Ο χειροποίητος θεός
1 Όταν οι Ισραηλίτες είδαν ότι ο Μωυσής αργούσε να κατεβεί από το βουνό, μαζεύτηκαν γύρω από τον Ααρών και του έλεγαν: «Σήκω, φτιάξε μας θεούς, που να προπορεύονται στο δρόμο μας, γιατί αυτός ο Μωυσής, ο άνθρωπος που μας έβγαλε από την Αίγυπτο, δεν ξέρουμε τι έγινε».
2 Ο Ααρών τούς είπε: «Βγάλτε τα χρυσά σκουλαρίκια που έχουν στ’ αυτιά τους οι γυναίκες σας, οι γιοι σας και οι κόρες σας και φέρτε τα σ’ εμένα». 3 Έβγαλαν τότε όλοι τα χρυσά τους σκουλαρίκια και τα έφεραν στον Ααρών. 4 Εκείνος τα πήρε και τα έλιωσε, τα έχυσε σ’ ένα καλούπι και έκανε απ’ αυτά ένα άγαλμα μοσχαριού. Φώναξε τότε ο λαός: «Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, που σ’ έβγαλαν από την Αίγυπτο!»τα πήρε... μοσχαριού. Κατά λ.: «τα πήρε, τα δούλεψε μ’ ένα αιχμηρό εργαλείο και έκανε απ’ αυτά ένα χυτό μοσχάρι».
5 Όταν τα είδε αυτά ο Ααρών, έφτιαξε ένα θυσιαστήριο μπροστά στο είδωλο και έβγαλε διακήρυξη: «Αύριο θα γίνει γιορτή για τον Κύριο». 6 Ξύπνησαν, λοιπόν, το πρωί και πρόσφεραν ολοκαυτώματα και θυσίες κοινωνίας· όλοι κάθισαν να φάνε και να πιουν, κι έπειτα σηκώθηκαν και διασκέδαζαν.
7 Τότε είπε ο Κύριος στο Μωυσή: «Πήγαινε, κατέβα, γιατί ο λαός που έβγαλες από την Αίγυπτο έπεσε σε μεγάλη αμαρτία. 8 Έφυγαν γρήγορα από το δρόμο που τους έδειξα. Έφτιαξαν ένα χυτό μοσχάρι και το προσκύνησαν· θυσίασαν σ’ αυτό και είπαν: "Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, που σ’ έβγαλαν από την Αίγυπτο!"»
Ο Μωυσής υπερασπίζεται το λαό
9 «Είδα τι είναι ο λαός αυτός», συνέχισε ο Κύριος. «Είναι λαός απείθαρχος. 10 Άσε με, λοιπόν, τώρα, να ξεσπάσει ο θυμός μου πάνω τους και να τους αφανίσω· και θα κάνω να προέλθει από σένα ένα μεγάλο έθνος».
11 Ο Μωυσής όμως προσπάθησε να καταπραΰνει τον Κύριο, το Θεό του, και είπε: «Γιατί, Κύριε, να ξεσπάσει ο θυμός σου πάνω στο λαό σου, που τον έβγαλες από την Αίγυπτο με τη μεγάλη σου δύναμη και με ενέργειες τόσο δυναμικές; 12 Γιατί να πουν οι Αιγύπτιοι ότι τους έβγαλες με κακό σκοπό από την Αίγυπτο, για να τους θανατώσεις στα βουνά και να τους εξαφανίσεις από τη γη; Ας σταματήσει ο φλογερός θυμός σου· άλλαξε γνώμη για το κακό που θέλεις να κάνεις στο λαό σου. 13 Θυμήσου τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, τους δούλους σου, που τους υποσχέθηκες να τους δώσεις τόσο πολλούς απογόνους, όσα τ’ αστέρια του ουρανού, και σ’ αυτούς τους απογόνους να δώσεις ολόκληρη αυτή τη χώρα, για ιδιοκτησία παντοτινή».
14 Έτσι, ο Κύριος άλλαξε γνώμη για το κακό που είπε ότι θα έκανε στο λαό του.
Ο Μωυσής συντρίβει τις πλάκες του νόμου
15 Ο Μωυσής γύρισε κι άρχισε να κατεβαίνει από το βουνό, κρατώντας στα χέρια του τις δύο πλάκες του νόμου, γραμμένες κι από τις δυο πλευρές τους. 16 Οι πλάκες ήταν έργο του Θεού καθώς και η γραφή, που ήταν χαραγμένη σ’ αυτές.
17 Ο Ιησούς άκουσε τη βοή του λαού και είπε στο Μωυσή: «Πολεμική βοή ακούω στο στρατόπεδο».
18 Εκείνος απάντησε: «Αυτό δεν είναι ούτε ιαχές νικητών ούτε κραυγές νικημένων. Εγώ ακούω φωνές γιορτής».
19 Όταν πλησίασαν στο στρατόπεδο, είδε ο Μωυσής το μοσχάρι και τους χορούς. Τότε φούντωσε ο θυμός του και πέταξε τις πλάκες από τα χέρια του και τις έσπασε στους πρόποδες του βουνού. 20 Πήρε το μοσχάρι που είχαν φτιάξει οι Ισραηλίτες και το έκαψε στη φωτιά και το κατακομμάτιασε ώσπου να γίνει σκόνη· τη σκόνη αυτή την έριξε στο νερό και τους έδωσε να την πιουν.
21 Και είπε στον Ααρών: «Τι σου έκανε αυτός ο λαός και τους παρέσυρες σε μια τόσο μεγάλη αμαρτία;» 22 Ο Ααρών απάντησε: «Μη θυμώνεις, κύριέ μου. Ξέρεις ότι ο λαός αυτός είναι κακός. 23 Αυτοί μου είπαν, "κάνε μας θεούς να προπορεύονται στο δρόμο μας, γιατί αυτός ο Μωυσής, ο άνθρωπος που μας έβγαλε από την Αίγυπτο, δεν ξέρουμε τι απέγινε". 24 Κι εγώ τους είπα, "όποιος έχει χρυσαφικά ας τα βγάλει από πάνω του". Μου τα ’δωσαν, τα έριξα στη φωτιά και βγήκε αυτό το μοσχάρι».
Τιμωρία των Ισραηλιτών
25 Ο Μωυσής είδε ότι ο λαός είχε αφεθεί ελεύθερος κι έκανε ό,τι ήθελε, γιατί ο Ααρών τον είχε κάνει τέτοιο, και τους είχε εκθέσει στην καταφρόνια των εχθρών τους. 26 Στάθηκε τότε στην είσοδο του στρατοπέδου και φώναξε: «Όποιος είναι με τον Κύριο ας έρθει μαζί μου». Συγκεντρώθηκαν λοιπόν κοντά του όλοι οι απόγονοι του Λευί. 27 Ο Μωυσής τούς είπε: «Ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, προστάζει να ζωστεί καθένας σας το σπαθί του, και να διασχίσετε το στρατόπεδο, από τη μια είσοδο ως την άλλη, και να σκοτώσετε καθένας τον αδερφό του, το φίλο του και το συγγενή του».
28 Οι Λευίτες εκτέλεσαν τη διαταγή του Μωυσή, και θανατώθηκαν από τον λαό εκείνη τη μέρα περίπου τρεις χιλιάδες άντρες. 29 Τότε ο Μωυσής τούς είπε: «Σήμερα τελέσατε την πράξη καθιέρωσής σας στον Κύριο, αφού δε διστάσατε να σκοτώσετε ο καθένας το γιο του και τον αδερφό του, και ο Κύριος σας ευλόγησε».
30 Την άλλη μέρα είπε ο Μωυσής στο λαό: «Έχετε διαπράξει μεγάλη αμαρτία. Θ’ ανέβω τώρα στον Κύριο και ίσως πετύχω την εξιλέωση γι’ αυτή την αμαρτία σας».
31 Πήγε πίσω λοιπόν στον Κύριο και του είπε: «Αλίμονο, Κύριε! Ο λαός αυτός διέπραξε μεγάλη αμαρτία. Κατασκεύασαν θεούς χρυσούς. 32 Τώρα όμως αν θέλεις, συγχώρησε την αμαρτία τους· αν όχι, τότε διάγραψε, σε παρακαλώ, το όνομά μου από το βιβλίο σου».
33 Ο Κύριος είπε στο Μωυσή: «Αυτόν που αμάρτησε σ’ εμένα, αυτόν θα διαγράψω από το βιβλίο μου. 34 Τώρα πήγαινε, οδήγησε το λαό στον τόπο που σου είπα, κι ο άγγελός μου θα προπορεύεται μπροστά σου. Όταν έρθει ο χρόνος της ανταπόδοσης, θα τους τιμωρήσω για την αμαρτία τους».
35 Ο Κύριος, λοιπόν, έστειλε συμφορά στο λαό, επειδή είχαν βάλει τον Ααρών να τους φτιάξει το μοσχάρι.
O bezerro de ouro
1 Ao ver que Moisés demorava a descer do monte, o povo juntou-se ao redor de Arão e lhe disse:
— Venha, faça para nós deuses32.1 Ou um deus; também nos versículos 23 e 31. que nos conduzam, porque a esse Moisés, o homem que nos tirou do Egito, não sabemos o que aconteceu.
2 Arão respondeu-lhes:
— Tirem os brincos de ouro das suas mulheres, dos seus filhos e das suas filhas e tragam para mim.
3 Todos tiraram os brincos de ouro que tinham nas orelhas e os levaram a Arão. 4 Ele os recebeu e os fundiu, transformando tudo em um ídolo, que modelou com uma ferramenta própria, dando-lhe a forma de um bezerro. Então, disseram:
— Estes são os seus deuses,32.4 Ou o seu deus; também no versículo 8. ó Israel, que tiraram vocês do Egito!
5 Vendo isso, Arão edificou um altar diante do bezerro e anunciou:
— Amanhã haverá uma festa dedicada ao Senhor.
6 Na manhã seguinte, levantaram cedo e ofereceram holocaustos32.6 Isto é, sacrifícios totalmente queimados. e ofertas de comunhão. O povo se sentou para comer e beber e levantou-se para se entregar à farra.
7 Então, o Senhor disse a Moisés:
— Desça, porque o seu povo, que você tirou do Egito, se corrompeu. 8 Muito depressa se desviaram daquilo que lhes ordenei e fizeram um ídolo em forma de bezerro, curvaram-se diante dele, ofereceram-lhe sacrifícios e disseram: "Ó Israel, estes são os seus deuses que tiraram vocês do Egito".
9 O Senhor disse a Moisés:
— Tenho visto que este povo é um povo obstinado. 10 Deixe-me agora, para que a minha ira se acenda contra eles, e eu os destrua. Depois, farei de você uma grande nação.
11 Moisés, porém, buscou o favor do Senhor, o seu Deus, clamando:
— Ó Senhor, por que se acenderia a tua ira contra o teu povo, que tiraste do Egito com grande poder e forte mão? 12 Por que diriam os egípcios: "Foi com má intenção que ele os libertou, para matá-los nos montes e bani-los da face da terra"? Abandona o furor da tua ira! Tem piedade e não tragas este mal sobre o teu povo! 13 Lembra-te dos teus servos Abraão, Isaque e Israel, aos quais juraste por ti mesmo: "Farei que a sua descendência seja numerosa como as estrelas do céu e darei a ela toda esta terra que lhe prometi, que será a sua herança para sempre".
14 Sucedeu que o Senhor se conteve de trazer o mal que ameaçara contra o povo.
15 Então, Moisés virou-se e desceu do monte, levando nas mãos as duas tábuas do testemunho; estavam escritas em ambos os lados, frente e verso. 16 As tábuas tinham sido feitas por Deus; o que nelas estava gravado fora escrito por Deus.
17 Quando Josué ouviu o barulho do povo gritando, disse a Moisés:
— Há barulho de guerra no acampamento.
18 Moisés respondeu:
"Não é o som de canto de vitória
nem de canto de derrota;
ouço, porém, o som de canções!".
19 Quando Moisés se aproximou do acampamento e viu o bezerro e as danças, irou-se e jogou as tábuas no chão, ao pé do monte, quebrando-as. 20 Pegou o bezerro que eles tinham feito e o queimou no fogo; depois de moê-lo até virar pó, espalhou-o na água e fez que os israelitas a bebessem.
21 Ele perguntou a Arão:
— Que fez esse povo a você para que o levasse a tão grande pecado?
22 Arão respondeu:
— Não te enfureças, meu senhor; tu sabes como esse povo é propenso para o mal. 23 Eles me disseram: "Faça para nós deuses que nos conduzam, porque a esse Moisés, o homem que nos tirou do Egito, não sabemos o que aconteceu". 24 Então, eu lhes disse: "Quem tiver enfeites de ouro traga-os para mim". O povo trouxe-me o ouro, eu o joguei no fogo e surgiu esse bezerro!
25 Moisés viu que o povo estava desenfreado e que Arão o tinha deixado fora de controle, tornando-o objeto de riso para os seus inimigos. 26 Então, ficou em pé, à entrada do acampamento, e disse:
— Quem é pelo Senhor junte-se a mim.
Todos os levitas se juntaram a ele.
27 Também lhes declarou:
— Assim diz o Senhor, o Deus de Israel: "Cinja-se cada um com a sua espada, percorra o acampamento, de uma extremidade a outra, e mate o seu irmão, o seu amigo e o seu vizinho".
28 Os levitas fizeram conforme Moisés ordenou, e naquele dia morreram cerca de três mil do povo. 29 Então, Moisés disse:
— Hoje vocês se consagraram ao Senhor, pois cada um se pôs contra o seu filho e o seu irmão, de modo que ele os abençoou neste dia.
30 No dia seguinte, Moisés disse ao povo:
— Vocês cometeram um grande pecado, mas agora subirei ao Senhor e talvez possa oferecer expiação pelo pecado de vocês.
31 Assim, Moisés voltou ao Senhor e disse:
— Ah, que grande pecado cometeu este povo! Fizeram para si deuses de ouro. 32 Agora, porém, eu te rogo, perdoa-lhes o pecado; do contrário, risca-me do livro que escreveste.
33 O Senhor respondeu a Moisés:
— Riscarei do meu livro todo aquele que pecar contra mim. 34 Agora vá, guie o povo ao lugar de que lhe falei, e o meu anjo irá à sua frente. Contudo, quando chegar a hora de puni-los, eu os punirei pelos pecados deles.
35 Assim, o Senhor feriu o povo com uma praga pelo que fizeram com o bezerro feito por Arão.