Publicidade

Ezequiel 8

IRB20
Η ειδωλολατρία στο ναό της Ιερουσαλήμ

1 Την πέμπτη μέρα του έκτου μήνα του έκτου έτους της αιχμαλωσίας μας,του έκτου έτους της αιχμαλωσίας μας. Δηλ. 592 - 591 π.Χ. ενώ καθόμουν στο σπίτι μου, με τους πρεσβυτέρους του Ιούδα καθισμένους μπροστά μου, ένιωσα ξαφνικά τη δύναμη του Κυρίου, του Θεού. 2 Τότε γύρισα και είδα μια μορφή που είχε την όψη ανθρώπου.την όψη ανθρώπου, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «σαν φωτιά». Από τη μέση και κάτω έμοιαζε με φωτιά κι από τη μέση και πάνω με λάμψη μετάλλου που φεγγοβολάει. 3 Άπλωσε κάτι σαν χέρι και μέπιασε απτα μαλλιά· έτσι το Πνεύμα του Θεού με σήκωσε στον αέρα και μέφερε μέσα σε όραμα στην Ιερουσαλήμ. Εκεί βρέθηκα στην εσωτερική πλευρά της βορινής πύλης της πόλης, στον τόπο όπου ήταν στημένο ένα είδωλο,ένα είδωλο. Δεν είναι γνωστό ποια ξένη θεότητα αντιπροσώπευε το είδωλο αυτό. Πιθανώς πρόκειται για το θεό Ταμμούζ (βλ. στ. 14). το οποίο προκαλεί την οργή του Θεού.

4 Εκεί είδα τη δόξα του Θεού του Ισραήλ, την ίδια που είχα δει και στην κοιλάδα.Βλ. κεφ. 3:22-23.5 Και μου είπε ο Θεός: «Εσύ, άνθρωπε, κοίταξε προς το βορρά». Κοίταξα προς το βορρά και πράγματι, έξω από την πόρτα που οδηγούσε στο θυσιαστήριο, κοντά στην είσοδο, ήταν στημένο αυτό το είδωλο που προκαλεί το Θεό. 6 Έπειτα μου είπε ο Κύριος: «Άνθρωπε, βλέπεις τι κάνουν τώρα; Βλέπεις τις βδελυρότατες πράξεις που κάνουν εδώ οι Ισραηλίτες για να με διώξουν από το αγιαστήριό μου; Θα δεις όμως ακόμη πιο βδελυρές πράξεις».

7 Μέφερε τότε στην πύλη της εξωτερικής αυλής. Εκεί είδα ότι υπήρχε μια τρύπα στον τοίχο. 8 «Άνθρωπε», μου είπε ο Θεός, «σκάψε στον τοίχο». Έσκαψα και είδα μια πόρτα. 9 «Πήγαινε μέσα», μου είπε, «και κοίταξε τα βδελυρά έργα που κάνουν αυτοί εκεί». 10 Μπήκα μέσα και είδα ότι γύρω γύρω στους τοίχους ήταν ζωγραφισμένα όλα τα είδη των ερπετών και των σιχαμερών ζώων, όλα τα είδωλα των Ισραηλιτών. 11 Εβδομήντα πρεσβύτεροι των Ισραηλιτών είχαν στη μέση τον Ιααζανία, γιο του Σαφάν, κι εκείνοι στέκονταν μπροστά στις εικόνες κρατώντας καθένας στο χέρι του ένα θυμιατήρι, από το οποίο ανέβαινε πυκνό νέφος θυμιάματος.

12 Τότε μου είπε: «Άνθρωπε, βλέπεις τι κάνουν οι πρεσβύτεροι των Ισραηλιτών στο σκοτάδι, καθένας στην τοιχογραφημένη κρυψώνα του; "Πού να μας δει ο Κύριος;" λένε. "Ο Κύριος εγκατέλειψε τη χώρα"». 13 Έπειτα μου είπε: «Θα δεις ότι αυτοί κάνουν ακόμη πιο βδελυρές πράξεις».

14 Τότε μέφερε στην είσοδο της βορινής πύλης του ναού του Κυρίου, όπου κάθονταν γυναίκες και θρηνολογούσαν για το θάνατο του θεού Ταμμούζ.Ταμμούζ. Θεός της Μεσοποταμίας, που τιμούσαν κάθε χρόνο το θάνατό του.15 Και μου είπε: «Άνθρωπε, το βλέπεις αυτό; Θα δεις πράξεις ακόμα πιο βδελυρές».

16 Τότε μέφερε στην εσωτερική αυλή του ναού του Κυρίου κοντά στην κύρια πύλη του ναού μεταξύ του πρόναου και του θυσιαστηρίου. Εκεί ήταν περίπου είκοσι πέντε άντρες, με τα νώτα τους στραμμένα προς το ναό και τα πρόσωπά τους προς τα ανατολικά και προσκυνούσαν τον ήλιο την ώρα που ανέτελλε. 17 «Το βλέπεις αυτό, άνθρωπε;» Μου είπε ο Θεός. «Οι κάτοικοι του Ιούδα, δε φτάνει που κάνουν μέσα στο ναό μου τις βδελυρές πράξεις που κι εσύ είδες και γεμίζουν τη χώρα με ανομία αλλά με προσβάλλουν κιόλας ακόμη περισσότερο και μάλιστα με το χειρότερο τρόπο.ακόμη περισσότερο... τρόπο. Το εβρ. έχει κατά λ. «σηκώνουν τα κλαριά μπροστά στη μύτη τους». Η σημασία της φρ. είναι άγνωστη. Πιθανώς πρόκειται για λατρευτική κίνηση σε κάποια ειδωλολατρική τελετή.18 Γιαυτό κι εγώ θα ενεργήσω με οργή. Δε θα τους σπλαχνιστώ καθόλου, ούτε θα τους ελεήσω. Κι αν ακόμη απευθυνθούν σεμένα με δυνατή φωνή, εγώ δεν θα τους ακούσω».

La visione della gloria dell’Eterno e Gerusalemme

1 Il sesto anno, il quinto giorno del sesto mese, avvenne che, mentre io stavo seduto in casa mia e gli anziani di Giuda erano seduti in mia presenza, la mano del Signore, dell’Eterno, cadde su di me, in quel luogo. 2 Io guardai, ed ecco una figura d’uomo, che aveva l’aspetto del fuoco; dai fianchi in giù sembrava di fuoco, e dai fianchi in su aveva un aspetto risplendente, come un bagliore di metallo. 3 Egli stese una forma di mano e mi prese per una ciocca dei miei capelli; lo Spirito mi sollevò fra terra e cielo e mi trasportò in visioni divine a Gerusalemme, all’ingresso della porta interna che guarda verso il settentrione, dove era posto l’idolo della gelosia, che provoca gelosia. 4 Ecco che era la gloria dell’Iddio d’Israele, come nella visione che avevo avuto nella valle. 5 Egli mi disse: "Figlio d’uomo, alza ora gli occhi verso il settentrione". Io alzai gli occhi verso il settentrione, ed ecco che al settentrione della porta dell’altare, all’ingresso, stava quell’idolo della gelosia. 6 Egli mi disse: "Figlio d’uomo, vedi tu quello che fanno costoro? le grandi abominazioni che la casa d’Israele commette qui, perché io mi allontani dal mio santuario? Ma tu vedrai altre abominazioni ancora più grandi". 7 Egli mi condusse all’ingresso del cortile. Io guardai, ed ecco un buco nel muro. 8 Allora egli mi disse: "Figlio d’uomo, adesso fora il muro". Quando io ebbi forato il muro, ecco una porta. 9 Egli mi disse: "Entra e guarda le scellerate abominazioni che costoro commettono qui". 10 Io entrai e guardai: ed ecco ogni sorta di figure di rettili, di bestie abominevoli e tutti gli idoli della casa d’Israele dipinti sul muro tutto intorno; 11 settanta fra gli anziani della casa d’Israele, tra i quali c’era Iaazania, figlio di Safan, stavano in piedi davanti a quelli, avendo ciascuno un turibolo in mano, dal quale saliva il profumo di una nuvola di incenso. 12 Egli mi disse: "Figlio d’uomo, hai visto quello che gli anziani della casa d’Israele fanno nelle tenebre, ciascuno nelle camere riservate alle sue immagini? poiché dicono: L’Eterno non ci vede, l’Eterno ha abbandonato il paese". 13 Poi mi disse: "Tu vedrai altre abominazioni ancora più grandi che costoro commettono". 14 Mi condusse all’ingresso della porta della casa dell’Eterno, che è verso il settentrione; ed ecco sedevano delle donne che piangevano Tammuz. 15 Egli mi disse: "Hai visto figlio d’uomo? Tu vedrai delle abominazioni ancora più grandi di queste". 16 Mi condusse nel cortile della casa dell’Eterno; ed ecco, all’ingresso del tempio dell’Eterno, fra il portico e l’altare, circa venticinque uomini che voltavano le spalle alla casa dell’Eterno e la faccia verso l’oriente; si prostravano verso l’oriente, davanti al sole. 17 Egli mi disse: "Hai visto, figlio d’uomo? È forse poca cosa per la casa di Giuda commettere le abominazioni che commette qui, perché debba anche riempire il paese di violenza, e tornare sempre a provocare la mia ira? Ecco che si accostano il ramo al naso. 18 Anch’io agirò con furore; il mio occhio non li risparmierà, io non avrò pietà; per quanto gridino ad alta voce ai miei orecchi, io non darò loro ascolto".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-