Io darò loro uno stesso cuore, metterò dentro di loro un nuovo spirito, toglierò via dal loro corpo il cuore di pietra e darò loro un cuore di carne, 20 perché camminino secondo le mie prescrizioni, osservino le mie leggi e le mettano in pratica; essi saranno il mio popolo e io sarò il loro Dio. 21 Ma quanto a quelli il cui cuore segue l’affetto che hanno per le loro cose esecrande e per le loro abominazioni, io farò ricadere sul loro capo la loro condotta’, dice il Signore, l’Eterno". 22 Poi i cherubini spiegarono le loro ali e le ruote si mossero accanto a loro; la gloria del Dio d’Israele stava su di loro, in alto. 23 La gloria dell’Eterno si innalzò in mezzo alla città e si fermò sul monte che è a oriente della città. 24 Lo Spirito mi portò in alto e mi condusse in Caldea presso i deportati, in visione, mediante lo Spirito di Dio; la visione che avevo avuto scomparve davanti a me; 25 io riferii ai deportati tutte le parole che l’Eterno mi aveva dette in visione.