1 Ο Κύριος μου είπε: 2 «Εσύ άνθρωπε,άνθρωπε. Βλ. υποσ. εις κεφ. 2:1. πες στο βασιλιά της Τύρου: "άκου τι λέει για σένα ο Κύριος, ο Θεός: Περηφανεύτηκες και ισχυρίστηκες πως είσαι θεός, κι ότι κάθεσαι στο θρόνο του Θεού μες στην καρδιά των θαλασσών· ενώ είσαι ένας απλός άνθρωπος κι όχι θεός κι ας θεωρείς εσύ τον εαυτό σου σοφό σαν το Θεό. 3 Θαρρείς πως είσαι από το ΔανιήλΔανιήλ. Βλ. υποσ. εις κεφ. 14:14. σοφότερος και πως κανένα μυστικό δεν κρύβεται από σένα! 4 Με τη σοφία σου και τη σύνεσή σου πλούτη απέκτησες και μάζεψες χρυσάφι και ασήμι στα θησαυροφυλάκιά σου. 5 Με τη μεγάλη εμπορική σου ικανότητα αύξησες τον πλούτο σου και η καρδιά σου περηφανεύτηκε γι’ αυτόν. 6 Θεώρησες τον εαυτό σου σοφό σαν το Θεό· γι’ αυτό εγώ ο Κύριος, ο Θεός, λέω:
7 Θα φέρω εναντίον σου ξένους, τα πιο φοβερά έθνη, που θα κομματιάσουν τα επιτεύγματα της αξιοθαύμαστης σοφίας σου, και θα κηλιδώσουν τη λαμπρότητά σου. 8 Όταν με βίαιο θάνατο θα πεθάνεις, θα σε κατεβάσουν στον άδη, στην καρδιά των θαλασσών. 9 Θα ισχυρίζεσαι ακόμα τότε μπροστά στους φονιάδες σου πως είσαι θεός; Μα στα χέρια των φονιάδων σου θα είσαι άνθρωπος κι όχι θεός! 10 Ξένοι θα σε σκοτώσουν και θα ’χεις θάνατο επαίσχυντο. Κι αυτό, γιατί εγώ το διέταξα, ο Κύριος ο Θεός"».
11 Μου είπε πάλι ο Κύριος: 12 «Εσύ άνθρωπε, τόνισε για το βασιλιά της Τύρου θρηνητικό τραγούδι και πες του: "άκου τι έχει να σου πει ο Κύριος ο Θεός: Εσύ ήσουν υπόδειγμα τελειότητας, με τη μεγάλη σου σοφία και την ασύγκριτη ομορφιά σου. 13 Ζούσες στην Εδέμ, στον κήπο του Θεού κι ήσουν ντυμένος πλήθος λίθους πολύτιμους: ρουμπίνια, τοπάζια, διαμάντια, όνυχα, βήρυλλο και ίασπι, ζαφείρια, γρανάτες και σμαράγδια· και το χρυσάφι ήταν κεντημένο πάνω στο στήθος σου. Τη μέρα που δημιουργήθηκες όλα αυτά είχαν κιόλας ετοιμαστεί. 14 Σε είχα βάλει φύλακα χερούβ στο άγιο μου όρος και περπατούσες ανάμεσα σε λαμπερά πετράδια.
15 "Ήσουν τέλειος στη συμπεριφορά σου από την ημέρα που πλάστηκες, ωσότου αμάρτησες. 16 Με το δραστήριο εμπόριό σου οδηγήθηκες στη βία και στην αδικία. Γι’ αυτό κι εγώ σε πέταξα σαν μολυσμένο πράγμα από το όρος μου, φύλακα χερούβ, σε έσπρωξα μέσα από τα πολύτιμα πετράδια σου στην καταστροφή. 17 Επειδή ήσουν όμορφος περηφανεύτηκες· επειδή ήσουν δοξασμένος η σοφία σου διαφθάρηκε. Γι’ αυτό σε πέταξα στη γη και σε παρέδωσα στην κοινή θέα των άλλων βασιλιάδων.
18 "Με τις πολλές παρανομίες που έκανες στο εμπόριό σου, μόλυνες τους τόπους της λατρείας σου. Γι’ αυτό έβαλα φωτιά στην πόλη σου για να καταστραφείς και να γίνεις στάχτη πάνω στη γη, μπροστά στην κοινή θέα. 19 Όλοι όσοι σε γνώριζαν ανάμεσα στα έθνη τρόμαξαν με το κατάντημά σου· έφτασες σε τέλος φοβερό κι εκεί θα μείνεις για πάντα"».
20 Ο Κύριος μου είπε: 21 «Εσύ άνθρωπε, κοίτα προς τη Σιδώνα και προφήτεψε εναντίον της. 22 Πες της: "άκου τι έχει να σου πει ο Κύριος ο Θεός: Είμαι εναντίον σου, Σιδώνα, και θα σου δείξω τη δύναμή μου. Θα σε κρίνω και θα σου φανερώσω την αγιότητά μου. Έτσι οι κάτοικοί σου θα μάθουν ότι εγώ είμαι ο Κύριος. 23 Θα σου στείλω αρρώστια και οι δρόμοι σου θα γεμίσουν πτώματα. Θα σου επιτεθούν απ’ όλες τις μεριές και οι κάτοικοί σου θα παραδοθούν στη σφαγή. Τότε όλοι θα μάθουν ότι εγώ είμαι ο Κύριος"».
24 Ο Κύριος, ο Θεός λέει: «Δε θα υπάρξει πια για τους Ισραηλίτες αγκαθερός θάμνος να τους πληγώνει, ούτε αγκάθιαγκαθερός θάμνος...αγκάθι. Ενοούνται οι εχθροί του λαού Ισραήλ. να τους αγκυλώνει ανάμεσα σ’ όλους τους γειτονικούς λαούς, που άλλοτε βλέπαν τους Ισραηλίτες με περιφρόνηση. Θα μάθουν όλοι, λοιπόν, ότι εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός. 25 Θα συγκεντρώσω τους Ισραηλίτες από τα έθνη, που ανάμεσά τους είναι σκορπισμένοι, θα φανερώσω σ’ αυτούς την αγιότητά μου, μπροστά στα μάτια των εθνών, και θα εγκατασταθούν στη χώρα τους, που την έδωσα στους απογόνους του δούλου μου του Ιακώβ. 26 Θα κατοικούν σ’ αυτήν με ασφάλεια, θα χτίζουν σπίτια και θα φυτεύουν αμπέλια. Θα τιμωρήσω όμως όλους τους γειτονικούς λαούς, που τους συμπεριφέρθηκαν με περιφρόνηση. Τότε οι Ισραηλίτες, θα μάθουν ότι εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός τους».
1 La parola dell’Eterno mi fu rivolta in questi termini: 2 "Figlio d’uomo, di’ al principe di Tiro: Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Il tuo cuore si è insuperbito, e tu dici: Io sono un dio! Io sto seduto sopra un trono di Dio nel cuore dei mari! mentre sei un uomo non un dio, sebbene tu ti faccia un cuore simile al cuore di un dio. 3 Ecco, tu sei più saggio di Daniele, nessun mistero è oscuro per te; 4 con la tua saggezza e con la tua intelligenza ti sei procurato ricchezza, hai ammassato oro e argento nei tuoi tesori; 5 con la tua grande saggezza e con il tuo commercio hai accresciuto le tue ricchezze, e a causa delle tue ricchezze il tuo cuore si è insuperbito’. 6 Perciò così parla il Signore, l’Eterno: ‘Poiché tu hai uguagliato il tuo cuore al cuore di Dio, 7 ecco, io faccio venire contro di te degli stranieri, i più violenti fra le nazioni; essi sguaineranno le loro spade contro lo splendore della tua saggezza e contamineranno la tua bellezza; 8 ti trascineranno giù nella fossa, e tu morirai della morte di quelli che sono trafitti nel cuore dei mari. 9 Continuerai forse a dire: ‘Io sono un Dio’, in presenza di colui che ti ucciderà? Sarai un uomo e non un Dio nelle mani di chi ti trafiggerà! 10 Tu morirai della morte degli incirconcisi, per mano di stranieri; poiché io ho parlato’, dice il Signore, l’Eterno".
11 La parola dell’Eterno mi fu rivolta in questi termini: 12 "Figlio d’uomo, pronuncia una lamentazione sul re di Tiro, e digli: Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Tu mettevi il sigillo alla perfezione, eri pieno di saggezza, di una bellezza perfetta; 13 eri in Eden il giardino di Dio; eri coperto di ogni sorta di pietre preziose: rubini, topazi, diamanti, crisoliti, onici, diaspri, zaffiri, carbonchi, smeraldi, oro; tamburi e flauti erano al tuo servizio, preparati nel giorno che fosti creato. 14 Eri un cherubino dalle ali distese, un protettore. Io ti avevo stabilito, tu stavi sul monte santo di Dio, camminavi in mezzo a pietre di fuoco. 15 Tu fosti perfetto nelle tue vie dal giorno che fosti creato, finché non si trovò in te la perversità. 16 Per l’abbondanza del tuo commercio, tutto in te si è riempito di violenza, e tu hai peccato; perciò io ti caccio via come un profano dal monte di Dio e ti farò sparire, o cherubino protettore, di mezzo alle pietre di fuoco. 17 Il tuo cuore si è insuperbito per la tua bellezza; tu hai corrotto la tua saggezza a causa del tuo splendore; io ti getto a terra, ti do in spettacolo ai re. 18 Con la moltitudine delle tue iniquità, con la disonestà del tuo commercio, tu hai profanato i tuoi santuari; io faccio uscire in mezzo a te un fuoco che ti divori e ti riduco in cenere sulla terra, alla presenza di tutti quelli che ti guardano. 19 Tutti quelli che ti conoscevano fra i popoli restano stupefatti al vederti; tu sei diventato oggetto di terrore e non esisterai mai più’".
20 La parola dell’Eterno mi fu rivolta in questi termini: 21 "Figlio d’uomo, volgi la faccia verso Sidone, profetizza contro di lei, 22 e di’: Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Eccomi contro di te, o Sidone! Io mi glorificherò in mezzo di te: si conoscerà che io sono l’Eterno, quando avrò eseguito i miei giudizi contro di lei, e mi sarò santificato in lei. 23 Io manderò contro di lei la peste e ci sarà del sangue nelle sue strade; in mezzo a essa cadranno gli uccisi dalla spada, che piomberà su di lei da tutte le parti; si conoscerà che io sono l’Eterno. 24 Non ci sarà più per la casa d’Israele né spina pungente né rovo irritante fra tutti i suoi vicini che la disprezzano; si conoscerà che io sono il Signore, l’Eterno’. 25 Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Quando avrò raccolto la casa d’Israele di mezzo ai popoli fra i quali essa è dispersa, io mi santificherò in loro in presenza delle nazioni, ed essi abiteranno il loro paese che io ho dato al mio servo Giacobbe; 26 vi abiteranno al sicuro; costruiranno case e pianteranno vigne; abiteranno al sicuro, quando io avrò eseguito i miei giudizi su tutti quelli che li circondano e li disprezzano; e conosceranno che io sono l’Eterno, il loro Dio’".