A graça de Deus e a ingratidão de Israel diante dela
1 Louvai ao Senhor.
Louvai ao Senhor,
porque ele é bom,
porque
a sua misericórdia dura para sempre.
2 Quem pode contar
as obras poderosas do Senhor?
Quem anunciará os seus louvores?
3 Bem-aventurados os
que guardam o juízo,
o que pratica justiça
em todos os tempos.
4 Lembra-te de mim, Senhor,
segundo a tua boa vontade
para com o teu povo;
visita-me com a tua salvação.
5 Para que eu veja
os bens de teus escolhidos,
para que eu me alegre com
a alegria da tua nação,
para que me glorie com a tua herança.
6 Nós pecamos como
os nossos pais,
cometemos a iniquidade, andamos perversamente.
7 Nossos pais
não entenderam as tuas maravilhas no Egito;
não
se lembraram da multidão
das tuas misericórdias;
antes o provocaram no mar,
sim no Mar Vermelho.
8 Não obstante,
ele os salvou por amor do seu nome,
para fazer conhecido o seu poder.
9 Repreendeu, também, o Mar Vermelho,
e este se secou,
e os fez caminhar pelos abismos
como pelo deserto.
10 E os livrou da mão daquele
que os odiava,
e os remiu da mão do inimigo.
11 E as águas cobriram
os seus adversários;
nem um só deles ficou.
12 Então creram nas suas palavras,
e cantaram os seus louvores.
13 Porém cedo
se esqueceram das suas obras;
não esperaram
o seu conselho.
14 Mas deixaram-se levar
à cobiça no deserto,
e tentaram
a Deus na solidão.
15 E ele lhes cumpriu
o seu desejo,
mas enviou magreza às suas almas.
16 E invejaram a Moisés no campo,
e a Arão,
o santo do Senhor.
17 Abriu-se a terra, e engoliu a Datã,
e cobriu o grupo de Abirão.
18 E um fogo
se acendeu no seu grupo;
a chama abrasou os ímpios.
19 Fizeram um bezerro
em Horebe
e adoraram a imagem fundida.
20 E converteram
a sua glória
na figura de um boi
que come erva.
21 Esqueceram-se de Deus,
seu Salvador,
que fizera grandezas
no Egito,
22 Maravilhas na terra de Cão,
coisas tremendas no Mar Vermelho.
23 Por isso disse que os destruiria,
não houvesse Moisés,
seu escolhido,
ficado perante ele na brecha,
para desviar a sua indignação,
a fim de não os destruir.
24 Também desprezaram
a terra aprazível;
não creram
na sua palavra.
25 Antes murmuraram nas suas tendas,
e não deram ouvidos
à voz do Senhor.
26 Por isso levantou a sua mão contra eles,
para os derrubar no deserto;
27 Para derrubar também
a sua semente entre
as nações,
e espalhá-los pelas terras.
28 Também se juntaram com Baal-Peor,
e comeram
os sacrifícios dos mortos.
29 Assim o provocaram à ira
com as suas invenções;
e a peste rebentou entre eles.
30 Então se levantou Fineias,
e fez juízo,
e cessou aquela peste.
31 E isto lhe foi contado
como justiça,
de geração em geração,
para sempre.
32 Indignaram-no também junto
às águas da contenda,
de sorte que sucedeu mal a Moisés,
por causa deles;
33 Porque irritaram o seu espírito,
de modo
que falou imprudentemente com seus lábios.
34 Não destruíram os povos,
como
o Senhor lhes dissera.
35 Antes se misturaram
com os gentios,
e aprenderam as suas obras.
36 E serviram aos seus ídolos,
que vieram
a ser-lhes um laço.
37 Demais disto,
sacrificaram seus filhos e suas filhas aos demônios,
38 E derramaram sangue inocente,
o sangue de seus filhos
e de suas filhas
que sacrificaram aos ídolos de Canaã;
e
a terra foi manchada com sangue.
39 Assim se contaminaram com
as suas obras,
e se corromperam com os seus feitos.
40 Então se acendeu
a ira do Senhor contra o seu povo,
de modo
que abominou a sua herança.
41 E os entregou
nas mãos dos gentios;
e aqueles que
os odiavam se assenhorearam deles.
42 E os seus inimigos os oprimiram,
e foram humilhados debaixo
das suas mãos.
43 Muitas vezes os livrou,
mas
o provocaram com o seu conselho,
e foram
abatidos pela sua iniquidade.
44 Contudo,
atendeu à sua aflição,
ouvindo o seu clamor.
45 E se lembrou
da sua aliança,
e se arrependeu segundo
a multidão
das suas misericórdias.
46 Assim, também fez com
que deles tivessem misericórdia
os que os levaram cativos.
47 Salva-nos, Senhor nosso Deus,
e congrega-nos dentre os gentios,
para que louvemos
o teu nome santo,
e nos gloriemos no teu louvor.
48 Bendito seja o Senhor Deus de Israel,
de eternidade em eternidade,
e todo o povo diga:
Amém. Louvai ao Senhor.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
Η απιστία του Ισραήλ και η πιστότητα του Θεού
1 Αλληλούια, αινείτε τον Κύριο!
Δοξολογείτε τον Κύριο,
γιατί είναι καλός
κι αιώνια διαρκεί η αγάπη του!
2 Ποιος μπορεί για τα θαυμαστά
τα έργα του Κυρίου να πει,
να κάνει ν’ ακουστούν όλα τα εγκώμια
που του πρέπουν;
3 Μακάριοι εκείνοι που τηρούν τις αποφάσεις του Θεού,
που ενεργούν πάντα με δικαιοσύνη!
4 Θυμήσου με κι εμένα, Κύριε,
μέσα στην εύνοια που δείχνεις στο λαό σου·
έλα σε βοήθειά μου όταν τους σώσεις.
5 Για ν’ απολαύσω την ευτυχία των εκλεκτών σου,
να χαίρομαι με τη χαρά του έθνους σου,
να συμμερίζομαι την καύχηση εκείνων που σου ανήκουν.
6 Αμαρτήσαμε, όπως οι πρόγονοί μας,
παρανομήσαμε και ασεβήσαμε.
7 Οι πρόγονοί μας στην Αίγυπτο
δεν κατανόησαν τα θαυμαστά τα έργα, του Κυρίου,
ξέχασαν τις πολλές ευεργεσίες του·
κι εξεγερθήκανε κοντά στη θάλασσα,
στη Θάλασσα την Ερυθρά.
8 Κι όμως αυτός τους έσωσε για την τιμή του ονόματός του·
ώστε η δύναμή του να φανερωθεί.
9 Την Ερυθρά Θάλασσα πρόσταξε
κι εκείνη στέγνωσε·
και τους οδήγησε ανάμεσα από τα νερά,
ωσάν στην έρημο να περπατούσαν.
10 Τους έσωσε από τα χέρια εκείνων που τους μάχονταν,
τους γλίτωσε απ’ την εξουσία των εχθρών τους.
11 Τα νερά σκέπασαν τους αντιπάλους τους·
δεν έμεινε απ’ αυτούς ούτ’ ένας.
12 Και τότε πίστεψαν στα λόγια του Θεού
και τον ύμνο του ψάλαν.
13 Μα δεν αργήσαν να ξεχάσουνε τα έργα του
και δεν περίμεναν το σχέδιό του να τελειώσει.
14 Τους έπιασε η πλεονεξία μες στην έρημο
και το Θεό προκάλεσαν μέσα στις ερημιές.
15 Αυτός τους έδωσε εκείνο που ζητούσαν
αλλά μαζί τούς έστειλε κακό θανατικό.
16 Μες στο στρατόπεδο ζηλοφθονήσαν το Μωυσή
και τον Ααρών, που ήταν στον Κύριο αφιερωμένος.
17 Τότε η γης εσχίστηκε και κατάπιε το Δαθάν
και σκέπασε του Αβιρώμ τους συνενόχους.
18 Φωτιά έπεσε πάνω στη φατρία τους,
και φλόγα τούς κατάκαψε τους ασεβείς.
19 Και φτιάξανε μοσχάρι στο Χωρήβ
και λάτρεψαν ένα κομμάτι μέταλλο.
20 Κι αντικατέστησαν τη δόξα του Θεού τους
με το ομοίωμα χορτοφάγου μοσχαριού.
21 Ξεχάσαν το Θεό, τον ελευθερωτή τους,
που είχε κάνει έργα μέγιστα στην Αίγυπτο,
22 έργα αξιοθαύμαστα στου Χαμ τη χώρα
και τρομερά σημεία στη Θάλασσα την Ερυθρά.
23 Κι όπως το είχε πει, θα τους αφάνιζε ο Θεός
αν δε στεκόταν ο Μωυσής, ο εκλεκτός του,
μπροστά του καθώς πρόμαχος,
για ν’ αποστρέψει την οργή του
ώστε να μην καταστραφούν.
24 Περιφρονήσανε τη χώρα των ονείρων τους
και δεν πιστέψανε το λόγο του Θεού.
25 Μες στις σκηνές τους διαμαρτύρονταν
και στου Κυρίου τη φωνή δεν υπακούσαν.
26 Τότε, το χέρι υψώνοντας αυτός ορκίστηκε
να πέσουνε στην έρημο νεκροί·
27 ανάμεσα σε ειδωλολάτρες
οι απόγονοί τους να πεθάνουνε
και μες στις χώρες να διασκορπιστούν.
28 Κατόπι στη λατρεία προσχώρησαν
του Βάαλ, στη Φεγώρ,
κι έφαγαν απ’ τις θυσίες που προσφέρθηκαν
σε θεούς νεκρούς.
29 Κι ερέθισαν τον Κύριο με τα έργα τους,
κι έπεσε πάνω τους θανατικό.
30 Αλλά σηκώθηκε ο Φινεές
και τους εξιλέωσε,
και το θανατικό πήρε έτσι τέλος.
31 Αυτό σαν πράξη δίκαιη του καταλογίστηκε
από τη μια γενιά στην άλλη και για πάντα.
32 Και στα νερά της Μεριβά εξόργισαν τον Κύριο
και κακό βρήκε το Μωυσή εξαιτίας τους.
33 Επειδή πίκραναν το Πνεύμα του
και δίχως σκέψη μίλησαν τα χείλη του.
34 Δεν εξοντώσαν τους λαούς,
όπως τους το ’χε ο Κύριος διατάξει.
35 Αλλά με τους ειδωλολάτρες αναμείχθηκαν
και μάθανε να ζουν καθώς εκείνοι.
36 Λατρεία στα είδωλά τους πρόσφεραν
που γίνανε γι’ αυτούς παγίδα.
37 Θυσίασαν στους δαίμονες
τους γιους τους και τις κόρες τους.
38 Και αίμα αθώο χύσανε
των αγοριών τους και των κοριτσιών τους,
που τα θυσίασαν στα είδωλα της Χαναάν·
και μιάνθηκε η χώρα με το αίμα τους.
39 Αμάρτησαν με τα έργα τους
και με τις πράξεις τους απίστησαν.
40 Κι άναψε του Κυρίου η οργή
ενάντια στο λαό του
και τους δικούς του τους αποστράφηκε.
41 Στην εξουσία τούς έδωσε των ειδωλολατρών
και δέσποσαν επάνω τους αυτοί που τους μισούσαν.
42 Τους καταπίεσαν οι εχθροί τους,
κι αυτοί υποτάχτηκαν στην εξουσία τους.
43 Πολλές φορές ο Κύριος τους απελευθέρωσε,
μα αυτοί στην ανταρσία τους με πείσμα μένανε
και μες στην ανομία τους βυθίζονταν.
44 Ωστόσο ο Κύριος είδε τη θλίψη τους,
όταν τους άκουγε να του φωνάζουν·
45 θυμήθηκε τη διαθήκη του για χάρη τους,
κι ως πολυεύσπλαχνος άλλαξε γνώμη.
46 Κι έκανε να τους σπλαχνιστούν
όλοι αυτοί που τους κρατούσαν αιχμαλώτους.
47 Σώσε μας, Κύριε, Θεέ μας,
συγκέντρωσέ μας μέσ’ απ’ τους ειδωλολάτρες
για να δοξολογούμε το άγιο σου το όνομα
και καύχημά μας να ’χουμε πως σε υμνούμε.
48 Ευλογητός ας είναι ο Κύριος,
ο Θεός του Ισραήλ,
από πάντα και για παντοτινά·
κι ας πει όλος ο λαός:
«Αμήν! Αλληλούια!»