1 Τη δέκατη μέρα του πέμπτου μήνα του έβδομου έτουςΔηλ. μεταξύ Ιουλίου-Αυγούστου, το έβδομο έτος της βασιλείας του Σεδεκία (591-590 π.Χ.) της αιχμαλωσίας μας, ήρθαν μερικοί από τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ να συμβουλευτούν τον Κύριο και κάθισαν μπροστά του. 2 Τότε ο Κύριος μου είπε: 3 «Εσύ άνθρωπε,Βλ. υποσ. εις κεφ. 2:1. δώσε στους πρεσβυτέρους του Ισραήλ την ακόλουθη απάντηση: Ο Κύριος, ο Θεός, λέει: "ήρθατε να με συμβουλευθείτε; Εγώ, ο αληθινός Θεός, βεβαιώνω ότι δε θ’ αφήσω να με συμβουλευθείτε!"» 4 Και με διέταξε: «Κρίνε τους, άνθρωπε, κρίνε τους! Φανέρωσέ τους τις βδελυρές πράξεις των προγόνων τους. 5 Πες τους:
"Ο Κύριος ο Θεός λέει: Όταν οι Ισραηλίτες ήταν στην Αίγυπτο, εγώ τους διάλεξα για λαό μου. Ορκίστηκα στους απογόνους του Ιακώβ υψώνοντας το χέρι μου και τους φανέρωσα τον εαυτό μου λέγοντάς τους: Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός σας. 6 Τότε τους ορκίστηκα υψώνοντας το χέρι μου ότι θα τους βγάλω από την Αίγυπτο, για να τους πάω στη χώρα που είχα γι’ αυτούς προβλέψει, στη γη όπου ρέει γάλα και μέλι, την πιο θαυμαστή μέσα σ’ όλες τις χώρες. 7 Πετάξτε μακριά, τους είπα, τα βδελυρά είδωλα της Αιγύπτου που τόσο σας είναι ελκυστικά, και μη μολύνεστε μ’ αυτά. Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός σας.
8 "Αλλά εκείνοι επαναστάτησαν εναντίον μου και δεν ήθελαν να με υπακούσουν. Δεν απαρνήθηκαν τα βδελυρά είδωλα της Αιγύπτου που τους ήταν τόσο ελκυστικά. Τότε σκέφτηκα να εξαπολύσω την οργή μου πάνω τους, μέσα στην Αίγυπτο. 9 Δεν το ’κανα όμως από σεβασμό στο όνομά μου, για να μη βεβηλωθεί μπροστά στα έθνη που ανάμεσά τους τότε κατοικούσαν. Γιατί μπροστά στα έθνη εγώ είχα υποσχεθεί να βγάλω το λαό μου τον Ισραήλ από την Αίγυπτο. 10 Τους έβγαλα λοιπόν από την Αίγυπτο και τους έφερα στην έρημο.
11 "Τους έδωσα τους νόμους μου και τους φανέρωσα τις εντολές μου, που η τήρησή τους δίνει στον άνθρωπο ζωή. 12 Ακόμη τους έδωσα την ημέρα του Σαββάτου, σημείο της διαθήκης ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνους, για να θυμούνται ότι εγώ είμαι ο Κύριος που τους ξεχώρισα για λαό μου.
13 "Αλλά οι Ισραηλίτες δε με υπάκουσαν στην έρημο. Δεν τήρησαν τους νόμους μου και τις εντολές μου, που η τήρησή τους δίνει στον άνθρωπο ζωή, και βεβήλωσαν την ημέρα του Σαββάτου με το χειρότερο τρόπο. Τότε σκέφτηκα να εξαπολύσω πάνω τους την οργή μου στην έρημο και να τους εξαφανίσω. 14 Δεν το ’κανα όμως από σεβασμό στο όνομά μου, για να μη βεβηλωθεί μπροστά στα έθνη, που με είχαν δει να τους βγάζω από την Αίγυπτο. 15 Ωστόσο, τους ορκίστηκα υψώνοντας το χέρι μου, εκεί στην έρημο, ότι δεν θα τους έφερνα στη χώρα που τους είχα υποσχεθεί, στη γη όπου ρέει γάλα και μέλι, την ομορφότερη ανάμεσα σ’ όλες τις χώρες. 16 Γιατί αρνήθηκαν τις εντολές μου και τους νόμους μου και βεβήλωσαν το Σάββατο. Η καρδιά τους ήταν στραμμένη στα είδωλά τους. 17 Τους λυπήθηκα, όμως, και δεν τους κατέστρεψα, ούτε τους εξαφάνισα τελείως εκεί στην έρημο.
18 "Είπα τότε στα παιδιά τους, εκεί στην έρημο: Μην τηρήσετε τους νόμους και τις εντολές των πατεράδων σας, και μη μολυνθείτε με τα είδωλά τους. 19 Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός σας. Τους δικούς μου νόμους και τις δικές μου εντολές να τηρείτε και να εφαρμόζετε. 20 Να θεωρείτε το Σάββατο μέρα ιερή κι αυτό να είναι το σημείο ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εσάς· για να θυμάστε ότι εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός σας.
21 "Αλλά και τα παιδιά τους δε με υπάκουσαν. Δεν τήρησαν με επιμέλεια τους νόμους μου και τις εντολές μου, που η τήρησή τους δίνει στον άνθρωπο ζωή, και βεβήλωσαν την ημέρα του Σαββάτου. Τότε σκέφτηκα να εξαπολύσω την οργή μου πάνω τους, εκεί στην έρημο. 22 Δεν το έπραξα όμως, από σεβασμό στο όνομά μου, για να μη βεβηλωθεί στα μάτια των εθνών, που είχαν δει ότι τους έβγαλα από την Αίγυπτο. 23 Αλλά, τους ορκίστηκα υψώνοντας το χέρι μου ότι θα τους διασκορπίσω μέσα στα έθνη και ότι θα τους διασπείρω στις ξένες χώρες. 24 Γιατί δεν τήρησαν τις εντολές μου και τους νόμους μου· βεβήλωσαν την ημέρα του Σαββάτου και λάτρεψαν τα είδωλα των πατεράδων τους. 25 Ακόμα τους έδωσα νόμους που δεν ήταν καλοίΕδώ ο Ιεζεκιήλ υπαινίσσεται το νόμο της προσφοράς των πρωτοτόκων (βλ. στ. 26 και Εξ 13:1), τον οποίο ορισμένοι ερμήνευαν ανεξάρτητα από τον άλλο νόμο της εξαγοράς των πρωτοτόκων, κι έτσι πρόσφεραν πραγματικά τα παιδιά τους ολοκαύτωμα. και εντολές με τις οποίες δε θα μπορούσαν να ζήσουν. 26 Και τους έκανα να μολυνθούν με τις προσφορές τους, καθώς θυσίαζαν τα πρωτότοκα παιδιά τους,Βλ. υποσ. εις κεφ. 16:21. ώστε να τους τιμωρήσω και να μάθουν ότι εγώ είμαι ο Κύριος".
27 »Γι’ αυτό, άνθρωπε», συνέχισε ο Κύριος, «πες στους Ισραηλίτες ότι εγώ ο Κύριος, ο Θεός, λέω: Οι πρόγονοί σας με πρόσβαλαν και μ’ έναν άλλο τρόπο: με την προδοτική συμπεριφορά τους. 28 Αφού τους έφερα στη χώρα που είχα ορκιστεί να τους δώσω, αυτοί, όπου έβλεπαν ψηλό λόφο και πυκνόφυλλο δέντρο, εκεί πρόσφεραν τις θυσίες τους. Με εξόργιζαν έτσι με τις προσφορές τους, καθώς άφηναν ν’ ανεβαίνουν ψηλά οι ευχάριστες μυρωδιές τους κι έχυναν τις σπονδές τους. 29 Τότε τους ρώτησα: "ποιοι είναι αυτοί ο ιεροί τόποι όπου συναντιέστε;" Έτσι από τότε εκείνες οι τοποθεσίες ονομάστηκαν "ιεροί τόποι".
30 »Πες, λοιπόν, στους Ισραηλίτες ότι εγώ ο Κύριος, ο Θεός, λέω: "γιατί τρέχετε πίσω από τα βδελυρά είδωλα των προγόνων σας και μολύνεστε όπως εκείνοι; 31 Ακόμα και σήμερα φέρνετε τα ίδια δώρα και μολύνεστε με τα ίδια εκείνα είδωλα, προσφέροντας σ’ αυτά ακόμη και τα παιδιά σας ολοκαύτωμα.προσφέροντας... ολοκαύτωμα. Η προσφορά των παιδιών ήταν συμβολική πράξη. Στην εποχή του προφήτη δεν έκαιγαν πια τα παιδιά στο Μολόχ (Βλ. Γλωσσάριο). Και μετά έρχεστε να με συμβουλευτείτε, Ισραηλίτες; Εγώ, ο αληθινός Θεός, βεβαιώνω ότι δε θ’ αφήσω να με συμβουλευθείτε"».
32 Λέει ακόμα ο Κύριος: «Εσείς ίσως φαντάζεστε πως μπορείτε να γίνετε σαν τα έθνη, σαν τις φυλές των ξένων χωρών, και να λατρεύετε θεούς από ξύλο και πέτρα. Αλλά αυτό ποτέ δε θα συμβεί! 33 Εγώ, ο αληθινός Θεός, βεβαιώνω πως με το δυνατό μου χέρι, με τη δύναμή μου την ακαταμάχητη και με το φλογερό θυμό μου θα βασιλεύω πάνω σας. 34 Με το δυνατό μου χέρι, με τη δύναμή μου την ακαταμάχητη και με το φλογερό θυμό μου θα σας βγάλω μέσα από τους λαούς και θα σας συμμαζέψω από τις χώρες όπου ήσασταν σκορπισμένοι, 35 και θα σας φέρω στην έρημο, μακριά από τους άλλους λαούς,στην έρημο... λαούς. Κατά λ. «στην έρημο των λαών». Εδώ δεν πρόκειται για γεωγραφική περιοχή, αλλά για συμβολική τοποθεσία, όπου ο Θεός θα μπορούσε να μιλήσει ιδιαιτέρως στο λαό του, χωρίς την επίδραση των άλλων εθνών (πρβλ. Ωσ 2:16). κι εκεί θα λογαριαστώ μαζί σας, πρόσωπο με πρόσωπο. 36 Όπως λογαριάστηκα με τους προγόνους σας στην έρημο της Αιγύπτου, έτσι θα κάνω και μ’ εσάς. Εγώ, ο Κύριος ο Θεός, το λέω. 37 Θα σας κάνω να γίνετε το ποίμνιό μουΘα... ποίμνιό μου Το εβρ. έχει κατά λ. «θα σας κάνω να περάσετε κάτω από τη γκλίτσα μου». και θα σας αναγκάσω να υπακούσετε στη διαθήκη μου. 38 Θ’ απομακρύνω απ’ ανάμεσά σας τους στασιαστές κι εκείνους που αποστάτησαν από μένα. Θα τους βγάλω από τη χώρα του Ισραήλ, όπου κατοικούν προσωρινά, και δε θα ξαναγυρίσουν πια σ’ αυτήν. Τότε θα μάθετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος».
39 Ακούστε τώρα, Ισραηλίτες, τι έχει να σας πει ο Κύριος, ο Θεός: «Πηγαίνετε, λατρέψτε καθένας σας τα είδωλά του! Αλλά μετά θα υποχρεωθείτε να με υπακούσετε· θα πάψετε πια να σπιλώνετε το άγιο όνομά μου με τα δώρα που προσφέρετε στα είδωλά σας. 40 Πράγματι, στο άγιο μου βουνό, στο ψηλό βουνό του Ισραήλ, εκεί θα με λατρέψετε όλοι οι Ισραηλίτες όταν θα ξαναγυρίσετε στη χώρα. Εκεί θα σας δεχτώ κι εκεί θα ζητήσω τις προσφορές σας και το καλύτερο μέρος της συγκομιδής σας κι όλες τις άγιες προσφορές σας. 41 Θα σας δεχτώ όπως την ευχάριστη οσμή, όταν θα σας βγάλω από τους λαούς και σας συνάξω από τις χώρες όπου θα είστε διασκορπισμένοι. Έτσι, με τις ενέργειές μου προς εσάς, θα δείξω στα έθνη ότι είμαι ο άγιος Θεός. 42 Κι εσείς, θα μάθετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος, όταν θα σας φέρω στη χώρα του Ισραήλ που ορκίστηκα να τη δώσω στους προγόνους σας. 43 Εκεί θ’ αναλογίζεστε την προηγούμενη συμπεριφορά σας και τις πράξεις με τις οποίες είχατε μολυνθεί και θα σιχαίνεστε τον εαυτό σας για όλα αυτά. 44 Εγώ, Ισραηλίτες, θα σας φερθώ όχι σύμφωνα με την κακή και διεφθαρμένη διαγωγή σας, αλλά με τρόπο που να δοξαστεί το όνομά μου. Τότε θα καταλάβετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος. Εγώ, ο Κύριος ο Θεός, το λέω».Στη μετ. των Ο΄ και σε άλλες μετ. το κεφ. συνεχίζεται μέχρι το στ. 5 του επομένου κεφ. με αρίθμηση 45-49.
1 Il settimo anno, il decimo giorno del quinto mese, alcuni anziani d’Israele vennero a consultare l’Eterno e si misero a sedere davanti a me. 2 La parola dell’Eterno mi fu rivolta in questi termini: 3 "Figlio d’uomo, parla agli anziani d’Israele, e di’ loro: Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Siete venuti per consultarmi? Com’è vero che io vivo, io non mi lascerò consultare da voi!’, dice il Signore, l’Eterno. 4 ‘Giudicali tu, figlio d’uomo! giudicali tu! Fa’ loro conoscere le abominazioni dei loro padri’; di’ loro: 5 Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Il giorno che io scelsi Israele e alzai la mano per fare un giuramento alla discendenza della casa di Giacobbe, e mi feci loro conoscere nel paese d’Egitto, e alzai la mano per loro, dicendo: Io sono l’Eterno, il vostro Dio, 6 quel giorno alzai la mano, giurando che li avrei fatti uscire dal paese d’Egitto per introdurli in un paese che io avevo cercato per loro, paese dove scorrono il latte e il miele, il più splendido di tutti i paesi. 7 Dissi loro: Gettate via, ognuno di voi, le abominazioni che attirano i vostri sguardi e non vi contaminate con gli idoli d’Egitto; io sono l’Eterno, il vostro Dio! 8 Ma essi si ribellarono contro di me e non mi vollero dare ascolto; nessuno di essi gettò via le abominazioni che attiravano lo sguardo, né abbandonarono gli idoli d’Egitto; allora parlai di voler riversare su di loro il mio furore e sfogare su di loro la mia ira in mezzo al paese d’Egitto. 9 Tuttavia, io agii per amore del mio nome, perché non fosse profanato agli occhi delle nazioni in mezzo alle quali essi si trovavano, alla presenza delle quali io mi ero fatto loro conoscere, allo scopo di farli uscire dal paese d’Egitto. 10 Li feci uscire dal paese d’Egitto e li condussi nel deserto. 11 Diedi loro le mie leggi e feci loro conoscere le mie prescrizioni, per le quali l’uomo che le metterà in pratica vivrà. 12 Diedi loro anche i miei sabati perché servissero di segno fra me e loro, perché conoscessero che io sono l’Eterno che li santifico. 13 Ma la casa d’Israele si ribellò contro di me nel deserto; non camminarono secondo le mie leggi e rifiutarono le mie prescrizioni, per le quali l’uomo che le metterà in pratica vivrà, e profanarono gravemente i miei sabati; perciò io parlai di riversare su di loro il mio furore nel deserto, per consumarli. 14 Tuttavia io agii per amore del mio nome, perché non fosse profanato agli occhi delle nazioni, alla presenza delle quali io li avevo fatti uscire dall’Egitto. 15 Alzai perfino la mano nel deserto, giurando loro che non li avrei fatti entrare nel paese che avevo dato loro, paese dove scorrono il latte e il miele, il più splendido di tutti i paesi, 16 perché avevano rigettato le mie prescrizioni, non avevano camminato secondo le mie leggi e avevano profanato i miei sabati, poiché il loro cuore andava dietro ai loro idoli. 17 Ma il mio occhio li risparmiò dalla distruzione e io non li sterminai del tutto nel deserto. 18 Dissi ai loro figli nel deserto: Non camminate secondo i precetti dei vostri padri, non osservate le loro prescrizioni e non vi contaminate mediante i loro idoli! 19 Io sono l’Eterno, il vostro Dio; camminate secondo le mie leggi, osservate le mie prescrizioni e mettetele in pratica; 20 santificate i miei sabati e siano essi un segno fra me e voi, dal quale si conosca che io sono l’Eterno, il vostro Dio. 21 Ma i figli si ribellarono contro di me; non camminarono secondo le mie leggi e non osservarono le mie prescrizioni per metterle in pratica: le leggi per le quali l’uomo che le mette in pratica vivrà. Profanarono i miei sabati, perciò parlai di riversare su di loro il mio furore e di sfogare su loro la mia ira nel deserto. 22 Tuttavia io ritirai la mia mano e agii per amore del mio nome, perché non fosse profanato agli occhi delle nazioni, alla presenza delle quali li avevo fatti uscire dall’Egitto. 23 Ma alzai pure la mano nel deserto, giurando loro che li avrei dispersi fra le nazioni e li avrei disseminati per tutti i paesi, 24 perché non mettevano in pratica le mie prescrizioni, rifiutavano le mie leggi, profanavano i miei sabati, e i loro occhi andavano dietro agli idoli dei loro padri. 25 Diedi loro perfino delle leggi non buone e delle prescrizioni per le quali non potevano vivere; 26 li contaminai con i loro doni, quando facevano passare per il fuoco ogni primogenito, per ridurli alla desolazione affinché conoscessero che io sono l’Eterno’. 27 Perciò, figlio d’uomo, parla alla casa d’Israele e di’ loro: Così parla il Signore, l’Eterno: ‘I vostri padri mi hanno ancora oltraggiato in questo, comportandosi perfidamente verso di me: 28 dopo che li ebbi introdotti nel paese che avevo giurato di dare loro, volsero i loro sguardi verso ogni alto colle e verso ogni albero verdeggiante, e là offrirono i loro sacrifici, presentarono le loro offerte provocanti, misero i loro profumi di odore soave, e sparsero le loro libazioni. 29 Io dissi loro: Che cos’è l’alto luogo dove andate? tuttavia, si è continuato a chiamarlo alto luogo fino al giorno d’oggi’. 30 Perciò, di’ alla casa d’Israele: Così parla il Signore, l’Eterno: ‘Quando vi contaminate seguendo le vie dei vostri padri, vi prostituite ai loro idoli abominevoli 31 e quando, offrendo i vostri doni e facendo passare per il fuoco i vostri figli, vi contaminate fino a oggi con tutti i vostri idoli, dovrei forse lasciarmi consultare da voi, casa d’Israele? Com’è vero che io vivo’, dice il Signore, l’Eterno, ‘io non mi lascerò consultare da voi! 32 Non avverrà affatto quello che vi passa per la mente quando dite: Noi saremo come le nazioni, come le famiglie degli altri paesi, e renderemo un culto al legno e alla pietra! 33 Com’è vero che io vivo’, dice il Signore, l’Eterno, ‘con mano forte, con braccio steso, con furore scatenato, io regnerò su di voi! 34 Vi condurrò fuori tra i popoli e vi raccoglierò dai paesi dove sarete stati dispersi, con mano forte, con braccio steso e con furore scatenato, 35 e vi condurrò nel deserto dei popoli e là verrò in giudizio con voi a faccia a faccia; 36 come venni in giudizio con i vostri padri nel deserto del paese d’Egitto, così verrò in giudizio con voi’, dice il Signore, l’Eterno. 37 ‘Vi farò passare sotto la verga e vi rimetterò nei vincoli del patto; 38 separerò da voi i ribelli e quelli che mi sono infedeli; io li condurrò fuori dal paese dove sono stranieri, ma non entreranno nel paese d’Israele, e voi conoscerete che io sono l’Eterno’. 39 A voi dunque, casa d’Israele, così parla il Signore, l’Eterno: ‘Andate, servite ognuno i vostri idoli, poiché non mi volete ascoltare! Ma il mio santo nome non lo profanerete più con i vostri doni e con i vostri idoli! 40 Poiché sul mio monte santo e sull’alto monte d’Israele’, dice il Signore, l’Eterno, ‘là tutti quelli della casa d’Israele, tutti quanti saranno nel paese, mi serviranno; là io mi compiacerò di loro, là io chiederò le vostre offerte e le primizie dei vostri doni in tutto quello che mi consacrerete. 41 Io mi compiacerò di voi come di un profumo di odore soave, quando vi avrò condotti fuori tra i popoli e vi avrò radunati dai paesi dove sarete stati dispersi; io sarò santificato in voi in presenza delle nazioni; 42 voi conoscerete che io sono l’Eterno, quando vi avrò condotti nella terra d’Israele, paese che giurai di dare ai vostri padri. 43 Là vi ricorderete della vostra condotta e di tutte le azioni con le quali vi siete contaminati e sarete disgustati di voi stessi, per tutte le malvagità che avete commesso; 44 conoscerete che io sono l’Eterno, quando avrò agito con voi per amore del mio nome, e non secondo la vostra condotta malvagia, né secondo le vostre azioni corrotte, o casa d’Israele!’, dice il Signore, l’Eterno".