Pular para o conteúdo
Publicidade

Êxodo 3

NVI

Η κλήση του Μωυσή

1 Ο Μωυσής έβοσκε τα πρόβατα του Ιοθόρ,Βλ. υποσ. εις κεφ. 2:18. του πεθερού του, ιερέα της Μαδιάμ. Κάποτε, οδηγώντας τα πρόβατα πέρα από την έρημο, έφτασε στο βουνό του Θεού, το Χωρήβ. 2 Τότε του φανερώθηκε ο άγγελος του Κυρίου μέσα σε πύρινη φλόγα που έβγαινε από μια βάτο. Ο Μωυσής είδε πως ενώ η βάτος είχε πάρει φωτιά κι ήταν μέσα στις φλόγες, δεν καιγόταν να γίνει στάχτη. 3 Είπε, λοιπόν: «Ας πάω, να δω αυτό το παράδοξο θέαμα: γιατί δεν καίγεται η βάτος;»

4 Όταν ο Κύριος είδε ότι ο Μωυσής πλησίαζε για να παρατηρήσει, του φώναξε μέσα από τη βάτο: «Μωυσή, Μωυσή».

Αυτός απάντησε: «Ορίστε».

5 «Μην πλησιάσεις εδώ», είπε ο Κύριος. «Βγάλε τα σανδάλια σου από τα πόδια σου, γιατί ο τόπος όπου στέκεσαι είναι τόπος άγιος. 6 Εγώ», του λέει, «είμαι ο Θεός των προγόνων σου, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ». Τότε ο Μωυσής σκέπασε το πρόσωπό του, γιατί φοβόταν να κοιτάξει το Θεό.

7 Ο Κύριος συνέχισε: «Είδα τη δυστυχία του λαού μου στην Αίγυπτο, και άκουσα την κραυγή τους εξαιτίας των καταπιεστών τους. Ξέρω τα βάσανά τους. 8 Γιαυτό κατέβηκα να τους γλιτώσω από τους Αιγύπτιους και να τους φέρω από αυτή τη χώρα, σε μια χώρα μεγάλη και εύφορη, στη χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι, εκεί που τώρα κατοικούν οι Χαναναίοι, οι Χετταίοι, οι Αμορραίοι, οι Φερεζαίοι, οι Ευαίοι και οι Ιεβουσαίοι. 9 Και τώρα που η κραυγή των Ισραηλιτών έφτασε ως εμένα, και είδα πώς τους καταπιέζουν οι Αιγύπτιοι, 10 τώρα εγώ σε στέλνω στο Φαραώ, να βγάλεις το λαό μου, τους Ισραηλίτες, από την Αίγυπτο».

11 Ο Μωυσής είπε στο Θεό: «Ποιος είμαι εγώ, για να πάω στο Φαραώ και να βγάλω τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο;»

12 «Εγώ θα είμαι μαζί σου», του απάντησε ο Θεός. «Και να ποιο θα είναι το σημείο ότι εγώ σε έστειλα: Όταν θα βγάλεις το λαό από την Αίγυπτο, θα λατρεύσετε το Θεό σαυτό εδώ το βουνό».

13 Αλλά ο Μωυσής είπε πάλι: «Καλά, εγώ θα πάω στους Ισραηλίτες και θα τους πω, "ο Θεός των προγόνων σας με έστειλε σεσάς". Αυτοί όμως θα με ρωτήσουν "ποιο είναι το όνομά του;" Τι θα τους πω;»

14 Τότε ο Θεός απάντησε στο Μωυσή: «Εγώ είμαι εκείνος που είμαι.Εγώ... είμαι. Κατά τους Ο΄: ο Ων. Μ’ αυτή τη φρ. ο Θεός αρνείται να κάνει γνωστό το όνομά του, όπως άλλωστε και εις Κρ 13:18. Άλλη απόδοση: «Εγώ είμαι εκείνος που είναι», σε αντίθεση με τους άλλους θεούς οι οποίοι «δεν είναι» (πρβλ. Ησ 43:10). Έτσι», του λέει, «θα μιλήσεις στους Ισραηλίτες: "Εκείνος που είναι μέστειλε σεσάς"». 15 Είπε ακόμα ο Θεός στο Μωυσή: «Θα πεις στους Ισραηλίτες: "Ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων σας, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, αυτός με έστειλε σεσάς". Αυτό είναι το όνομά μου στον αιώνα, και με αυτό θα με επικαλούνται όλες οι γενιές. 16 Πήγαινε, λοιπόν, συγκέντρωσε τους πρεσβυτέρους των Ισραηλιτών και πες τους ότι σου παρουσιάστηκε ο Κύριος, ο Θεός των προγόνων τους, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, και είπε: "σας παρακολουθώ προσεκτικά και είδα τι σας κάνουν στην Αίγυπτο. 17 Έτσι, αποφάσισα να σας βγάλω από τη δυστυχία της Αιγύπτου και να σας φέρω στη χώρα των Χαναναίων,των Χαναναίων. Κατά τους Ο΄: των Χετταίων. των Αμορραίων, των Φερεζαίων, των Ευαίων και των Ιεβουσαίων, σε μια χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι".

18 »Αυτοί θα σε υπακούσουν. Κι έτσι θα πας, εσύ και οι πρεσβύτεροι των Ισραηλιτών, στο βασιλιά της Αιγύπτου και θα του πεις: "Μας φανερώθηκε ο Κύριος, ο Θεός των Εβραίων. Τώρα λοιπόν θέλουμε να πάμε τρεις μέρες πορεία στην έρημο, για να θυσιάσουμε στον Κύριο το Θεό μας". 19 Εγώ ξέρω ότι ο βασιλιάς της Αιγύπτου δε θα σας αφήσει να φύγετε, παρά μόνο αν εξαναγκαστεί με τη βία. 20 Θα απλώσω, λοιπόν, το χέρι μου και θα τιμωρήσω τους Αιγύπτιους με κάθε λογής τρομερά έργα που θα κάνω στη χώρα τους· ύστερα από αυτά θα σας αφήσει να φύγετε. 21 Θα διαθέσω, μάλιστα, ευνοϊκά τους Αιγύπτιους προς το λαό, ώστε όταν θα έρθει η ώρα να φύγετε, να μη φύγετε με άδεια χέρια. 22 Κάθε Ισραηλίτισσα θα ζητήσει από την Αιγύπτια γειτόνισσά της και από την Αιγύπτια συγκάτοικό της, ασημένια και χρυσά αντικείμενα και ρούχα, και θα τα φορέσετε στα αγόρια και στα κορίτσια σας· κι έτσι θα τους γδύσετε τους Αιγύπτιους».

Moisés e a sarça em chamas

1 Moisés pastoreava o rebanho do sogro, Jetro,3.1 Também chamado Reuel. Veja 2.18. que era sacerdote de Midiã. Um dia, levou o rebanho para o outro lado do deserto e chegou a Horebe, o monte de Deus. 2 Ali o anjo do Senhor lhe apareceu em uma chama de fogo que saía do meio de uma sarça. Moisés viu que, embora a sarça estivesse em chamas, não era consumida pelo fogo. 3 Moisés, então, pensou: "Vou me aproximar para ver essa coisa impressionante! Por que a sarça não se queima?".

4 Quando o Senhor viu que ele se aproximava para observar, Deus o chamou do meio da sarça:

Moisés, Moisés!

Aqui estou! ele respondeu.

5 Então, Deus disse:

Não se aproxime. Tire as sandálias dos pés, pois o lugar em que você está é terra santa.

6 Disse mais:

Eu sou o Deus do seu pai,3.6 Conforme o Texto Massorético; o Pentateuco Samaritano traz dos seus pais. Veja At 7.32. o Deus de Abraão, o Deus de Isaque, o Deus de Jacó.

Então, Moisés cobriu o rosto, pois teve medo de olhar para Deus.

7 O Senhor disse:

Tenho visto claramente a opressão sobre o meu povo no Egito e escutado o seu clamor por causa dos seus feitores, pois me preocupo com o sofrimento deles. 8 Por isso, desci para livrá-los das mãos dos egípcios e tirá-los daqui para uma terra boa e vasta, onde fluem leite e mel: a terra dos cananeus, dos hititas, dos amorreus, dos ferezeus, dos heveus e dos jebuseus. 9 Pois agora o clamor dos israelitas chegou a mim, e tenho visto como os egípcios os oprimem. 10 Portanto, agora ; eu o envio ao faraó para tirar do Egito o meu povo, os israelitas.

11 Moisés, porém, respondeu a Deus:

Quem sou eu para me apresentar ao faraó e tirar os israelitas do Egito?

12 Deus afirmou:

Certamente estarei com você. Este é o sinal de que sou eu quem o envia: quando você tirar o povo do Egito, vocês adorarão a Deus neste monte.

13 Moisés perguntou:

Quando eu chegar diante dos israelitas e lhes disser: "O Deus dos seus antepassados me enviou a vocês", e eles me perguntarem: "Qual é o nome dele?", o que lhes direi?

14 Deus disse a Moisés:

Eu sou o que sou.3.14 Ou Eu serei o que serei. É isto que você dirá aos israelitas: "Eu sou me enviou a vocês".

15 Deus também disse a Moisés:

Diga aos israelitas: "O Senhor,3.15 Hebraico: YHWH. O termo assemelha-se à expressão Eu sou em hebraico. o Deus dos seus antepassados, o Deus de Abraão, o Deus de Isaque, o Deus de Jacó, enviou-me a vocês.

"Este é o meu nome para sempre,

nome pelo qual serei lembrado

de geração a geração".

16 , reúna as autoridades de Israel e diga-lhes: "O Senhor, o Deus dos seus antepassados, o Deus de Abraão, de Isaque e de Jacó, apareceu a mim e disse: Eu tenho observado vocês atentamente e visto o que tem sido feito a vocês no Egito. 17 Prometi tirá-los da opressão do Egito para a terra dos cananeus, dos hititas, dos amorreus, dos ferezeus, dos heveus e dos jebuseus, terra onde fluem leite e mel’ ".

18 As autoridades de Israel o atenderão. Depois, você irá com elas ao rei do Egito e lhe dirá: "O Senhor, o Deus dos hebreus, veio ao nosso encontro. Agora deixe-nos fazer uma caminhada de três dias, adentrando o deserto, para oferecermos sacrifícios ao Senhor, o nosso Deus". 19 Eu sei que o rei do Egito não os deixará sair, a não ser que uma poderosa mão o force. 20 Por isso, estenderei a minha mão e ferirei os egípcios com todos os prodígios que realizarei no meio deles. Depois disso, ele os deixará sair.

21 Eu farei que os egípcios tenham boa vontade para com este povo, de modo que, quando vocês saírem, não sairão de mãos vazias. 22 Todas as israelitas pedirão às suas vizinhas, e às mulheres que viverem na casa dessas vizinhas, objetos de prata, de ouro e roupas, que vocês porão nos seus filhos e nas suas filhas. Assim, vocês despojarão os egípcios.

Veja também