1 Ο Κύριος μου είπε: 2 «Εσύ, άνθρωπε,Εσύ, άνθρωπε. Βλ. υποσ. εις κεφ. 2:1. δείξε στην Ιερουσαλήμ πόσο βδελυρές είναι οι πράξεις της. 3 Πες της: "ο Κύριος, ο Θεός, λέει για σένα: Εσύ είσαι Χαναναία και απ’ την καταγωγή σου και απ’ τη γέννησή σου· ο πατέρας σου ήταν Αμορραίος και η μητέρα σου Χετταία.Χαναναία...Αμορραίος...Χετταία. Πριν πέσει στα χέρια των Ισραηλιτών και καθιερωθεί μετά από το Δαβίδ πρωτεύουσα του κράτους, η Ιερουσαλήμ κατοικείτο από Ιεβουσαίους (Ιησ 15:62). Ο Ιεζεκιήλ επιμένει στη μη ισραηλιτική προϊστορία της Ιερουσαλήμ (βλ. Γεν 10:15-17).4 Τη μέρα που γεννήθηκες δεν σού ’κοψαν τον ομφάλιο λώρο ούτε σε πλύναν’ με νερό για να σε καθαρίσουν, δε σ’ έτριψαν με αλάτι ούτε σε δέσαν’ με φασκιές. 5 Κανείς δεν σε λυπήθηκε να κάνει κάτι απ’ όλα αυτά, αλλά σε πέταξαν μες στα χωράφια, όταν γεννήθηκες, χωρίς για τη ζωή σου να νοιαστούν.
6 "Εγώ πέρασα από κοντά σου, σε είδα να κυλιέσαι μες στο αίμα σου, κι έτσι, στην κατάσταση που βρισκόσουνα, σου είπα: Πάρε ζωή! 7 Και σ’ έκανα να μεγαλώσεις σαν το χορτάρι στον αγρό. Κι εσύ ψήλωσες κι έγινες πανέμορφη. Σχηματίστηκαν οι μαστοί σου και τα μαλλιά σου μάκρυναν· ήσουν όμως γυμνή κι ασκέπαστη.
8 "Ξαναπέρασα από κοντά σου κι είδα πως ήσουν στην ηλικία της παντρειάς. Τότε άπλωσα το μανδύα μου πάνω σουάπλωσα... πάνω σου. Συμβολική πράξη αποδοχής μιας γυναίκας ως συζύγου (πρβλ. Ρουθ 3:9). και σκέπασα τη γυμνότητά σου· σου υποσχέθηκα πίστη κι έκανα εγώ ο Κύριος, ο Θεός, μαζί σου συμφωνία.συμφωνία. Νοείται όχι μόνο συμφωνία προστασίας αλλά και γάμου. Μετά τον προφήτη Ωσηέ, η εικόνα του γάμου χρησιμοποιείται συχνά για να περιγραφεί η σχέση του Θεού με το λαό Ισραήλ (βλ. Ησ 54:4-8· Ιερ 2:2...) Έτσι έγινες δική μου.
9 "Έπειτα σ’ έπλυνα με νερό, σε καθάρισα από τα αίματα και σε άλειψα με λάδι. 10 Σ’ έντυσα με πολύχρωμα υφαντά φορέματα και σου φόρεσα σανδάλια καμωμένα από το πιο μαλακό δέρμα· έζωσα τη μέση σου με ωραίο λινό και σε σκέπασα με μεταξωτό μανδύα. 11 Σε στόλισα με κοσμήματα: βραχιόλια έβαλα στα μπράτσα σου και περιδέραιο στο λαιμό σου, 12 κρίκο στη μύτη σου, στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια και στέμμα ατίμητο πάνω στο κεφάλι σου. 13 Έτσι στολίστηκες με μάλαμα κι ασήμι και ντύθηκες μες στα λινά και μες στα μεταξένια και στα πολύχρωμα υφαντά. Έφαγες πίτα από σιμιγδάλι, μέλι και λάδι. Έγινες πανέμορφη, άξια να βασιλέψεις.Η Ιερουσαλήμ είχε υπάρξει η κατ’ εξοχήν βασιλική πόλη (βλ. Α΄ Βασ 11:36 και 15:4).14 Η φήμη σου απλώθηκε στα έθνη εξαιτίας της ομορφιάς σου· ήτανε τέλεια, χάρη στη λάμψη που σου χάρισα", λέει ο Κύριος, ο Θεός».
15 «"Εσύ όμως, εκμεταλλεύτηκες την ομορφιά που σου χάρισα και τη φήμη σου και πήγες κι έγινες πόρνη. Μες στην ακολασία βουτήχτηκες και δόθηκες χωρίς φραγμό στον κάθε τυχαίο διαβάτη. 16 Διάλεξες τα πιο λαμπερόχρωμα φορέματά σου και τ’ άπλωσες στους δικούς σου ιερούς τόπους· τους στόλισες μ’ αυτά κι εκεί απάνω πόρνεψες.Η ΠΔ συχνά χρησιμοποιεί την εικόνα της πορνείας για να περιγράψει τη λατρεία των ειδώλων (βλ. Εξ 34:15· Ωσ 2:4...) Τέτοια πράγματα δεν θα ’πρεπε να είχαν συμβεί. 17 Πήρες και τα λαμπερά, χρυσά και ασημένια κοσμήματα που σου είχα δώσει και μ’ αυτά έκανες ομοιώματα αντρών και μαζί τους με απάτησες. 18 Πήρες τα πολύχρωμα υφαντά φορέματά σου και σκέπασες αυτά τα είδωλα και πρόσφερες σ’ αυτά το λάδι μου και το θυμίαμά μου. 19 Τους πρόσφερες για ευχάριστη μυρωδιά την τροφή που εγώ σου είχα δώσει, την πίτα την καμωμένη από σιμιγδάλι, λάδι και μέλι, που μ’ αυτά εγώ σε είχα θρέψει. Δυστυχώς, έτσι έγινε", λέει ο Κύριος, ο Θεός.
20 "Έπειτα πήρες τ’ αγόρια σου και τα κορίτσια σου, εκείνα που ανήκαν σ’ εμένα, και τα πρόσφερες θυσία στα είδωλα για να γίνουν τροφή τους. Σαν να μην έφταναν δηλαδή οι πορνείες σου, 21 έσφαξες τα παιδιά μου και τα παρέδωσες στα είδωλά σου για ολοκαύτωμα.Η χανανιτική συνήθεια να προσφέρουν τα παιδιά τους ολοκαύτωμα στα είδωλα είχε υιοθετηθεί και από τους Ισραηλίτες (βλ. κεφ. 20:31) κατά παράβαση του νόμου (βλ. Λευ 18:21).22 Και μέσα σ’ όλες αυτές τις βδελυρές πράξεις και τις πορνείες σου, δε θυμήθηκες τον καιρό της νιότης σου, τότε που ήσουν γυμνή κι ασκέπαστη και μες στο αίμα σου βουτηγμένη"».
23 «"Αλίμονο, αλίμονο σ’ εσένα! Εγώ, ο Κύριος ο Θεός, το λέω. Μετά απ’ αυτή σου την ασέβεια, 24 έχτισες και δικό σου θολωτό δωμάτιο, καθιέρωσες και δικούς σου ιερούς τόπους σε κάθε πλατεία. 25 Στην είσοδο του κάθε δρόμου έχτισες και ψηλές εξέδρες όπου πορνευόσουν την ομορφιά σου· εκεί πρόσφερες τον εαυτό σου στους διαβάτες και βυθιζόσουν όλο και περισσότερο στην πορνεία. 26 Πορνεύτηκες με τους γεροδεμένους Αιγύπτιους,Η συμμαχία με την Αίγυπτο παρομοιάζεται εδώ με πορνεία. Οι προφήτες πάντοτε καταδίκασαν τέτοιες συμμαχίες (βλ. Ησ 30:1· Ωσ 7:11· 12:2). τους γείτονές σου, και γινόσουν όλο και πιο ακόλαστη, για να μ’ εξοργίζεις. 27 Άπλωσα πάνω σου το χέρι μου και σε τιμώρησα, λιγόστεψα τη διατροφή σου και σε παρέδωσα στη διάθεση των εχθρών σου, στων Φιλισταίων τις πόλεις,Η πολιτική ορισμένων βασιλιάδων του Ιούδα είχε ως αποτέλεσμα την προσάρτηση εδαφών τους στη χώρα των Φιλισταίων (βλ. κεφ. 25:15-17· Β΄ Χρ 28:18). που ντράπηκαν για την αισχρή σου συμπεριφορά.
28 "Πορνεύτηκες επίσης και με τους Ασσυρίους,Πολλοί βασιλιάδες του Ισραήλ και του Ιούδα είχαν επιδιώξει συμμαχία με την Ασσυρία (βλ. Β΄ Βασ 15-19· 16:7-9· Ωσ 5:13· 8:9). επειδή ήσουν αχόρταγη, και πάλι, αν και πορνεύτηκες μ’ αυτούς, ωστόσο δεν ικανοποιήθηκες. 29 Πορνεύτηκες αναρίθμητες φορές στη χώρα των εμπόρων, τη Βαβυλώνα, αλλά και πάλι δε βρήκες κορεσμό. 30 Πόσο ασυγκράτητη ήσουν!" λέει ο Κύριος, ο Θεός. "Συμπεριφέρθηκες σαν αδιάντροπη πόρνη! 31 Μα κι όταν έχτιζες τα θολωτά σου δωμάτια στην είσοδο των δρόμων και τις ψηλές σου εξέδρες στις πλατείες, δεν ενεργούσες καν σαν πόρνη, γιατί αδιαφορούσες για την αμοιβή σου. 32 Έμοιαζες με μοιχαλίδα, που προτιμάει τους ξένους απ’ τον άντρα της. 33 Οι πόρνες δέχονται πληρωμή από τους άντρες· αλλά εσύ πλήρωνες για να προσελκύσεις τους εραστές σου να ’ρθουν από παντού να σε βρουν και να πορνέψουν μαζί σου.Για να επιτύχουν μια συμμαχία οι Ισραηλίτες συχνά έπρεπε να καταβάλουν βαρύτατο φόρο υποτελείας (βλ. Β΄ Βασ 15:19· 16:8).34 Αυτή ήταν η διαφορά σου από τις άλλες πόρνες: Κανένας δε σε ήθελε· έδινες αμοιβή, δεν έπαιρνες· τόσο ήσουν διεφθαρμένη!"»
35 «"Άκου, λοιπόν, πόρνη Ιερουσαλήμ, το λόγο του Κυρίου! 36 Λέει ο Κύριος, ο Θεός: Επειδή παραδόθηκες γυμνή στους εραστές σου, για να λατρέψεις τα βδελυρά σου είδωλα, προσφέροντας θυσία κι αυτό ακόμα το αίμα των παιδιών σου, 37 γι’ αυτό κι εγώ θα συγκεντρώσω από παντού όλους τους εραστές σου, που ένιωθες μαζί τους ηδονή, όλους όσους αγάπησες και όλους όσους μίσησες, και μπροστά τους θα σε ξεγυμνώσω.θα σε ξεγυμνώσω. Η γυμνότητα ήταν συμβολισμός καταισχύνης και πλήρους αδυναμίας. Οι σύμμαχοι της Ιερουσαλήμ (οι «εραστές της») θα έσπευδαν να την κυριέψουν όταν θ’ άκουγαν πως είχε ερημωθεί.38 Θα σε τιμωρήσω σαν μοιχαλίδα και σαν φόνισσα. Μ’ οργή και αγανάκτηση θα σε καταδικάσω σε θάνατο. 39 Θα σε παραδώσω στην εξουσία των εραστών σου. Αυτοί θα εξαφανίσουν τα θολωτά δωμάτιά σου και τις ψηλές εξέδρες· θα σου βγάλουν τα ρούχα, θα πάρουν τα λαμπρά κοσμήματά σου, και θα σ’ αφήσουνε γυμνή κι ασκέπαστη.
40 "Έπειτα θα ξεσηκώσουν εναντίον σου τη σύναξη του λαού και θα σε λιθοβολήσουν και θα σε κατασφάξουν με τα ξίφη τους 41 και θα κάψουν τα σπίτια σου. Έτσι, θα εκτελέσουν την καταδικαστική απόφαση εναντίον σου μπροστά στα μάτια πλήθους γυναικών. Θα βάλω τέρμα στις πορνείες σου και δε θα ξαναπληρώσεις πια καμιά αμοιβή. 42 Μ’ αυτό τον τρόπο θα ικανοποιήσω την οργή μου εναντίον σου, κι ύστερα δεν θα ’χω πια λόγο να είμαι αγανακτισμένος. Θα μου περάσει ο θυμός και θα ησυχάσω. 43 Ξέχασες τι ήμουν για σένα τον καιρό της νιότης σου και με εξόργισες με όλα αυτά τά έργα σου και επιπλέον ήσουν και ανήθικη. Γι’ αυτό κι εγώ τώρα θα σε τιμωρήσω γι’ αυτή σου τη συμπεριφορά. Εγώ, ο Κύριος ο Θεός, το λέω"».
44 «"Ιερουσαλήμ, αυτοί που σκαρώνουν γνωμικά θα σε κοροϊδεύουν με τη γνωστή παροιμία: Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει. 45 Πράγματι, είσαι κόρη μιας μάνας που πρόδωσε τον άντρα της και τα παιδιά της· ίδια κι απαράλλαχτη με τις αδερφές σου πόλεις, που πρόδωσαν τους άντρες τους και τα παιδιά τους. Η μάνα σας ήταν πράγματι Χετταία κι ο πατέρας σας Αμορραίος. 46 Η μεγάλη αδερφή σου ήταν η Σαμάρεια, με τα περίχωρά της βόρεια από σένα, και η νεότερη αδερφή σου ήταν τα Σόδομα, με τα περίχωρά της νότια από σένα. 47 Και δεν αρκέστηκες να μιμείσαι τη συμπεριφορά εκείνων, αλλά σε πολύ λίγο χρόνο τις ξεπέρασες σε διαφθορά. 48 Εγώ, ο αληθινός Θεός, το επιβεβαιώνω: Η αδερφή σου, τα Σόδομα, και τα περίχωρά τους δεν έκαναν ό,τι έκανες εσύ και τα περίχωρά σου. 49 Οι πόλεις αυτές αμάρτησαν όταν περηφανεύτηκαν πως είχαν άφθονα πλούτη και ζούσαν με περιττή πολυτέλεια, και δε βοήθησαν τους φτωχούς κι αυτούς που είχαν ανάγκη. 50 Περηφανεύτηκαν κι έκαναν πράξεις βδελυρές. Όταν τα είδα αυτά τις εξαφάνισα. 51 Η Σαμάρεια δεν είχε πράξει ούτε τις μισές απ’ τις δικές σου αμαρτίες· αλλά οι δικές σου πράξεις ήταν πολύ πιο αποκρουστικές, έτσι ώστε μπροστά σου οι αδερφές σου να φαίνονται αθώες. 52 Ο εξευτελισμός λοιπόν για τις ανομίες σου θα είναι όλος δικός σου, αφού μπροστά σ’ αυτές οι αδερφές σου μοιάζουν αθώες"».
53 «"Θα αποκαταστήσω την ευημερία των Σοδόμων και της Σαμάρειας και των γύρω τους πόλεων, μαζί με τη δική σου. 54 Όλα αυτά θα τα κάνω για να ντραπείς για τις πράξεις σου και οι αδερφές σου ν’ ανακουφιστούν. 55 Οι τρεις σας μαζί με τα περίχωρά σας θα ανοικοδομηθείτε και θα ευτυχήσετε και πάλι όπως πριν.
56 "Τον καιρό της περηφάνιας σου κορόιδευες την αδερφή σου, τα Σόδομα. 57 Τώρα όμως όλοι βλέπουν τη δική σου ασέβεια. Έτσι, όλες οι πόλεις της Συρίας με τα περίχωρά τους και οι πόλεις των Φιλισταίων σε κοροϊδεύουν και σε περιφρονούν. 58 Εσύ είσαι ένοχη εξαιτίας της ανηθικότητάς σου και των βδελυρών σου πράξεων. Εγώ, ο Κύριος ο Θεός, το λέω"».
59 Λέει ακόμα ο Κύριος, ο Θεός: «Εσύ, Ιερουσαλήμ, αθέτησες τον όρκο σου, παραβαίνοντας τη διαθήκη μου. Θα σου κάνω, λοιπόν, ό,τι σου αξίζει. 60 Εγώ, όμως, δε θα ξεχάσω τη διαθήκη που έκανα μαζί σου όταν ήσουν νέα και θα κάνω πάλι μ’ εσένα αιώνια διαθήκη. 61 Τότε θα θυμηθείς τις πράξεις σου και θα ντραπείς. Θα ξαναπάρεις τις αδερφές σου, τις μεγαλύτερες και τις μικρότερες· θα σου τις δώσω για θυγατέρες σου, αλλά σαν κάτι πέρα από τη διαθήκη που έκανα μ’ εσένα. 62 Κι όταν θα κάνω μ’ εσένα διαθήκη, θα μάθεις ότι εγώ είμαι ο Κύριος. 63 Τότε θα θυμάσαι τα περασμένα και θα ντρέπεσαι, και δε θα μπορείς πια ν’ αρθρώσεις λέξη από τη ντροπή σου· τότε θα σε συγχωρήσω για όλα όσα έχεις κάνει. Εγώ ο Κύριος, ο Θεός, το λέω».
1 La parola dell’Eterno mi fu ancora rivolta in questi termini: 2 "Figlio d’uomo, fa’ conoscere a Gerusalemme le sue abominazioni, 3 e di’: Così parla il Signore, l’Eterno, a Gerusalemme: ‘Per la tua origine e per la tua nascita sei del paese del Cananeo; tuo padre era un Amoreo, tua madre un’Ittita. 4 Quanto alla tua nascita, il giorno che nascesti l’ombelico non ti fu tagliato, non fosti lavata con acqua per pulirti, non fosti sfregata con sale, né fosti fasciata. 5 Nessuno ebbe sguardi di pietà per te, per farti una sola di queste cose, avendo compassione di te; ma fosti gettata nell’aperta campagna, il giorno che nascesti, per il disprezzo che si aveva di te. 6 Io ti passai accanto, vidi che ti dibattevi nel sangue, e ti dissi: Vivi, tu che sei nel sangue! E ti ripetei: Vivi, tu che sei nel sangue! 7 Io ti farò moltiplicare per miriadi, come il germoglio dei campi. Ti sviluppasti, crescesti, giungesti al colmo della bellezza, il tuo seno si formò, la tua capigliatura crebbe abbondante, ma tu eri nuda e scoperta. 8 Io ti passai accanto, ti guardai, ed ecco il tuo tempo era giunto: il tempo degli amori. Io stesi su di te il lembo della mia veste e coprii la tua nudità; ti feci un giuramento, stabilii un patto con te’, dice il Signore, l’Eterno, ‘e tu fosti mia. 9 Ti lavai con acqua, ti ripulii del sangue che avevi addosso, e ti unsi con olio. 10 Ti misi delle vesti ricamate, dei calzari di pelle di tasso, ti cinsi il capo di lino fino, ti ricoprii di seta. 11 Ti fornii di ornamenti, ti misi dei braccialetti ai polsi e una collana al collo. 12 Ti misi un anello al naso, dei pendenti agli orecchi e una magnifica corona sul capo. 13 Così fosti adorna d’oro e d’argento, e fosti vestita di lino fino, di seta e di ricami; tu mangiasti fior di farina, miele e olio; diventasti straordinariamente bella e giungesti fino a regnare. 14 La tua fama si sparse fra le nazioni per la tua bellezza; poiché essa era perfetta, avendoti io coperta della mia magnificenza’, dice il Signore, l’Eterno. 15 ‘Ma tu confidasti nella tua bellezza, ti prostituisti in virtù della tua fama e offristi le tue prostituzioni a ogni passante, a chi voleva. 16 Tu prendesti delle tue vesti, ti facesti degli alti luoghi ornati di vari colori, e là ti prostituisti: cose tali non ne avvennero mai, e non ne avverranno più. 17 Prendesti pure i tuoi bei gioielli fatti del mio oro e del mio argento, che io ti avevo dato, te ne facesti delle immagini d’uomo, e a esse ti prostituisti; 18 prendesti le tue vesti ricamate e ne ricopristi quelle immagini, davanti alle quali tu ponesti il mio olio e il mio profumo. 19 Così anche il mio pane che ti avevo dato, il fior di farina, l’olio e il miele con cui ti nutrivo, tu li ponesti davanti a loro, come un profumo di odore soave. Questo si fece!’, dice il Signore, l’Eterno. 20 ‘Prendesti, inoltre, i tuoi figli e le tue figlie che mi avevi partorito e li offristi loro in sacrificio, perché li divorassero. Non bastavano forse le tue prostituzioni, 21 perché tu dovessi anche sgozzare i miei figli e offrirli loro facendoli passare per il fuoco? 22 In mezzo a tutte le tue abominazioni e alle tue prostituzioni, non ti sei ricordata dei giorni della tua giovinezza, quando eri nuda, scoperta, e ti dibattevi nel sangue. 23 Ora, dopo tutta la tua malvagità, guai! guai a te!’ dice il Signore, l’Eterno, 24 ‘ti sei costruita un bordello, e ti sei fatta un alto luogo in ogni piazza pubblica: 25 hai costruito un alto luogo a ogni inizio di strada, hai reso abominevole la tua bellezza, ti sei offerta a ogni passante e hai moltiplicato le tue prostituzioni. 26 Ti sei pure prostituita agli Egiziani, tuoi vicini dalle membra vigorose, e hai moltiplicato le tue prostituzioni per provocare la mia ira. 27 Perciò, ecco, io ho steso la mia mano contro di te, ho diminuito la razione che ti avevo fissato, e ti ho abbandonata in balìa delle figlie dei Filistei, che ti odiano e hanno vergogna della tua condotta scellerata. 28 Non sazia ancora, ti sei pure prostituita agli Assiri; ti sei prostituita a loro; neppure allora sei stata sazia; 29 hai moltiplicato le tue prostituzioni con il paese di Canaan fino in Caldea, e neppure con questo sei stata sazia. 30 Come è vile il tuo cuore’, dice il Signore, l’Eterno, ‘a ridurti a fare tutte queste cose, da sfacciata prostituta! 31 Quando ti costruivi il bordello a ogni inizio di strada e ti facevi gli alti luoghi in ogni piazza pubblica, tu non eri come una prostituta, poiché disprezzavi il salario, 32 ma come una donna adultera, che riceve gli stranieri invece di suo marito. 33 A tutte le prostitute si danno dei regali: ma tu hai fatto dei regali a tutti i tuoi amanti e li hai sedotti con dei doni, perché venissero da te, da tutte le parti, per le tue prostituzioni. 34 Con te, nelle tue prostituzioni, è avvenuto il contrario delle altre donne; poiché non eri tu la sollecitata; in quanto tu pagavi, invece di essere pagata, facevi il contrario delle altre’. 35 Perciò, o prostituta, ascolta la parola dell’Eterno. 36 Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Poiché il tuo denaro è stato dissipato e la tua nudità è stata scoperta nelle tue prostituzioni con i tuoi amanti, a causa di tutti i tuoi idoli abominevoli, e a causa del sangue dei tuoi figli che hai dato loro, 37 ecco, io radunerò tutti i tuoi amanti ai quali ti sei resa gradita, e tutti quelli che hai amato insieme a quelli che hai odiato; li radunerò da tutte le parti contro di te e scoprirò davanti a loro la tua nudità, ed essi vedranno tutta la tua nudità. 38 Io ti giudicherò alla stregua delle donne che commettono adulterio e spandono il sangue, e farò in modo che il tuo sangue sia sparso dal furore e dalla gelosia. 39 Ti darò nelle loro mani, ed essi abbatteranno il tuo bordello, distruggeranno i tuoi alti luoghi, ti spoglieranno delle tue vesti, ti prenderanno i bei gioielli e ti lasceranno nuda e scoperta; 40 faranno salire contro di te una folla, ti lapideranno e ti trafiggeranno con le loro spade; 41 daranno alle fiamme le tue case, faranno giustizia di te in presenza di molte donne, io ti farò cessare dal fare la prostituta e tu non pagherai più nessuno. 42 Così io sfogherò il mio furore su di te, e la mia gelosia si distoglierà da te; mi calmerò, e non sarò più adirato. 43 Poiché tu non ti sei ricordata dei giorni della tua giovinezza e hai provocato la mia ira con tutte queste cose, ecco, anch’io ti farò ricadere sul capo la tua condotta’, dice il Signore, l’Eterno, ‘e tu non aggiungerai altri delitti a tutte le tue abominazioni. 44 Ecco, tutti quelli che usano proverbi faranno di te un proverbio, e diranno: Quale la madre, tale la figlia. 45 Tu sei figlia di tua madre, che ha rigettato suo marito e i suoi figli, e sei sorella delle tue sorelle, che hanno rigettato i loro mariti e i loro figli. Vostra madre era un’Ittita e vostro padre un Amoreo. 46 Tua sorella maggiore, che ti sta a sinistra, è Samaria, con le sue figlie; tua sorella minore, che ti sta a destra, è Sodoma, con le sue figlie. 47 Tu, non soltanto hai camminato nelle loro vie e commesso le stesse loro abominazioni; era troppo poco! Ma in tutte le tue vie ti sei corrotta più di loro. 48 Com’è vero che io vivo’, dice il Signore, l’Eterno, ‘Sodoma, tua sorella, e le sue figlie, non hanno fatto quello che avete fatto tu e le tue figlie. 49 Ecco, questa fu l’iniquità di Sodoma, tua sorella: lei e le sue figlie vivevano nell’orgoglio, nell’abbondanza del pane e nell’ozio indolente; ma non sostenevano la mano dell’afflitto e del povero. 50 Erano altezzose e commettevano abominazioni in mia presenza; perciò le feci sparire, quando vidi ciò. 51 Samaria non ha commesso la metà dei tuoi peccati; tu hai moltiplicato le tue abominazioni più dell’una e dell’altra, e hai giustificato le tue sorelle, con tutte le abominazioni che hai commesso. 52 Anche tu, che hai giustificato le tue sorelle, devi portare la loro stessa umiliazione! Con i tuoi peccati ti sei resa più abominevole di loro, ed esse sono più giuste di te; tu pure dunque, vergognati e porta la tua umiliazione, poiché tu hai giustificato le tue sorelle! 53 Io farò tornare dalla schiavitù quanti di Sodoma e delle sue figlie si trovano là, quanti di Samaria e delle sue figlie e anche dei tuoi che sono in mezzo a essi, 54 affinché tu porti la tua umiliazione e senta la vergogna di tutto quello che hai fatto, e sia così loro di conforto. 55 Tua sorella Sodoma e le sue figlie torneranno nella loro condizione di prima, Samaria e le sue figlie torneranno nella loro condizione di prima, e tu e le tue figlie tornerete nella vostra condizione di prima. 56 Sodoma, tua sorella, non era neppure nominata dalla tua bocca, nei giorni della tua superbia, 57 prima che la tua malvagità fosse messa a nudo, come avvenne quando fosti oltraggiata dalle figlie della Siria e da tutti i paesi circostanti, dalle figlie dei Filistei, che ti insultavano da tutte le parti. 58 Tu porti a tua volta il peso della tua scelleratezza e delle tue abominazioni’, dice l’Eterno. 59 Poiché, così parla il Signore, l’Eterno: ‘Io farò a te come hai fatto tu, che hai disprezzato il giuramento, infrangendo il patto. 60 Tuttavia io mi ricorderò del patto che feci con te nei giorni della tua giovinezza e stabilirò per te un patto eterno. 61 Tu ti ricorderai della tua condotta e ne avrai vergogna, quando riceverai le tue sorelle, quelle che sono più grandi e quelle che sono più piccole di te, e io te le darò come figlie, ma non in virtù del tuo patto. 62 Io stabilirò il mio patto con te e tu conoscerai che io sono l’Eterno, 63 affinché tu ricordi, tu arrossisca e tu non possa più aprire bocca dalla vergogna, quando io ti avrò perdonato tutto quello che hai fatto’, dice il Signore, l’Eterno".