Publicidade

Wisdom 15

KJV
Οι Ισραηλίτες γνωρίζουν το Θεό

1 Εσύ όμως, Θεέ μας, είσαι αληθινός και μεγάλος· είσαι πολυεύσπλαχνος κι όλα τα κυβερνάς με αγάπη. 2 Κι αν αμαρτήσαμε, είμαστε δικοί σου και τη δύναμή σου αναγνωρίζουμε· αλλά όχι, δε θα αμαρτήσουμε, γιατί αισθανόμαστε ότι ανήκουμε σεσένα. 3 Το να σε γνωρίζει κανείς, αυτό είναι όλη η αρετή· και το ναναγνωρίζει κανείς τη δύναμή σου, αυτό είναι η ρίζα της αθανασίας.

4 Εμάς δεν μας παραπλάνησε η διεστραμμένη εφεύρεση των ανθρώπων, ούτε ο μάταιος κόπος των ζωγράφων με τα βέβηλα κατασκευάσματά τους που τα βάφουν με διάφορα χρώματα. 5 Μόνο τους ασεβείς κάνει η θέα τέτοιων αντικειμένων να επιθυμούν τη νεκρή, άψυχη εικόνα. 6 Αυτοί που φτιάχνουν τα είδωλα, αυτοί που τα ποθούν κι αυτοί που τα λατρεύουν, όλοι τους αγαπούν το κακό και τους αξίζει οι ελπίδες τους να ματαιωθούν.

Το δημιούργημα δεν μπορεί να δημιουργήσει το Θεό

7 Ο κεραμοποιός ζυμώνει με κόπο τον πηλό και δημιουργεί διάφορα αντικείμενα για χρήση μας· από την ίδια λάσπη κατασκευάζει τα σκεύη που θα χρησιμέψουν και για να δέχονται κάτι πολύτιμο και για το αντίθετο. Όλα τα κάνει ομοιόμορφα, αλλά του καθενός από αυτά είναι διαφορετική η χρήση, ο κεραμοποιός αποφασίζει. 8 Μετά, επιδίδεται σένα κακό έργο: Από την ίδια λάσπη κατασκευάζει έναν ψεύτικο θεό. Τον κατασκευάζει αυτός, που πριν από λίγον καιρό δημιουργήθηκε από πηλό και θα ξαναγυρίσει στη γη απτην οποία πάρθηκε, όταν θα του ζητηθεί να ξεπληρώσει αυτό το χρέος δίνοντας πίσω την ψυχή του. 9 Παρόλα αυτά δεν σκέφτεται ότι η ζωή του είναι μικρή κι ότι κάποτε θα πεθάνει, αλλά συναγωνίζεται τους χρυσοχόους και τους αργυροχόους και μιμείται τους χαλκουργούς, θεωρώντας τιμή του να κατασκευάζει ψεύτικα αντικείμενα.

10 Η καρδιά του κεραμοποιού είναι από στάχτη και η ελπίδα του έχει λιγότερη αξία κι από το χώμα· η ζωή του είναι πιο φτηνή κι από τη λάσπη, 11 γιατί αγνοεί το δημιουργό του, που του έχει χαρίσει μια ψυχή η οποία μπορεί και δρα, και του εμφύσησε μέσα του ζωοποιό δύναμη. 12 Όλοι αυτοί οι αγγειοπλάστες μάς θεωρούν παίγνιο και τη ζωή μας πανηγύρι, όπου κανείς μπορεί να κερδίζει πολλά λεφτά. Στην πραγματικότητα πιστεύουν ότι πρέπει κανείς να κερδίζει με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και πονηρό.

Η ειδωλολατρία των Αιγυπτίων

13 Οι κατασκευαστές των ειδώλων ξέρουν περισσότερο από κάθε άλλον ότι αμαρτάνουν, γιατί κατασκευάζουν θεούς από την ίδια λάσπη που κατασκευάζουν εύθραυστα αντικείμενα και πήλινα γλυπτά. 14 Αλλά οι εχθροί του λαού σου, Κύριε, που τον καταπιέζουν, είναι ταλαίπωροι κι έχουν όλοι φτωχή αντίληψη, πιότερο κι απτα μικρά παιδιά. 15 Θεωρούν θεούς τα είδωλα των ειδωλολατρικών λαών. Αυτά που έχουν μάτια αλλά δεν μπορούν να δουν, έχουν μύτη μα δεν μπορούν να αναπνεύσουν· έχουν αυτιά αλλά δεν μπορούν νακούσουν· έχουν δάχτυλα στα χέρια μα δεν μπορούν να πιάσουν τίποτα και τα πόδια τους δεν μπορούν να περπατήσουν. 16 Άνθρωποι τα κατασκεύασαν, αλλά το μυαλό με το οποίο τα έφτιαξαν είναι κι αυτό δανεισμένο από το Θεό. Αλλά δεν υπάρχει και κανένας, που να μπορεί να κατασκευάσει το Θεό, όπως ακριβώς είναι. 17 Ο θνητός άνθρωπος με τα άνομα χέρια του δεν μπορεί παρά να φτιάξει ένα νεκρό αντικείμενο. Έτσι αποδεικνύεται ανώτερος από τα είδωλα που λατρεύει· γιατί αυτός είναι ζωντανός, έστω και προσωρινά, ενώ εκείνα είναι για πάντα νεκρά.

Οι βάτραχοι και τα ορτύκια
(συνέχεια από το κεφ. 11:15-16)

18 Αυτοί οι άνθρωποι λατρεύουν τα πιο σιχαμερά ζώα, που σε σύγκριση με τάλλα ζώα της δημιουργίας είναι τα χειρότερα: 19 Ούτε εμφανίσιμα είναι ούτε αξιαγάπητα όπως τα άλλα ζώα, γιατί αυτά δεν έχουν ούτε τον έπαινο ούτε την ευλογία του Θεού.

1 But thou, O God, art gracious and true, longsuffering, and in mercy ordering all things,

2 For if we sin, we are thine, knowing thy power: but we will not sin, knowing that we are counted thine.

3 For to know thee is perfect righteousness: yea, to know thy power is the root of immortality.

4 For neither did the mischievous invention of men deceive us, nor an image spotted with divers colours, the painter’s fruitless labour;

5 The sight whereof enticeth fools to lust after it, and so they desire the form of a dead image, that hath no breath.

6 Both they that make them, they that desire them, and they that worship them, are lovers of evil things, and are worthy to have such things to trust upon.

7 For the potter, tempering soft earth, fashioneth every vessel with much labour for our service: yea, of the same clay he maketh both the vessels that serve for clean uses, and likewise also all such as serve to the contrary: but what is the use of either sort, the potter himself is the judge.

8 And employing his labours lewdly, he maketh a vain god of the same clay, even he which a little before was made of earth himself, and within a little while after returneth to the same, out when his life which was lent him shall be demanded.

9 Notwithstanding his care is, not that he shall have much labour, nor that his life is short: but striveth to excel goldsmiths and silversmiths, and endeavoureth to do like the workers in brass, and counteth it his glory to make counterfeit things.

10 His heart is ashes, his hope is more vile than earth, and his life of less value than clay:

11 Forasmuch as he knew not his Maker, and him that inspired into him an active soul, and breathed in a living spirit.

12 But they counted our life a pastime, and our time here a market for gain: for, say they, we must be getting every way, though it be by evil means.

13 For this man, that of earthly matter maketh brittle vessels and graven images, knoweth himself to offend above all others.

14 And all the enemies of thy people, that hold them in subjection, are most foolish, and are more miserable than very babes.

15 For they counted all the idols of the heathen to be gods: which neither have the use of eyes to see, nor noses to draw breath, nor ears to hear, nor fingers of hands to handle; and as for their feet, they are slow to go.

16 For man made them, and he that borrowed his own spirit fashioned them: but no man can make a god like unto himself.

17 For being mortal, he worketh a dead thing with wicked hands: for he himself is better than the things which he worshippeth: whereas he lived once, but they never.

18 Yea, they worshipped those beasts also that are most hateful: for being compared together, some are worse than others.

19 Neither are they beautiful, so much as to be desired in respect of beasts: but they went without the praise of God and his blessing.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-